«Θα σου πω κάτι, αλλά δεν πρέπει να το πεις πουθενά!». «Μείνε ήσυχος, ξέρεις ότι είμαι τάφος!» Κι όμως, όποιος εμπιστεύεται ένα μυστικό είναι βέβαιος -κρίνοντας εξ ιδίων- ότι το μυστικό θα βρει τρόπο να κοινοποιηθεί. Η κοινοποίηση του μυστικού συνιστά θρυλική παράδοση στις κοινωνίες, επειδή ακριβώς αδυνατεί να παραμείνει μυστικό. Τα φυλλοκάρδια του αποδέκτη παλαβώνουν κυριολεκτικά, αισθάνεται γκαστρωμένος από κάτι βαρύ, τι το παράξενο λοιπόν αν γυρεύει τρόπο για να απαλλαγεί από αυτή την επείγουσα κατάσταση;

Το νόστιμο είναι ότι καθετί απόρρητο θα μπορούσε να παραμείνει σε ασφαλή αφάνεια αν ο πρώτος -διότι αυτός δημιουργεί το σκάνδαλο- δεν υπέκυπτε στην αδυναμία της ομολογίας. Οι ψυχολόγοι μιλούν για μια ακατανίκητη λαχτάρα εξομολόγησης, καθότι ο πάσα εις νιώθει κοφίνι ξέκωλο, τρύπιος από παντού - ανίκανος συνεπώς να παραμείνει εγκρατής, με δεμένη γλώσσα, τιμώντας την υπόσχεσή του περί εχεμυθείας. Έτσι, ό,τι κάνει ο πρώτος «προδότης» του μυστικού κάνει αντανακλαστικά και ο δεύτερος, με αποτέλεσμα να έχουμε μια αλυσίδα από ορκισμένους που κάθε τόσο προσθέτουν και ένα νέο κρίκο - ορκισμένο κι αυτόν.

Το παραθυράκι στην πόρτα κάθε κελιού, γαλλιστί οι δεσμοφύλακες το λένε «Ιούδα». Αλλά και στο κοινωνικό κελί κάθε ατόμου μπορούμε να διακρίνουμε πολλούς Ιούδες. Η ίδια η κοινωνική ζωή είναι Ιούδας. Και δεν πρόκειται βέβαια για ελάττωμα, αλλά για το μυστικό μηχανισμό της διυποκειμενικότητας. Η αυτονομία του ατόμου είναι παιδικός μύθος. Ό,τι είναι ο καθένας το οφείλει στη μεσίτευση των άλλων. Όλα τα γνωρίσματα του ατόμου είναι μεσιτευμένα. Η δύναμή του υπάρχει αν αναγνωρίζεται· το τάλαντό του γίνεται αισθητό αν γίνει αποδεκτό από τους άλλους· η ίδια του η παρουσία μόνο ως αναγνωρισμένη βιώνεται. Αν φανταστούμε έναν άνθρωπο που δεν τον αναγνώρισαν τα μάτια κανενός, μπορούμε να μιλάμε για ένα ον ανύπαρκτο.

Μολονότι ασκούμε κάθε στιγμή τη μεσίτευση, η ίδια η έννοια παραμένει άγνωστη και πιθανώς αμελητέα. Η αμεσότητα της επαφής μάς εξαπατά· τα λέμε πρόσωπον προς πρόσωπον - πού βρίσκεται η μεσίτευση; Η απάντηση είναι προφανής. Ακόμα και στα πιο πρακτικά πράγματα. Για να βάλω μπρος το αυτοκίνητο απαιτείται η μεσίτευση της βενζίνης, του δρόμου, του κλειδιού, της μνήμης, του σώματός μου. Για να πιω ένα ποτήρι νερό απαιτείται το ίδιο το ποτήρι, οι σωλήνες που θα μου φέρουν το νερό, τα μάτια που θα το επιθεωρήσουν, το μπουκάλι που θα αγοράσω από το περίπτερο, το καθαρό μου στόμα. Άμεση πράξη δεν υπάρχει. Μιλάμε χάρη στη μεσίτευση των λέξεων· η επιθυμία μεσιτεύεται από το χάδι, όπως και η οργή από το υψωμένο χέρι. Η επιθυμία του παιδιού δηλώνεται με τη μεσίτευση του κλάματος.

