Με τον Νίκο Πιλάβιο στην πλατεία Μαβίλη

Με τον Παραμυθά στην πλατεία Μαβίλη Facebook Twitter
«Η πρώτη ταινία που είδα και μ’ εντυπωσίασε ήταν ο Μαύρος Νάρκισσος του Μάικλ Πάουελ με την Ντέμπορα Κερ, μια ταινία του 1944». Φωτ..: Photoharrie/ LIFO
0


Ο «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ» ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ μέσα στη βροχή στην παγωμένη Αθήνα, φορώντας ένα μοντγκόμερι με μια τεράστια κουκούλα, σαν να θέλει να περάσει απαρατήρητος απ’ τους μαγικούς πύργους, τα ιπτάμενα σαλιγκάρια, τη μάγισσα Κλοκλό και τον αγαπημένο του μάγειρα, που όταν αυτός τού έλεγε «παραμυθά, παραμυθά, σου φτιάχνω τούρτες παγωτά με κρέμα, ζάχαρη, σφολιάτες», αυτός απαντούσε «θέλω και τηγανητές πατάτες», χτυπώντας στην καρδιά του συλλογικού γαστριμαργικού υποσυνείδητου κάθε παιδιού.

Ο Νίκος Πιλάβιος κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά απ’ το σιντριβάνι της πλατείας Μαβίλη. Πίσω του τα φώτα των αυτοκινήτων λιώνουν το αποψινό χιονόνερο, μια παρέα περιμένει ένα με ψητό απ’ όλα απ’ την καντίνα κι ένα υπόκωφο μπιτ ακούγεται απ’ το Μπρίκι. Μιλάει και σηκώνει τα χέρια του ψηλά και νομίζεις ότι θα πετάξει πάνω απ’ την πλατεία και θα κάνει τον γύρο του τετραγώνου για να χαζέψει από ψηλά τη θέα, φορώντας το μαγικό του γιλέκο που του δίνει υπερφυσικές δυνατότητες και τον κάνει να μοιάζει σαν τον Έλληνα σούπερμαν, μόνο που δεν κυνηγάει έναν κρυπτονίτη που λάμπει στο σκοτάδι αλλά αναζητάει το Γαλάζιο Βουνό.

«Κάποια στιγμή, επειδή είχα μαύρο μουστάκι, μου έλεγαν για πλάκα ότι μοιάζω με τον Κατσανέβα, ενώ μετά έμαθα ότι τον Κατσανέβα οι φίλοι του τον φώναζαν Παραμυθά».

Ο «Παραμυθάς» με τα πρωτόλεια σκίτσα και εφέ, με τη new age μουσική του Σπανουδάκη, τα λευκά μαλλιά και το λευκό μουστάκι, μεγάλωσε σχεδόν μιάμιση γενιά Ελλήνων τηλεθεατών που έχουν καταχωρίσει στα ράφια του σάουντρακ της ζωής τους την πράα φωνή του μαζί με τα κουδούνια απ’ το κοπάδι του βοσκού που έκλεινε το πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης τότε και τη φοβιστική μουσική των τίτλων του «Θησαυρού της Βαγίας» (επίσης του Σπανουδάκη).

«Φέτος κλεινω 60 χρόνια στο παιδικό θέατρο. Πρωτοβγήκα στη σκηνή τον Οκτώβριο του 1951, σε ηλικία 8 ετών, γιατί η οικογένειά μου είχε το θέατρο της Κυβέλης - η Κυβέλη ήταν η νονά μου. Έψαχναν ένα παιδάκι για έναν ρόλο στη Νεράιδα του χιονιού του Άντερσεν κι έτσι ξεκίνησα. Ήμασταν τότε πρωταγωνιστές εγώ και η Λήδα η Πρωτοψάλτη, ενώ, όταν αρρώσταινα, με αντικαθιστούσε η Κατερίνα Γώγου, γιατί έμοιαζε με αγοράκι. Μετά έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό και πέρασα, και όταν τελείωσα, πήγα και στο Royal Academy of Dramatic Arts στο Λονδίνο κι έκανα εκεί ένα τελευταίο course. Όταν επέστρεψα το 1966 ξεκίνησα στο θέατρο με την  Έλλη Λαμπέτη και την παράσταση Αγία Ιωάννα του Μπέρναρντ Σω, μετά έπαιξα με τον Κατράκη, τον Αλεξανδράκη, αλλά γρήγορα βαρέθηκα, τα παράτησα όλα και πήγα στον Χατζιδάκι που ήταν διευθυντής στα κρατικά ραδιόφωνα και του πρότεινα να κάνουμε μια παιδική εκπομπή. Έτσι γεννήθηκε η «Παιδική Ραδιοφωνική Βιβλιοθήκη» και από εκεί ξεκίνησαν όλα. Ο Παραμυθάς βγήκε στον αέρα τον Οκτώβριο του 1978».

