Πέμπτη απόγευμα, σε πεζόδρομο στο Κολωνάκι

Παρατηρώ τους φίλους μου που κάθονται γύρω από το τραπέζι - έχουμε συνδεθεί όλοι με wifi και κοιτάμε το Facebook. Στέλνουμε μηνύματα ο ένας στον άλλον, ενώ καθόμαστε δίπλα δίπλα. Νομίζω ότι πάσχουμε από παντελή αδυναμία συγκέντρωσης σε ένα πράγμα ή σε έναν άνθρωπο - πάντα υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω. Μας κοιτάω -πέντε ηλίθιοι πάνω από τα κινητά τους- και μετά κοιτάω τον κόσμο γύρω μου. «Ώρες, ώρες νομίζω ότι έχουμε όλοι μας ΑDHD.» «Τι είναι αυτό;». «Αttention Ηyperactivity Deficit Disorder - στα ελληνικά έχει τον χαριτωμένο τίτλο: Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας». Η γενιά του ADHD δεν παράγει τίποτα καινούργιο - μόνο αποδομούμε και κανιβαλίζουμε τα ήδη υπάρχοντα: από τις ταινίες των '80s, ένα άρθρο στο «Wired» μέχρι τον τελευταίο κατάλογο της American Apparel, όλα γίνονται ένας χαρούμενος πολτός από μπούρδες που αναπαράγουμε ξανά και ξανά σαν αυτιστικοί με τεξτ και στάτους στο Facebook. «Λες βλακείες. Σημάδι της εποχής είναι η συνεχής πληροφορία. Ποια θα 'ναι η επόμενη ατάκα σου; Τι καλά που ήταν κάποτε με τον τηλέγραφο και τα γαϊδούρια;», μου λέει η Μ., ενώ κοιτάει το newsfeed στο Facebook. «Μα το θέμα δεν είναι το μέσο, το θέμα είναι ότι δεν παράγουμε απολύτως τίποτα ουσιαστικό». Σκέφτομαι ότι προχτές έβρισα τον Ν. όταν μου είπε ότι δεν μπορούμε να διαβάσουμε ένα άρθρο πάνω από 500 λέξεις και στραβοκοιτάμε όποιον έχει τηλέφωνο μπακατέλα ή φοράει τα λάθος παπούτσια. Θυμάμαι τον αγαπημένο μου διάλογο από τους «Simpsons».

Μπαρτ: Tίποτα απ' ό,τι πεις δεν μπορεί να μας ταράξει. Είμαστε η γενιά του ΜΤV.

Λίσα: Δεν νιώθουμε ούτε χαρά, ούτε λύπη.

Χόμερ: Αλήθεια; Και πώς είναι αυτό;

Λίσα: (κατεβάζει τους ώμους της με αδιαφορία ) Ε, μωρέ...

Πλατεία Κοτζιά

Η πλατεία Κοτζιά είναι ίσως από τις πιο υποτιμημένες πλατείες του κέντρου. Το πρωί είναι αδύνατον να σταθείς - δεν εχει ίσκιο πουθενά: ανάβουν οι πλάκες από τη ζέστη, ενώ εκατοντάδες μαυριδερά περιστέρια κάθονται ακίνητα πάνω στο σιντριβάνι κι επιβλέπουν το άγαλμα του Θησέα σαν ζαρωμένες θείτσες. Απόψε νομίζω ότι είναι η πρώτη πραγματικά ζεστή νύχτα στην Αθήνα - το τσιμέντο πάνω από το υπόγειο πάρκινγκ βγάζει καπνούς. Στο βάθος ένας τουρίστας έχει βγάλει τη μπλούζα του και αυτομαστιγώνεται καθιστός πάνω από τα αρχαία για να δροσιστεί. Κοιτάμε δεξιά και αριστερά και λέμε βλακείες όταν βλέπουμε την πρώτη κατσαρίδα. Και μετά τη δεύτερη, την τρίτη και την τέταρτη. Με κατακλύζει αηδία - η μία είναι τόσο μεγάλη που θα μπορούσε να παίξει βιολί με τις κεραίες της.

Υστερόγραφο: Το μυστήριο της οδού Σταδίου

Στο πεζοδρόμιο μπροστά από το παλιό βιβλιοπωλείο του Κάουφμαν κοιτάω ένα παρατημένο χαρτόκουτο. Πάνω είναι ακουμπισμένα δυο πακέτα χαρτομάντιλα, μερικά ψιλά και ένα μικρό χάρτινο πλακάτ: «Είμαι άστεγος ζητό μια μικρή βοίθια. Χριάζομε αντιβιοτικα. Θεός μαζί σας. Λουκας.» Κοιτάω δεξιά κι αριστερά - τη στοά της Κοραή, τους περαστικούς και το φανάρι. Ο Λουκάς είναι άφαντος. Αναρωτιέμαι αν τα παράτησε κι έφυγε, ή αν σκοπεύει να επιστρέψει και μέχρι τότε το σύστημα λειτουργεί με σελφ σέρβις.