Ο άνθρωπος γίνεται αυτό που είναι χάρη στη μεσίτευση των άλλων. Ο συγγραφέας μεσιτεύεται από τους αναγνώστες, τους κριτικούς, τους εκδότες και τους διαφημιστές. Ο πολιτικός από τους θεσμούς, τους ψηφοφόρους και την κομματική ιεραρχία. Ο ταβλαδόρος μεσιτεύεται από το τάβλι, από τον αντίπαλο και το χώρο όπου κατασκήνωσε. Αν σε μια ζαριά ο συμπαίκτης γυρίσει αλλού και διακόψει το παιχνίδι, η «αναγνώριση» παύει κι αυτή, η αμοιβαιότητα ακυρώνεται και επέρχεται χασμωδία. Ο παίκτης κοιτάζει ολόγυρα σαν πρόβατο μέσα σε δωμάτιο. Το ίδιο το εγώ μεσιτεύεται από το εσύ.

Όσο κι αν αναζητήσουμε στιγμές όπου η αναγνώριση δεν λειτουργεί, είναι προφανές ότι ματαιοπονούμε. Είναι γνωστή η απορία ενός ντοστογιεφσκικού ήρωα: «Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε τι διάολο λοχαγός είμαι εγώ;» Την απορία μπορούμε να την πολλαπλασιάσουμε κατά βούληση: Αν δεν υπάρχει σχολείο, τι καθηγητής είμαι εγώ; Αν δεν υπάρχει μπακάλικο και πελάτες, τι μπακάλης είμαι εγώ; Αν όλοι είναι κουφοί, τότε τι τραγουδιστής είμαι εγώ; Η όμορφη γυναίκα που δεν την κοιτάζει κανείς αυτόματα είναι η πιο άσχημη θνητή. Απλούστατα δεν υπάρχει.

Έτσι μπορούμε να υποψιαστούμε και την τύφλα εκείνου που δηλώνει ότι όλα τα κάνει για τον εαυτό του - οι άλλοι δεν τον ενδιαφέρουν. Ουσιαστικά διακηρύσσει την αχρηστία της μεσίτευσης και συνάμα της αυτοδυναμίας του. Η κοινωνία τα αποδέχεται όλα - όσο για τον πλασματικά ακοινώνητο, τον εκδικείται με καθημερινή διάψευση. Ένα όχι, μια απόρριψη, τον μεταμορφώνει σε περίφοβο επαίτη. Κρατάει τάχα μυστικά; Δεν έχει ανάγκη τα μάτια και τη φωνή των άλλων; Είναι ο μέγας ακοινώνητος; Είναι θηρίο και Θεός συνάμα; Αρκεί για να κοιταχτεί στον καθρέφτη για να δει στο βάθος των ματιών του τα μάτια των άλλων.

Είμαστε λοιπόν εξαρτήματα της κοινωνίας, δευτερευόντως αυτόφωτοι και πρωτευόντως ετερόφωτοι; Απολυτοποιώντας τα κριτήριά μας, θα έπρεπε να πούμε ότι στην κοινωνία προηγείται καταστατικά η πολλότητα και ακολουθεί η ατομικότητα· ως εκ τούτου, τα πιο ενδόμυχα βάθη του εγώ ανήκουν στην κοινωνία, είναι δανεικά και γυρισμένα. Μόνο η ανθρωπότητα στο σύνολό της μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι κλειστή ολότητα - έξω από τη φύση. Πνευματική οντότητα που ξέφυγε από τα ζώα χάρη στη μεσίτευση της γλώσσας και από τη φύση χάρη στη μεσίτευση της ιστορίας.

Εντέλει μόνο η ανθρωπότητα, σαν δαιμονική και ασύλληπτη ολότητα, μπορεί να απολαμβάνει τα μυστικά της και να αποδεικνύεται ακοινώνητη προς το υποτιθέμενο εξωτερικό της. Προς τα πού άλλωστε να αποταθεί;