Καθαρός πια

Η χιτλερική καθαρότητα της πλατείας και η μικροσκοπική Κινέζα.
Aπό τον Τζάνγκο

«Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΖΑΝΓΚΟ. Το ‘κλεψα από έναν φλώρο, απ’ αυτούς τους εμβολιασμένους του σαλονιού, που δεν τους χαλάει να φοράνε το λουρί στον λαιμό σαν κόσμημα και να σέρνουν ξωπίσω τους τον ήχο μιας αλυσίδας. Το ’κλεψα γιατί ήταν δικό μου, απλώς αυτός ο μαλάκας δεν το ‘ξερε, ούτε κανένας άλλος μαλάκας το ‘ξερε και ήταν καιρός να το μάθουν. Γιατί εμένα μου λείπουν δυο δάχτυλα απ’ το μπροστινό αριστερό μου πόδι, κάτω απ’ το δικό μου κανελί τρίχωμα είναι σκαλισμένα εννιά χρόνια μάχες στον δρόμο σημάδι-σημάδι, εγώ λούφαζα τα χειμωνιάτικα βράδια έξω απ’ τις πόρτες των μπαρ για ν’ ακούω Τζάνγκο Ράινχαρτ.

 

Και μια ωραία πρωία, στην πλατεία, πέφτω πάνω στον φλούφλη που τον φώναζαν Τζάνγκο. Τρελάθηκα. Του ’ριξα κάνα δυο γρήγορες και τον ξαπόστειλα στα όρια της συγκοπής - αντίο Φίφη, του είπα. Και για δυο ώρες απαντούσα εγώ στο Τζάνγκο. Τέλος. Τώρα είναι ξημερώματα και κατεβαίνω τα σκαλιά της πλατείας Συντάγματος. Μια αχνή υποψία φωτός κάνει τα πάντα να μοιάζουν σχεδόν διάφανα. Αρρωστημένες γαλάζιες δέσμες στροβιλίζονται τριγύρω απ’ τους φάρους των περιπολικών, ήχος από ασπίδες, κράνη και την κλαγγή των απορριμματοφόρων, οσμή ξεθυμασμένων δακρυγόνων αναδύεται απ’ τα μάρμαρα - η Μυρωδιά Της Δημοκρατίας.

 

Καθαρό Σύνταγμα, λοιπόν. Καθαρή η πλατεία, με μια καθαρότητα χιτλερική, του Πάγκαλου, του Καμίνη και του Παπουτσή, που τη βρόμα την είδαν μόνο στην πλατεία – ούτε στα έργα τους ούτε στις μέρες τους. Κατεβαίνω σκαλιά κι ένας συρφετός από ΜΑΤ, ΟΠΚΕ, ασφαλίτες, δημοτόμπατσους και εισαγγελείς επελαύνει, υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί, λες και καθαρίζεις με την αγανάκτηση σαρώνοντας μερικές δεκάδες αντίσκηνα, λες και σταματιέται η φτώχια με τα κλομπ. Εμένα δεν με χαλάνε τα αντίσκηνα, είναι πιο οικολογικά απ’ τα malls και δεν είναι περισσότερο αυθαίρετα, και γουστάρω και Λαϊκή Συνέλευση όπου μερικές χιλιάδες τρελοί βγάζουν λογικές αποφάσεις, ακριβώς στον αντίποδα λίγων δεκάδων επιτήδειων βουλευτών που επιβάλλουν παρανοϊκά προγράμματα.

 

Κι ούτε με χαλάει ο κόσμος που ξεκαβάλησε (για λίγο;) απ’ τον καναπέ κι άρχισε (επιτέλους) να ρίχνει μούντζες αντί για ψήφους κι η πιτσιρικαρία που μέσω της οθόνης άφησε την οθόνη για να κατέβει για κόρτε και μπιρίτσα απ’ το περίπτερο. Η απάντηση ήταν ξύλο και σπίτια σας. Μερικοί ηρωικοί εναπομείναντες, στριμωγμένοι ανάμεσα στις κλούβες, φωνάζουν ακόμη. Σκυλιά φυλάτε τ’ αφεντικά σας. Αυτό με χαλάει λίγο - υπάρχουμε και αξιοπρεπείς σκύλοι, Αδέσποτοι. Προτιμώ το κλασικό, μπάτσοι - γουρούνια - δολοφόνοι, κι ας κάνουν μήνυση τα γουρούνια για συκοφαντική δυσφήμιση˙ δικό τους θέμα.

