Αποσυνάγωγος από προσωπική μοίρα, αντιρρησίας συνείδησης, εργάτης στις γερμανικές βιομηχανίες, αυτοδίδακτος σε καταγγελίες πάσης φύσεως (είναι ο άνθρωπος που το 1974 αλυσοδέθηκε στο Σύνταγμα, διαμαρτυρόμενος για το δικτατορικό καθεστώς και φυλακίστηκε), ο Βάλραφ ενσαρκώνει την καταγγελία του έντιμου, πλην όμως ανεπιθύμητου πολίτη. Τα βιβλία του είναι πολλά: μόνο η έρευνά του για το δουλεμπόριο εργασίας πούλησε τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα (Στάχυ, 1986), άρα είναι ο ιδανικός κατήγορος για τα σκοτεινά σημεία της σημερινής Γερμανίας.

Για να πραγματοποιήσει τις έρευνές του ο Βάρλαφ θα πρέπει πριν απ’ όλα να μεταμφιεστεί. Πράγματι, για να ξεγελάσει τους συμπατριώτες του και να βρει τη λεία του πιο εύκολα, φοράει περούκα με μαύρα κατσαρά μαλλιά, απομιμείται τα «σπαστά γερμανικά» του κάθε ξένου, ακούει στο όνομα Άλι, όσο για τη συμπεριφορά του απέναντι στους Γερμανούς, είναι αρκούντως προκλητική - όσο χρειάζεται δηλαδή για να προκαλέσει τις αναμενόμενες αντιδράσεις. Η αποστολή του αυτήν τη φορά έχει ειδικό σκοπό: Πώς είναι να ζεις ως μαύρος στη Γερμανία; Άραγε, η γερμανική ξενοφοβία είναι κλισέ ή απτή πραγματικότητα; Ανάλογη ήταν και η τόλμη του Αμερικανού Τζον Χάουαρντ Γκρίφιν που το 1959 αλώνισε μέσα σ’ έναν μήνα τις ΗΠΑ «βαμμένος» μαύρος και κατέγραψε τα μύρια όσα διαπίστωσε στο βιβλίο του με τον δηλωτικό τίτλο Black Like Me. Παραδόξως, ο Γκρίφιν απεβίωσε νωρίς, επειδή τα φάρμακα που έπαιρνε για να διατηρήσει την επιδερμίδα του σκούρα επιβάρυναν το συκώτι του και του προκάλεσαν σοβαρές ασθένειες.

Ο μεταμφιεσμένος «μαύρος», λοιπόν, αρχίζει το παμπόνηρο ταξίδι του στη Γερμανία. Καθισμένος ανάμεσα σε ντόπιους που απολαμβάνουν τη βαρκάδα στο βασιλικό πάρκο του Βέρλιτζ (με την ομάδα του ένα γύρω να φέρει μικροσκοπικές κάμερες και αθέατα μικρόφωνα), ο μαύρος μας φέρεται σκοπίμως αλλοπρόσαλλα ή απλώς προκλητικά, για να υποκινήσει αντιδράσεις. Κόβει μια τσουκνίδα που επιπλέει και στη στιγμή τρώει την επίπληξη της παρακαθήμενης Γερμανίδας: «Αυτό δεν το κάνουμε εδώ!». Το χαρακτηριστικό είναι ότι δεν του μιλούν στον πληθυντικό κι απορούν για τα γερμανικά του: «Πού έμαθες εσύ τόσο καλά γερμανικά;». Στη στεριά μπαίνει σε κάποιο κατάστημα να ζητήσει ένα ρολόι. Ωστόσο, η νεαρή πωλήτρια ισχυρίζεται ότι δεν πουλάει κάτι τέτοιο! Όταν έρχεται η σειρά της ενοικίασης κάποιου δωματίου, η υποδοχή είναι ψυχρή, όταν όμως το ίδιο δωμάτιο ζητούν μέλη της ομάδας του, όχι μόνο το κλείνουν αλλά ακούνε και τα απλά μαθήματα της ξενοφοβίας: «Ο μαύρος δεν ταιριάζει εδώ μέσα. Ήθελε, λέει, να το δει. Δεν μπορούσα να δω τη φάτσα του απ’ το θυροτηλέφωνο, δεν κάνει για την πολυκατοικία. Ήταν τόσο μαύρος, κι ύστερα τα μαλλιά του... Δεν μπορώ να συνέλθω με τίποτα».