Θα νόμιζε κανείς ότι ο Παραμυθάς δεν έχει βιογραφικό, ότι είναι ένα μύθευμα των παππούδων μας, μια μυθιστορηματική φιγούρα που μπορεί να μεγαλώνει και να μικραίνει κατά περίσταση και που προσγειώθηκε κάποτε στις ασπρόμαυρες (και για κάποιους πρώτες έγχρωμες) ογκώδεις τηλεοράσεις της εποχής, με τις λυχνίες και τα ξεχαρβαλωμένα κουμπιά που άλλαζαν τα κανάλια. Σαν να μην ήταν ο Νίκος Πιλάβιος ο Παραμυθάς. Κάτι που είναι εν μέρει σωστό, γιατί μια τεχνολογική συγκυρία της εποχής τον ανάγκασε να μεταμορφωθεί από Πιλάβιο σε Παραμυθά και για χρόνια να ζει διπλή ζωή.

«Εκείνη την εποχή, με τα πενιχρά μέσα που είχαμε δεν μπορούσαμε να κάνουμε και πολλά πράγματα στην τηλεόραση. Κάποιος, όμως, μας είπε ότι είχε δει πως υπάρχει ένα τρικ με το οποίο θα μπορούσα να περπατάω ανάμεσα από ζωγραφιές. Ήταν το λεγόμενο chroma key της εποχής, αυτό που αποκαλούμε σήμερα green box και σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι σ’ ένα στούντιο και να φαίνεται ότι κινείσαι σ’ ένα άλλο περιβάλλον. Έτσι υιοθετήσαμε την τεχνολογία, αλλά όταν κάναμε το πρώτο γύρισμα είχα μια τρύπα στα μαλλιά μου, μια στο μουστάκι και μια στα μάτια, γιατί το chroma key εξαφάνιζε οτιδήποτε μαύρο. Έτσι, αναγκάστηκα να φορέσω άσπρη περούκα, να βάψω το μουστάκι μαύρο και να βάλω γυαλιά».

Παρόλη τη μεγάλη επιτυχία της εκπομπής, λοιπόν, κανείς δεν θα αναγνώριζε τον Νίκο Πιλάβιο στον δρόμο, παρά μόνο αρκετά χρόνια μετά, όταν άρχισε να δίνει διαλέξεις και να παρουσιάζει τα βιβλία του σε σχολεία και τον αναγνωρίζουν οι γονείς που μεγάλωσαν με τις εκπομπές του. «Το πιο αστείο είναι ότι κάποια στιγμή, επειδή είχα μαύρο μουστάκι, μου έλεγαν για πλάκα ότι μοιάζω με τον Κατσανέβα, ενώ μετά έμαθα ότι τον Κατσανέβα οι φίλοι του τον φώναζαν Παραμυθά».

