Πολλοί λένε ότι κερδίζει επειδή φορά το ίδιο σκουφί ή το ίδιο εσώρουχο. Αυτοί που ξέρουν μιλάνε για έναν εργατικό και διορατικό άνθρωπο, που θα θυσίαζε τα πάντα, εκτός από τη φήμη της ομάδας που προπονεί. Οι 39 τίτλοι (και αν κερδίσει το Σάββατο 40) της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι μια απλή αλλά και σημαντική απόδειξη.

To Σάββατο, όπως και κάθε Σάββατο, υπάρχουν δεκάδες πράγματα να κάνεις στην Αθήνα. Αυτή την εβδομάδα, για έναν και μοναδικό λόγο όμως, η Αθήνα, όπως και όλες οι μεγάλες πόλεις του πλανήτη, θα έχει στραμμένο το βλέμμα της στο Λονδίνο και το Γουέμπλεϊ. Εκεί θα πραγματοποιηθεί ο φετινός τελικός του Champions League μεταξύ των δύο πιο πετυχημένων ομάδων που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια: της Μπαρτσελόνα και της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Κοιτώντας τις προσωπικότητες και των δύο ομάδων, βλέπεις πολλά ονόματα για να πιαστείς: Μέσι, Ρούνεϊ, Γκιγκς, Τσάβι, Ινιέστα, Φέρντιναντ. Μπορούν να γραφτούν χιλιάδες λέξεις για τους παραπάνω άσους, αλλά όσες κόλλες χαρτί και να γεμίσεις, δεν φτάνουν για να περιγράψουν τον θρύλο του προπονητή της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ σερ Αλεξάντερ Τσάπμαν Φέργκιουσον. Οι 47 τίτλοι που έχει κατακτήσει ως προπονητής φτάνουν και περισσεύουν, ώστε να βάλω μια τελεία εδώ.

Γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1941 στη Γλασκώβη. Η εργατική καταγωγή της οικογένειάς του είναι το στοιχείο που τον πείσμωσε πιο πολύ απ’ όλα. Η θητεία του πατέρα του στα ναυπηγεία και του ίδιου στο εργοστάσιο γραφομηχανών Ρέμινγκ έκαναν τους Φέργκιουσον να είναι, όπως λέει και το κλισέ, «σκληροί σαν το ατσάλι». Ο σερ Άλεξ, όταν τον ρωτούν ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας του, συνηθίζει ν’ απαντά: «το παγωμένο ατσάλι». Την ποδοσφαιρική του καριέρα την ξεκίνησε από την Queen’s Park στα 16 του χρόνια, ως επιθετικός. Αν και είχε καλή επαφή με τα δίχτυα, δεν θα μπορούσες να πεις ότι ήταν ο παίκτης που τραβούσε τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Έφτασε μέχρι τη Rangers και σε ηλικία 33 ετών άφησε τους αγωνιστικούς χώρους για ν’ ασχοληθεί με την προπονητική. Πρώτος του σταθμός ως πρώτου προπονητή ήταν η Saint Miren. Αμέσως την ανέβασε κατηγορία και το 1978 μετακόμισε στην Αμπερντίν, όπου δημιούργησε έναν μικρό σκωτσέζικο μύθο. Αποκορύφωμά του είναι η χρονιά 1982-1983, κατά την οποία κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Εκεί τον έμαθε για πρώτη φορά όλη η Ευρώπη και μπήκε και στο μάτι της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

6 Νοεμβρίου του 1986 πατά το πόδι του στο θρυλικό Old Trafford. Θα περάσουν λίγα χρόνια μέχρι το 1990, οπότε και θα κατακτήσει τον πρώτο του τίτλο: το περίφημο Κύπελλο Αγγλίας. Από τότε αρχίζει μια μπόρα διακρίσεων: 2 Champions League, ένα UEFA, 12 πρωταθλήματα και άλλα πολλά. Συνολικά 36 Κύπελλα έχουν σηκώσει τα χέρια του στον πάγκο της Μάντσεστερ. Δεν ήταν όλα ρόδινα, ούτε χωρίς συγκρούσεις. Το μεγάλο του ποδοσφαιρικό μυαλό, εκτός από τις τεχνικές και τα συστήματα, είχε μια μεγάλη αρχή: Μπορείς να ρισκάρεις τα πάντα, αλλά όχι την προσωπική σου φήμη και τη φήμη της ομάδας. Η Μάντσεστερ είναι πάνω απ’ όλα και, κυρίως, πάνω από τους stars της. Ο σερ Άλεξ είχε την ικανότητα να φτιάχνει «ονόματα» και στη συνέχεια είχε το θάρρος να τα θυσιάζει, αν και εφόσον αυτά δεν «βόλευαν» το αγωνιστικό του σύστημα, αν ήταν απείθαρχοι ή αν τα ταμεία της ομάδας χρειάζονταν ενίσχυση.

Από τον μεγάλο Ερίκ Καντονά στον Ρόι Κιν κι από τον Ντέιβιντ Μπέκαμ στον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον Γουέινι Ρούνεϊ, όλοι γνώρισαν από κοντά τι πάει να πει να βάζεις τη φήμη της ομάδας πάνω απ’ όλα. Είδαν έναν προπονητή που δεν υποκύπτει στα καπρίτσια τους και στις υπερβολικές οικονομικές ή αγωνιστικές απαιτήσεις τους. Όταν έχασε τον Μπέκαμ, βρήκε τον Ρονάλντο, κι όταν και ο τελευταίος μετακόμισε στη Μαδρίτη και τη Ρεάλ, βρήκε τον Ρούνεϊ και τον Νάνι. Και όταν πήγε να του φύγει και ο Ρούνεϊ, «στύλωσε τα πόδια του», τον «άδειαζε» επιδεικτικά στις συνεντεύξεις Τύπου και τον ανάγκασε να βάλει την ουρά στα σκέλια και να επιστρέψει σαν τον άσωτο υιό στην αγκαλιά του σερ. Οι φωνές, το πείσμα του, η διορατικότητα κι η εργασιομανία του δημιούργησαν έναν τεράστιο ποδοσφαιρικό μύθο, που απλά δεν υπέκυψε σε τίποτα που να πηγαίνει κόντρα στα δικά του πιστεύω. Και τα δικά του πιστεύω δεν διαφέρουν σε τίποτα απ’ αυτά της ομάδας του. Αν τολμήσει κανείς να ισχυριστεί το αντίθετο, καλό θα είναι να ψάξει λίγο τη ζωή του ή να ρίξει μια ματιά στο πλούσιο παλμαρέ του.