Τα φοβικά συμβάντα επαναλαμβάνονται. Θέλει να πάει μαζί με τους ντόπιους στην πεζοπορία τους. Η αντίδραση είναι αρχετυπική: «Όπως και να έχει το πράγμα, δεν τον θέλουμε μαζί μας!». Όταν ψάχνει θέση για να γυρίσει στην πόλη, μια από τις κυρίες απευθύνεται στον οδηγό του βαν: «Κλείσε τις πόρτες και φύγε!». Όταν ζητάει μια έκταση για κατασκήνωση, μόνο που δεν φεύγει το σαγόνι του ιδιοκτήτη, ο οποίος απολογείται: «Όλοι τους εδώ είναι Γερμανοί, Λουξεμβουργιανοί, Ολλανδοί - δηλαδή λευκοί... Πώς να το πω, είναι το χρώμα του δέρματος, αυτό είναι το πρόβλημα... Εμένα δεν με νοιάζει από πού βγάζω το χρήμα μου, οι άλλοι πελάτες όμως θα γίνουν καπνός... Μου το έχουν ξεκαθαρίσει: αν δεχτώ Τσιγγάνους θα τα μαζέψουν και θα φύγουν». Όταν ο Βάλραφ το παρακάνει, ζητώντας από τις Αρχές της Βαυαρίας κυνηγετική άδεια, η κυρία πίσω από τον γκισέ μένει άναυδη και καλεί σε βοήθεια τον προϊστάμενο.

Αλλά και στο γήπεδο το κλίμα δεν είναι καλύτερο. Οι οπαδοί -ξυρισμένα κεφάλια, ναζιστικά σύμβολα, συνθήματα όπως «Χάιλ Χίτλερ» κωδικοποιημένα με αριθμούς (88), «Βόταν αντί Χριστού»- απολαμβάνουν τον τρόμο του ξένου. Οι διάλογοι είναι απολαυστικοί: «Ε, μαύρος, κάνε πιο κει! Λευκός ίσον Γερμανός, μικρέ! Και τι είναι Γερμανός; Να, ο κώλος μου! Σε πιστεύω, του κώλου είσαι! Σκατά στα μούτρα σου! Κερνάει η Γερμανία!». Στο τρένο η λογομαχία συνεχίζεται. Καθώς ο μαύρος μας νιώθει κυριολεκτικά σαν τη μύγα μες στο γάλα, οι απειλές γίνονται πιο μεστές. «Μπορείς να μου τον παίξεις λίγο;», « Αυτό μπορείς να το κάνεις και μόνος σου», «Ξεκουμπίσου, μεγάλε! Ξεκουμπίσου απ’ αυτήν τη χώρα! Αυτή η χώρα θα γίνει λευκή!», «Γελάμε επειδή είσαι μαύρος! Η Γερμανία στους Γερμανούς!».

Ο Βάρλαφ -παρότι θα μπορούσε- δεν επιχειρεί μια κάποια αρχαιολογία του ευρωπαϊκού ρατσισμού. Οι Ευρωπαίοι, όπως ξέρουμε, έμαθαν τον ρατσισμό στην Αμερική, καθότι η ευρωπαϊκή ήπειρος δέχτηκε μεν στα εδάφη της ανατολικούς λαούς, Μογγόλους, Άραβες και παρατρίχα Τούρκους, αλλά σπανίως μαύρους. Κατά συνέπεια, ο Γερμανός, ο πιο σκληρός λαός της ηπείρου, νιώθει αμήχανος μπροστά στη νεγροσύνη διότι πιστεύει ότι η παρουσία του μαύρου νοθεύει το εκλεκτό του αίμα. Οι φανατισμοί στην Ευρώπη είχαν θρησκευτική προέλευση και ελάχιστα φυλετική. Βλέποντας, λοιπόν, τον μαύρο να διεκδικεί τα ίσα δικαιώματα με το «ξανθό κτήνος», εξεγείρεται με την αίσθηση ότι καταπατούν τον Θεό του. Βόταν αντί Χριστός σημαίνει ότι ο Γερμανός έχει ως τελευταίο καταφύγιο τον Θεό της μυθολογίας του που προστατεύει -τι άλλο;- τον «γερμανισμό». Ας μην ξεχνάμε ότι τα τρία σύμβολα του Γερμανού είναι το αίμα, το σπίτι στο δάσος και ο πόλεμος. Ας μην ξεχνάμε και τους ναζιστικούς αφορισμούς του Έντμουντ Στόιμπερ περί «απαγορευμένης επιμειξίας και φυλετικού μπασταρδέματος».