Ο Νίκος Πιλάβιος μεγάλωσε μέσα στα θέατρα και τους κινηματογράφους, στους δρόμους της παραμυθένιας -για τα σημερινά δεδομένα- Αθήνας, στην πλατεία Εξαρχείων («που τότε είχε στο κέντρο της πολλά δέντρα), στη Στουρνάρα («εγώ έτσι την έμαθα, δεν μπορώ να τη λέω “Στουρνάρη”») που «τότε ήταν μια μόνιμη λαϊκή αγορά και δεν περνούσαν αυτοκίνητα», έκανε τσουλήθρα στη μαρμαρένια σκάλα του Αρχαιολογικου Μουσείου («αν δεις, τώρα η σκάλα έχει λακκούβες απ’ τους χιλιάδες πωπούς παιδιών που πέρασαν από εκεί»). «Ο πατέρας μου, επειδή ήταν ταμίας στο θέατρο, όταν δούλευε με άφηνε στους κινηματογράφους για να περνάει η ώρα μου, στο Παλλάς, στο Μαξίμ και στους άλλους σινεμάδες που ήταν γύρω απ’ το σύνταγμα. Τότε μου άρεσε πολύ η Γκρέις Κέλι, ενώ η πρώτη ταινία που είδα και μ’ εντυπωσίασε ήταν ο Μαύρος Νάρκισσος του Μάικλ Πάουελ με την Ντέμπορα Κερ, μια ταινία του 1944. Επίσης, εκείνη την περίδο διάβαζα συνέχεια θέατρο, Σαίξπηρ και Τσέχωφ, τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφκσι, ενώ ο αγαπημένος μου παραμυθάς ήταν ο Άντερσεν, ο οποίος έχει μια μεταφυσική διάσταση στα παραμύθια του».

Το σιντριβάνι της Μαβίλη σταματάει για μερικά δευτερόλεπτα, μια σειρήνα ακούγεται στο βάθος, ο Παραμυθάς βάζει ξανά την κουκούλα του κι εξαφανίζεται στο σκοτάδι, περνώντας κάτω από ένα ψηλό δέντρο, όπου κουρνιάζει μια κουκουβάγια.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ένα βιβλίο

20 χρόνια LiFO / Από όσα βιβλία διάβασες τα τελευταία 20 χρόνια, αυτό ξεχωρίζεις

Τα τελευταία 20 χρόνια κυκλοφόρησαν πολλά καλά βιβλία και είναι αδύνατον να φτιαχτεί μια λίστα που να τα περιλαμβάνει όλα. Αντ' αυτού, ζητήσαμε από 20 ανθρώπους του βιβλίου να μας γράψουν για τους τίτλους που εκείνοι αγάπησαν μέσα σ' αυτή την περίοδο.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

Αναγνώσεις / Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

H σκηνοθέτιδα και δραματουργός διαβάζει μέρος από το κείμενο που προέκυψε κατά τη διάρκεια της εργασίας της πάνω στο στο μυθιστόρημα «Φράνκενσταϊν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας» της Μαίρη Σέλλεϋ.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Οι πολλές, ενδιαφέρουσες ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Βιβλίο / Οι πολλές ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Η «μυθιστορηματική αυτοβιογραφία» της Μάργκαρετ Άτγουντ «Πολλές ζωές σε μία» φέρνει στο φως άγνωστες λεπτομέρειες για τη συγγραφέα και αποκαλύπτει την ικανότητά της να μην ξεχνά όσα σφράγισαν την πορεία της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»

Βιβλίο / Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»

Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει Νίκo-Αλέξη Ασλάνογλου

Αναγνώσεις / Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει τις «Ωδές στον Πρίγκιπα» του Νίκoυ-Αλέξη Ασλάνογλου

Τα δεκάξι ποιήματα της συλλογής «Ωδές στον πρίγκιπα» γράφτηκαν από το καλοκαίρι του 1971 μέχρι το φθινόπωρο του 1975 στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης, θέρετρο λίγο έξω από την πόλη, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του ο ποιητής. Τυπώθηκαν έξι χρόνια μετά (εκδ. Ύψιλον, Νοέμβριος 1981).
Ο Γιάννης Αξιώτης έγραψε ένα τρυφερό βιβλίο για τα παιδικά μας τραύματα

Βιβλίο / Ο Γιάννης Αξιώτης έγραψε ένα τρυφερό βιβλίο για τα παιδικά μας τραύματα

Ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας μιλά στη LiFO για τον «Αρχαίο Αύγουστο», τη λογοτεχνία, τη γενιά του και την ανάγκη να βρίσκουμε, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες, λίγο χρόνο για να αγαπήσουμε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