 

Τριποδίζω στην πλατεία. Ένας χοντρός ψηλός με κοτσίδα στέκεται παράμερα, η μπλούζα του τα ‘χει όλα: σημαία, Βυζάντιο, οι 300, ΟΥΚ, Μολών Λαβέ… Λέω να του κόψω μια δαγκωνιά - πεινάω και λίγο. Βρίζει τα ΜΑΤ που ατιμάζουν το εθνόσημο, λέει. Θα του την κόψω στα σίγουρα. Μια μικροσκοπική Κινεζούλα τον τραβά απ’ το χέρι -πού κρυβότανε, πίσω του;-, τον καλμάρει και απομακρύνονται χέρι-χέρι, μπερδεύοντας κι εμένα και τον Καρατζαφέρη.

 

Πλησιάζω το σιντριβάνι. Δεξιά του, πεσμένο στα μάρμαρα, ένα μισοφαγωμένο σουβλάκι - το τελευταίο; Ξέρω ότι δεν είναι φάντασμα, συνήθως βλέπω το φάντασμα του Μαραντόνα. Ένα λαχταριστό, πεταμένο σουβλάκι. Κομπλέ. Από απέναντι πλησιάζει κουνάμενη μια κακομαθημένη του είδους μου - έχει κλειδώσει στο σουβλάκι. Αγχώνομαι. Ε, όχι που θα μας τρώει και τ’ αποφάγια η ξεπεσμένη αριστοκρατία… Την κοιτάω καλύτερα - είναι κουτσή. Γρυλίζω χαιρέκακα. Θα φτάσω πρώτος».

 

Delicatessen

Αναζητώντας τα εξαφανισμένα σκουπίδια και μία faux τσάντα.
Aπό τη Φρίντα

«ΒΛΕΠΟΥΝ ΚΑΛΑ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΜΟΥ ή θόλωσαν απ’ την πολλή την πείνα; Ένα σουβλάκι δίπλα στο σιντριβάνι! Φανταστικά! Κι είχα σχεδόν απελπιστεί. Έλα, λίγο κουράγιο ακόμα. Δέκα βήματα μείνανε. Μου βγήκε το λάδι να σέρνω το ποδαράκι μου απ’ την αρχή της Ερμού μπας και βρω κανένα αποφάγι, αλλά πού... Φαίνεται ότι μαζί με τις σκηνές καθαρίσανε και τα σκουπίδια απ’ το Everest και τα MacDonald’s. Κι όλες οι καντίνες εξαφανίστηκαν με τη μία. Ερημιά από ανθρώπους κι από ψίχουλα. Παντού. Τι κρίμα...

 

Αυτές οι “αγανακτισμένες” μέρες και νύχτες είχαν αρχίσει να μου θυμίζουν τις παλιές, χρυσές εποχές. Τότε που η Ερμού ήταν γεμάτη κόσμο και την ανεβαίναμε μαζί με την κυρία μου όταν ήθελε να κλέψει ιδέες από βιτρίνες και να τις ξεπατικώσει στη δική μας μπουτίκ, στο Κολωνάκι. Αααχ! Ζωή και κόκαλο περνούσα τότε. Εγώ ήμουνα η μασκότ της μπουτίκ. Όλες οι πελάτισσες με λάτρευαν, όλο “Φρίντα μου” και “Φρίντα μου” κι όλο χάδια και φιλάκια. Ξαναείδα πολλές απ’ αυτές να κατεβαίνουν τώρα στην πλατεία. Παίζανε τις “αγανακτισμένες”, μπας και ψαρέψουν κανένα τεκνό, αλλά τελικά καταλήγανε να παζαρεύουν από τους μαύρους τσάντες faux. Όταν τις πλησίαζα κουνώντας την ουρά μου για να τους τριφτώ και να τους δείξω τη χαρά μου, εκείνες απομακρύνονταν με αηδία και κάνανε ότι δεν με ξέρουν.

