Δεν είμαι στα πολύ καλά μου.

Κρυώνω... χασμουριέμαι... πονάνε τα κόκαλά μου... και ο ήλιος είναι δυνατός πάνω από τα σύννεφα.

Οι βόλτες στην Αθήνα... με κουράζουν.

Μεγάλωσα.

Πήγα στο Nixon και πέρασα υπέροχα... σήκωσα το χέρι ψηλά ζητώντας μια... δυο... τρεις... coca cola light και μονολογούσα με το μυαλό μου κοιτώντας τον πολυέλαιο.

Το χρώμα στους τοίχους είναι λαδί, κάτι που χάνεται στο φως της νύχτας.

Η κοπέλα που βάζει μουσική (εξαιρετική) κάνει αργές κινήσεις και βοηθάει να μην περνάν οι ώρες.

Μετράει δευτερόλεπτα και ακούει από τα ακουστικά λικνίζοντας τα δάχτυλά της.

Χασμουριέμαι συνέχεια.

Νομίζω ότι δεν αγαπάω πια.

Είδα το καινούργιο μουσείο από ένα σπίτι στου Φιλοπάππου.

Είναι ένα όνειρο.

Είναι ένα κομμάτι από τον κύβο του Ρούμπικ που μας περιμένει να του δώσουμε ζωή.

Η αίσθηση της Αθήνας από κει ψηλά είναι ξένη σε μένα.

Είναι νέα. Έφηβη.

Ο Παρθενώνας λικνίζεται στο ασύλληπτο θαύμα του μουσείου.

Οι εικόνες μόνο από πολύ μεγάλους φωτογράφους θα μπορέσουν να μεταφέρουν την αντίδραση του σώματος μέσα από το χαρτί.

Χωρίς χρώμα.

Χωρίς ήχο.

Χωρίς αέρα.

Ακίνητα, αμίλητα, αγέλαστα στρατιωτάκια οι κίονες.

Πλημμυρίστε το άρθρο μου με εικόνες, παρακαλώ... κάπου μακριά από την παλιά μου θέση.

Όλα αλλάζουν... τα πάντα.

Ώρα και για μένα...