Αφήνοντας το θέμα του ρατσισμού, ο συγγραφέας γνωρίζει ότι αλλάζει κουλουάρ διότι οι άστεγοι, τα ναρκωτικά, η καταπιεστική εργασία, οι εταιρείες τηλεφώνων, η γαστρονομία, οι επιχειρήσεις γενικά, το περιθώριο κ.λπ. είναι ζητήματα που λίγο πολύ απαντούν σε όλες τις προωθημένες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Για παράδειγμα, ένα συμβάν σαν κι αυτό που διηγείται ο Τίμο (από το Ίδρυμα του Αγίου Πέτρου) δεν νομίζουμε ότι ξαφνιάζει κανέναν:

«Το χειρότερο το έζησα εδώ πιο πέρα, σε ένα κατάλυμα αστέγων στο Γκοχ. Το κτίριο μοιάζει με κολάζ από υπολείμματα γκρεμισμένων σπιτιών. Οι πόρτες καλά-καλά δεν κλείνουν. Κι όλοι εκεί μέσα είναι μες στη βρόμα. Είχαμε εκεί και κάποιους που χαρακώνονταν. Παντού ουλές, ναρκομανείς, αλκοολικοί. Το πρωί δύο συγκάτοικοι που ήταν ντίλερ στάθηκαν μπάστακες εκεί που κοιμόμουν και θέλανε να μου πουλήσουν ηρωίνη. Όταν είπα ότι δεν παίρνω τέτοιο πράμα, με ακινητοποίησαν κι ένας θέλησε να μου χώσει τη βελόνα στο μπράτσο, να μου βαρέσει ένεση για να εθιστώ. Από τη φύση μου φοβάμαι τρομερά τις βελόνες και μου γύρισε το μυαλό, κατάφερα να απεγκλωβιστώ και να γίνω καπνός. Τώρα καταλαβαίνεις γιατί εδώ αισθάνομαι σχετικά ασφαλής, παρόλο που κι εδώ κάποιοι σαλτάρουν, ακόμα και με τρεις ή τέσσερις βαθμούς αλκοόλης».

Αντίθετα, το κεφάλαιο «Απάτη μέσω τηλεφώνων» παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μετατοπίζει την αφήγηση από τη στέρηση ή την εχθρότητα σ’ έναν τομέα όπου εμφανίζεται θριαμβευτικά ο νέος εργασιακός κόσμος της χώρας. Πράγματι, στον πύργο της Κολωνίας (Μέντια Παρκ) τίποτα δεν βγάζει καπνούς, τίποτα δεν ντουμανιάζει, όπως στα εργοστάσια και τα ορυχεία - όλα λειτουργούν πίσω από το ατσάλι και το γυαλί. Τι ζητεί εκεί ο μαύρος μας; Να δει πώς λειτουργεί η Kallo, η εταιρεία διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων.

