«Copi» δεν είναι παρά το υποκοριστικό του copo de nieve που στα ισπανικά σημαίνει «νιφάδα χιονιού». Το ψευδώνυμο που επέλεξε ο Ραούλ Νταμόντε Μποτάνα όταν ξεκινούσε το 1964 την καριέρα του ως bande dessinateur,  δηλαδή κομίστας για τα περιοδικά «Twenty» και «Bizarre», μια ασχολία του που αγαπούσε πολύ και είχε πρωτοξεκινήσει στα 16 του για τη σατιρική εφημερίδα «Tia Vicenta» στο Μοντεβίδεο. Γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1939 στο Μπουένος Άιρες. Οι πολιτικές δραστηριότητες του πατέρα του, διευθυντή εφημερίδας και ορκισμένου αντι-περονιστή, ταξίδεψαν την οικογένεια από την Ουρουγουάη και την Αϊτή μέχρι τη Νέα Υόρκη. Ο ίδιος ο Copi, αφού έκανε μια πρώτη απόπειρα να σκηνοθετήσει την πρώτη του παράσταση το 1962 στην Αργεντινή, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, σε ένα πιο πρόσφορο έδαφος, ώστε να κυνηγήσει το πάθος του για το θέατρο. Καθώς τα γαλλικά του πρόδιδαν μια ξενική προφορά, αποφάσισε να βιοποριστεί κάνοντας κόμικς. Έγινε γνωστός από την πρώτη σχεδόν στιγμή, όταν τον ανακάλυψε ο Σερζ Λαφορί της «Nouvel Observateur» και χάρη στην «Καθιστή Γυναίκα» που επινόησε, μια κυρία με μεγάλη μύτη και κατσαρά μαλλιά, ασάλευτη σαν μια άλλη Πυθία που μονολογούσε ή διαλογιζόταν με ένα πνεύμα. Παράλληλα, συνεργαζόταν και με τα περιοδικά «Hara-kiri» και «Charlie Hebdo», όπου οι ακραίες φιγούρες του με τον αιχμηρό και σουρεαλιστικό λόγο και την ανάλογη θεματολογία, αντίστοιχα του είδους του θεάτρου που μετά από λίγο καιρό παρουσίασε στο παριζιάνικο κοινό, τον έκανα εξαιρετικά δημοφιλή.

 
Με μια μνημειώδη ερμηνεία στις Δούλες του Ζαν Ζενέ εξελίσσεται κι ο ίδιος σε έναν άλλο Ζενέ, με έργα στα οποία κυριαρχούν ο θάνατος, η σχέση εξουσίας-εξουσιαζόμενου, που όμως συνεχώς ανατρέπεται, και ως εκ τούτου ο αλληλοσπαραγμός, ο εξευτελισμός, το παράλογο της ανθρώπινης συμπεριφοράς in extremis και η αστική υποκρισία. Οι χαρακτήρες του περιφέρονται προσποιούμενοι, σε μια κοινωνία εκλεπτυσμένη, με έναν κώδικα αριστοκρατικών τελετουργιών, όπου λέγονται τα πλέον αποτροπιαστικά, παραλυτικά και απρόσμενα πράγματα! Οι ανθρώπινες αυτές υπάρξεις, βγαλμένες από την κόλαση που ο Copi είτε αποκωδικοποίησε από τον μεγαλοαστικό του background είτε ανέσυρε από τις καταβυθίσεις του στην άγρια παρισινή νύχτα, αιωρούνται μεταξύ του θεάτρου του παραλόγου και της τραγωδίας. Aλλοπρόσαλλες κι απελπισμένες τραγικομωδίες, όπου το τρομακτικό μας αδιέξοδο απέναντι στο τέλος, η αγωνία του ίδιου ίσως να το ξορκίσει και η μοναξιά οδηγούν τους χαρακτήρες τους στα μεγαλύτερα εγκλήματα, άλλοτε στον οικείο τους μικρόκοσμο άλλοτε ως εξουσία απέναντι στις μάζες. Ο Copi, ενταγμένος στην ομάδα ομοφυλόφιλων συντακτών της «Nouvel Observateur» ως μέλος του Front homosexuel d' action revolutionnaire - Μέτωπο ομοφυλόφιλης επαναστατικής δράσης, αμφιταλαντεύοταν  μεταξύ της μαοϊστικής άκρας αριστεράς και των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων.