 

Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι: όταν είσαι στα χάι σου σε γλείφουν κι όταν σου συμβεί η στραβή σε πετάνε στ’ αζήτητα. Ή στ’ αδέσποτα, το ίδιο είναι. Μωρέ, ας μην είχε πέσει πάνω στο πόδι μου όλο το ράφι με τα χριστουγεννιάτικα μοντέλα τον Δεκέμβριο του ’08 που μας κάνανε τη μπουτίκ λαμπόγυαλο, και θα σου ’λεγα εγώ... Στην τηλεόραση θα ’μουνα τώρα! Σ’ όλα τα διαφημιστικά για κυριλέ σκυλοτροφές εγώ θα πρωταγωνιστούσα! Με ψευδώνυμο φυσικά. Το μισώ αυτό το “Φρίντα”, είναι τρελά γκαντέμικο.

 

Καλέ! Μια Κινέζα πατάει το σουβλάκι μου! Αχ, Θεούλη μου, δεν θα τ’ αντέξω. Τι να κάνω; Λοιπόν: θα πάω ξαφνικά από πίσω της, θα τη δαγκώσω στο πόδι και θ’ αρπάξω το σουβλάκι στα γρήγορα. Φοβάμαι. Δεν έχω ξαναδαγκώσει ποτέ άνθρωπο, αλλά πεινάω τόσο πολύ... Γουργουρίζω ολόκληρη. Κι αν με πάρει χαμπάρι και με κλοτσήσει; Ξέρουν πολεμικές τέχνες αυτές οι κοντές. Αν αρχίσει να με κυνηγάει; Εγώ δεν μπορώ να τρέξω γρήγορα. Άσε που είχα δει σ’ ένα ντοκιμαντέρ ότι το κρέας σκύλου θεωρείται πολύ delicatessen στην Κίνα. Κι ύστερα σου λέει παγκοσμιοποίηση... Πώς να κάνει παγκοσμιοποίηση αυτή που μαζεύει τα κακάκια του σκύλου της ευλαβικά απ’ τον δρόμο μ’ αυτήν που τον σερβίρει ως κυρίως πιάτο σε εορταστικά δείπνα; Μόνο σ’ έναν παραμυθένιο κόσμο, όπου δεν υπάρχουν αδέσποτα, συμβαίνουν αυτά.

 

Θα κρυφτώ πίσω απ’ το σιντριβάνι. Από ’δω θα μπορώ να παρακολουθώ και την Κινέζα και το σουβλάκι μου. Θα χτυπήσω την κατάλληλη στιγμή. Ποιος είναι αυτός ο μαντράχαλος δίπλα της που την περνάει μισό άνθρωπο; Και τι μπλούζα είναι αυτή που φοράει; Δεν έχω ξαναδεί τόσο κιτς μαζεμένο σε τόσο λίγο ύφασμα. Έχει πάνω τυπωμένα την ελληνική σημαία, τη σημαία του Βυζαντίου, το σήμα απ’ τους τριακόσιους του Λεωνίδα και στην πλάτη έναν μαίανδρο! Φανατικός οπαδός του Καταφερτζέρη, βγάζει μάτι. Αλλά τι ζόρι τραβάει και φωνάζει έτσι στους μπάτσους; Τους βάζει χέρι επειδή διώξανε τον κόσμο απ’ την πλατεία. Τι άλλο θα μ’ αξιώσεις να δω σ’ αυτήν τη σουρεάλ ζωή, Θεούλη μου;

 

Κι η Κινέζα από δίπλα τον τραβολογάει και προσπαθεί να τον ηρεμήσει. “Οι περισσότεροι έφυγαν από μόνοι τους”, του λέει με μια εντελώς προσωπική προφορά. “Πήγαν στα greek islands”. Δηλαδή... για κάτσε... αυτοί οι δύο είναι ζευγάρι; Η Κινέζα τώρα τον αγκαλιάζει απ’ τη μέση και απομακρύνονται διασχίζοντας τη Φιλελλήνων χέρι-χέρι. Ναι. Αυτοί οι δύο είναι ζευγάρι. Επιτέλους! Το σουβλάκι μου είναι ελεύθερο κι εγώ πανέτοιμη να ορμήσω. Μήπως, τελικά, ζούμε σ’ έναν παραμυθένιο κόσμο; Μήπως είναι στο δικό μας χέρι; Αχ, θα βάλω τα κλάματα τώρα... “ Έι! Εσύ! Φέρε πίσω το σουβλάκι μου, αδέσποτε βρομιάρη!”».