Στη Γερμανία υπάρχουν πάνω από 6.000 εταιρείες διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων, με περίπου 440.000 απασχολούμενους που κάθε χρόνο αυξάνονται κατά 40.000. Πρόκειται για τα ορυχεία της μοντέρνας εποχής, με εργάτες που παραμένουν αόρατοι. Τι κάνουν αυτοί οι εργάτες; Κατά κύριο λόγο απασχολούνται σε κλήσεις προς πελάτες για πώληση προϊόντων, άρα είναι μεσάζοντες των εμπορικών επιχειρήσεων ή, με άλλα λόγια, πωλητές των πάντων: τροφίμων, ασφαλιστικών συμβολαίων, ταξιδίων ή αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου. Το μυστικό τους, βέβαια, είναι ότι κατά κανόνα πωλούν υπερτιμημένα προϊόντα χαμηλής ποιότητας και συχνά άχρηστα. Καθημερινά οι εταιρείες τηλεφωνούν στους Γερμανούς αυθαιρέτω δικαιώματι (όπως και σε μας, άλλωστε). Καθημερινά γίνονται ένα εκατομμύριο κλήσεις με δική τους πρωτοβουλία και με παρενόχληση του πελάτη. Μέσα στο 2009 θα πρέπει να έγιναν 24 εκατομμύρια καθημερινών επαφών με πελάτες. Άρα, ποιος είναι αυτός που ενοχλεί; Ένα από τα προβλήματα αφορά, βέβαια, τον αριθμό του άγνωστου πελάτη - πόθεν τον αλίσκεται η εταιρεία; Φυσικά, από τους προμηθευτές διευθύνσεων που -στα όρια της νομιμότητας- προσφέρουν διευθύνσεις ταξινομημένες σύμφωνα με περιοχές, ενώ στο κόλπο είναι και οι τράπεζες που ταξινομούν τα στοιχεία των πελατών τους, ώστε ν’ αξιοποιούνται από τις εταιρείες τηλεφωνικών κλήσεων. Το γεγονός ότι τα στοιχεία των καταναλωτών (μαζί με τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς) πωλούνται στην αγορά διευθύνσεων έγινε για πρώτη φορά γνωστό το 2008. Τυχαία, μήπως, το εμπόριο δεδομένων θεωρείται επικερδέστερο από τις εμπορικές συναλλαγές;

Η επιδεξιότητα του πωλητή, βέβαια, ο τρόπος που μιλάει, ο τόνος της φωνής, η αντοχή στις αρνήσεις του πελάτη, η ικανότητα στην πώληση, αποτελούν μεγάλα ταλέντα που εκτιμώνται αυστηρώς και δεόντως από τους εργοδότες. Άνευ ταλέντου ο προσληφθείς αργά ή γρήγορα ακολουθεί την άγουσα προς απόλυση. Εφόσον ο πελάτης αποτελεί λεία διά πάσαν κατανάλωση, το μικρό δράμα της τηλεφωνικής συνάντησης θα πρέπει να είναι αριστουργηματικά σκηνοθετημένο, όπως στις χολιγουντιανές ταινίες: γρήγορο μοντάζ, καταιγισμός εικόνων, κυνηγητό και προφορική πίεση. Ο πελάτης πρέπει να καθοδηγείται. Στην πώληση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο το να εκμεταλλεύεται ο πωλητής τις συμβατικότητες και κυρίως τους κανόνες ευγενείας «που έχουν αφομοιωθεί από τη δυτική μας κοινωνία».

Ακάματος, ο Βάλραφ δεν αφήνει τίποτα ανεξέταστο: τα καφέ (Starbucks), τους σιδηροδρόμους, την πάσης φύσεως εργασιακή παρενόχληση, την καταδίωξη των επικριτών της ιδιωτικοποίησης, τη μέθοδο προσλήψεων και απολύσεων, τα δικαστήρια, τη διαχείριση εργατικού δυναμικού, την ψυχολογική τρομοκρατία, τις εταιρείες προσωρινής απασχόλησης, τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της κοινωνικής αποδόμησης - όλο τον άνωθεν ζόφο δηλαδή, που όχι μόνο διαγράφει τεχνηέντως τα δικαιώματα των εργαζομένων αλλά καλύπτει την αδικία με φανταχτερά επιχειρήματα. Ο πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Γερμανικής Βιομηχανίας δήλωνε ότι η εργασία δεν αποτελεί σταθερό μέγεθος, αλλά ζήτημα προσφοράς και ζήτησης. Όσο για τον αρχι-οικονομολόγο Νόρμπερτ Βάλτερ, προειδοποιούσε ότι «κάποιοι από ‘μας πρέπει να προετοιμαστούν για το μελλοντικό ενδεχόμενο να παίρνουν μισθό ο οποίος, στη Γερμανία, δεν θα επαρκεί για την επιβίωσή τους!».