 

 

 

Είχε την τύχη τα θεατρικά του κείμενα να τα αναλάβει από την αρχή ο συμπατριώτης του και γνωστός θεατρικός σκηνοθέτης Χόρχε Λαβελλί. Με την πρώτη κιόλας παράσταση του Saint Genevieve dans sa baignoire (Η Αγία Γενεβιέβη στο λουτρό) το 1966 έκανε μεγάλη αίσθηση και τα χρόνια που ακολούθησαν η συγγραφική δραστηριότητα του Copi κάλυψε όλα τα είδη: νουβέλα, μυθιστόρημα, μονόπρακτο, δίπρακτο, μονόλογος. Ο ίδιος έπαιξε το ρόλο της τραβεστί στο L' homosexuel ou la difficulte de s' exprimer (Ο ομοφυλόφιλος ή η δυσκολία της έκφρασης), ενώ ως Loretta Strong έκανε τη γαλλική αβανγκάρντ να παραληρεί μαζί του. Στο έργο που αφιέρωσε στην Εύα Περόν και πρωτοανέβασε ο εραστής του Αλφρέντο Αρίας στο Theatre de l' Epee de Bois και λίο μετά στο Μπουένος Άιρες -όπου ο θίασος δέχτηκε τρομερούς τραμπουκισμούς και απειλές από τους περονιστές-, η Εβίτα απομυθοποιείται εντελώς. Μια γυναίκα εγκλωβισμένη στον μύθο που έχτισε η ίδια, απ' όπου προσπαθεί να ξεφύγει, σκηνοθετώντας τον θάνατό της και την απόδρασή της από την προεδρία και τη χώρα.

 

Ο Copi καταφέρνει, με τον παραμορφωτικό καθρέπτη που βάζει μπροστά στην κοινωνία των ανθρώπων, να καταγράφει τις πλέον ακραίες εκφάνσεις τους και δραματοποιώντας τες να πετυχαίνει ένα είδος θεάτρου που παραπέμπει στη μεγάλη παράδοση του σουρεαλισμού και του παραλόγου. Η ευφάνταστη πορεία του συνεχίστηκε καθόλη τη δεκαετία του '70 με έργα όπως Les escaliers du Sacre-Coeur (Τα σκαλιά της Σακρ Κερ), La tour de la defence, Cachafaz, L'ombre de Venceslao. Με το La nuit de madame Lucienne (Η νύχτα της κυρίας Λουσιέν) το1985, σε σκηνοθεσία του Λαβελλί και με πρωταγωνίστρια τη σημαντική Γαλλίδα ηθοποιό Μαρία Καζαρές, έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ της Αβινιόν, ενώ με το Une visite inopportune (Μια ανώφελη επίσκεψη) προανήγγειλε τον επικείμενο θάνατό του από AIDS. Το έργο λαμβάνει χώρα σε ένα νοσοκομείο, όπου ακριβώς ένας διάσημος ηθοποιός πεθαίνει από AIDS και δίνει την τελευταία του παράσταση μπροστά σε μια νοσοκόμα, έναν δημοσιογράφο, μια υψίφωνο, έναν σεξομανή γιατρό και έναν φίλο του.

 

Ο Copi πέθανε στις 14 Δεκεμβρίου του 1987 και το τελευταίο αυτό έργο, σε σκηνοθεσία Λουκάς Εμπλέμπ, ανέβηκε στηΝ Comedie Francaise το 2001. Πέντε χρόνια μετά, η Αβινιόν τού οργάνωσε αφιέρωμα με το ανέβασμα πέντε έργων του.

 

Στην Ελλάδα είναι γνωστός κυρίως ως κομίστας, χάρη στα περιοδικά «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε», αλλά ελάχιστα ως θεατρικός συγγραφέας. Δραματοποιημένα του κόμικς πρωτοπαίχτηκαν στον Τεχνοχώρο του Γιάννη Κακλέα και από την ομάδα του Θέαμα, αργότερα ανέβηκε η Ανώφελη Επίσκεψη από το Στούντιο Παράθλαση της Θεσσαλονίκης, το Tour de la defence έγινε γνωστό ως Σκρατς στο Αποθήκη και Το Ψυγείο το 2007 στο Πορεία από την ομάδα «Ακροβάτες του ονείρου». Τώρα, χάρη στον φιλόλογο-κριτικό θεάτρου Νεκτάριο-Γεώργιο Κωνσταντινίδη και τις μεταφράσεις του, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άπαρσις ο Α' Τόμος με τα θεατρικά του έργα Εύα Περόν, Η Πυραμίδα, Οι Τέσσερις Δίδυμες και τον μονόλoγο Λορέττα Στρονγκ, με εκτενείς αναλύσεις της συγγραφέως Μαρίας Κυριάκη. Συγχρόνως, κυκλοφορεί από τη γνωστή σειρά της Δωδώνης «Παγκόσμιο Θέατρο» το επίσης πολύ επιτυχημένο του Η νύχτα της κυρίας Λουσιέν, πάλι από τους ίδιους συντελεστές.

#imgh#