1. Σόλωνος: Στα τέλη της δεκαετίας του Εβδομήντα και στις αρχές εκείνης του Ογδόντα, η Σόλωνος και οι γύρω αλέες γέμισαν εκδοτικούς οίκους που είχαν αρχίσει τα πρώτα τους σκιρτήματα σε κοσμοβριθείς φοιτητικές κάμαρες με μισό κρεβάτι και δώδεκα υπνόσακους, με την ΕΒΓΑ πλησίον για άμεσους ανεφοδιασμούς σε τσιγάρα, ρετσίνες, καφέ και αβγά. Άλλα στρατηγεία εκκολαπτόμενων εκδοτικών οίκων ήταν τα καφενεία πλάι και πίσω και απέναντι από το Χημείο και η τοστερία απέναντι από τη Νομική. Οι νεαροί εκδότες ήσαν συνήθως απόφοιτοι σχολών άσχετων με τη λογοτεχνία, πολλοί ήσαν ακόμα φοιτητές, ενώ άλλοι είχαν αγέρωχα αρνηθεί να καταπιαστούν με σπουδές και φοιτητική ζωή, τείνοντας προς έναν πείσμονα αριστοκρατικό μποεμισμό.

 

2. Μαυρομιχάλη: Θυμίζω οίκους: Άκμων, ύψιλον/βιβλία, Άγρα, Εξάντας, Οδυσσέας, Ερατώ και τόσοι άλλοι, και ανάμεσά τους, ξεχωριστός στους ξεχωριστούς, η Νεφέλη, του Γιάννη του Δουβίτσα, προερχόμενου από τη ΓεωπονικήΣχολή. Ο Δούβης, όπως τον λέγαμε τότε οι πιτσιρικάδες και μυημένοι, έστησε το οχυρό του στην οδό Μαυρομιχάλη, κοντά σ’ έναν απίθανο κουρέα, βραβευμένο ως έχοντα τον μεγαλύτερο μύστακα εν Ελλάδι, σε ένα μπαρ όπου συνέβαινε ενίοτε να ξοδεύουμε ακόμα περισσότερα κι απ’ όσα ξοδεύαμε σε βιβλία, και στον Άκμωνα, που διηύθυνε με τον περιλάλητο πια στρατηγικό μαξιμαλισμό του ο Ευγένιος Αρανίτσης.

 

3. Δουβίτσας: Σύχναζα στη Νεφέλη σχεδόν από την αρχή των δράσεών της. Συχνάζω ακόμη. Πρωτίστως ως αναγνώστης. Έχω στη βιβλιοθήκη μου πολύτιμα και αγαπημένα βιβλία της Νεφέλης. Και πολύτιμες και αγαπημένες αναμνήσεις. Πώς να ξεχάσω τα όσα μου πρόσφερε, πάνε κοντά τριάντα πέντε χρόνια τώρα, ο γεμάτος εκρήξεις και αλυσιδωτές αντιδράσεις τόμος Δεν άνθησαν ματαίως… που, παρέα με το «Πάλι» και μερικά «Τραμ», μου άνοιξαν ορίζοντες που παραμένουν ανοιχτοί; Πώς να ξεχάσω τα βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου; Πώς να ξεχάσω τη μικρή σειρά που ετοίμαζε ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ιδίως το τομίδιο για τον Τζάκσον Πόλοκ; Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (επιμέλεια), Δεν άνθησαν ματαίως… Εκδόσεις: Νεφέλη, Σελίδες: 412Του Γιάννη του Δουβίτσα το χαρακτηριστικό ήταν το χαμόγελο. Χαμογελούσε διαρκώς, δεν τον συνάντησα ποτέ χωρίς να νιώσω πιο αίθρια τα πάντα γύρω μου επειδή τα είχε λαμπρύνει το χαμόγελο του Γιάννη. Ήταν μια ανεξάντλητη μπαταρία αισιοδοξίας. Είχε το αυτί που άκουγε τα πάντα, ακούραστα: ιδέες, κουτσομπολιά, ιστορίες, σχέδια, τα πάντα. Πίσω από το γραφείο του, πάντα με το χαμόγελο, πάντα με την αισιοδοξία, πάντα με κέφια και κατάφαση για τη ζωή. Χαμογελούσαν και τα μάτια του, κάτι που είχα δει και στον Λεωνίδα Κύρκο, και φαντάζομαι κάμποσοι θα σας πουν ότι έμοιαζαν. Πάντα έσπευδε να σηκωθεί, με μιαν αντρίκια χορευτική κίνηση, όταν έμπαινες στο γραφείο του. Έτσι σε καλωσόριζε. Σε προϋπαντούσε. Έσκυβε με χάρη και σου έτεινε το χέρι.

 

4. Ναμπόκοφ & Μαίηλερ: Βιβλία που με πλούτισαν συναισθηματικά: η Άντα του Ναμπόκοφ, που ήταν να τη μεταφράσω εγώ, αλλά ένα μποτιλιάρισμα και μια παρεξήγηση οδήγησαν στη ματαίωση~ Οι Σκληροί δεν χορεύουν, ένα αλλόκοτο σκληρό νουάρ του Νόρμαν Μαίηλερ, που έγινε και ταινία από τον ίδιο τον Μαίηλερ και σήμανε την αρχή του τέλους του ενδιαφέροντός μου για τον Αμερικανό πολυσυγγραφέα~ το ασύλληπτο στη σύλληψή του και άψογο στην εκτέλεσή του Βέλος του Χρόνου του Μάρτιν Έιμις, ναι, ας το πω αριστούργημα~ πολλά της σειράς με τα νεοελληνικά σπουδαία κείμενα~ ο Φρανκ Ζάππα του Πητ Κωσταντέα, τα πρώτα του Παπαγιώργη! Ο Γιάννης έκανε ωραία, τολμηρά ανοίγματα και για μια περίοδο δέσποσε η παρουσία του Χάρη Βλαβιανού. Έτσι είχαμε την «Ποίηση», που εξοικείωσε τον αναγνώστη με σημαντικά δοκίμια για τη σύνθεση και την ουσία των ποιημάτων. Είχαμε και το πέρασμα του Αρανίτση, με τις επανεκδόσεις των Λεπτομερειών για το τέλος του κόσμου και των Ιστοριών που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, συν το εφήμερο φλερτ με τον αμερικανικό μεταμοντερνισμό στην ποιητική σύνθεση Θάλασσα και τα ιμπρεσιονιστικά λαβυρινθώδη δοκίμια στο βραβευμένο Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα.