Κάθε φορά που εκτυλίσσεται άλλο ένα εκρηκτικό και βίαιο επεισόδιο του «παλαιστινιακού» ζητήματος, όλο και κάποιοι θα βρεθούν να μνημονεύσουν τον Πρίμο Λέβι, τον Ιταλοεβραίο χημικό και συγγραφέα που κατάφερε να επιζήσει στην κόλαση του Άουσβιτς για να γράψει όχι μόνο την πιο νηφάλια μετριοπαθή και καθαρή καταγραφή όσων έζησε εκεί αλλά και ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του περασμένου αιώνα: το If this is a man («Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»). «Ο καθένας είναι ο Εβραίος κάποιου άλλου και σήμερα οι Παλαιστίνιοι είναι οι Εβραίοι του Ισραήλ» είχε γράψει το 1982 -πέντε χρόνια πριν τον τραγικό θάνατό του- ο Λέβι, ο οποίος θεωρούσε μέχρι το τέλος ότι η τερατώδης και ολοκληρωτικά απάνθρωπη εμπειρία του Ολοκαυτώματος σε καμιά περίπτωση δεν θα έπρεπε να αποτελέσει ποτέ κανενός είδους άλλοθι για οποιαδήποτε επιθετικότητα εκ μέρους των Εβραίων. Ο χρόνος που πέρασε στο στρατόπεδο θανάτου υπήρξε γι' αυτόν, όπως είχε πει κάποτε, η προσωπική του περιπέτεια, ο χρόνος του σε Technicolor, το Πανεπιστήμιό του. Το βιβλίο του Λέβι δεν είναι απλά το χρονικό μιας ασύλληπτα απάνθρωπης ιεροτελεστίας αλλά και η πιο καλογραμμένη διατριβή για την επιμονή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας - αυτής της τόσο πολύ ταλαιπωρημένης και παρεξηγημένης έννοιας.

«Δυστυχώς δεν είμαι γκουρού. Πολύ ευχαρίστως θα γινόμουν, αλλά μου λείπει αυτή η ουσιαστική σιγουριά (sicurezza), αυτή η αυτοπεποίθηση που απαιτεί ο ρόλος» τόνιζε πάντα στις συνεντεύξεις του, θέλοντας να αφοπλίσει προληπτικά όσους αναζητούσαν στο πρόσωπό του «φωτισμένους μάρτυρες». Ο Λέβι προτιμούσε να θέτει αμφιβολίες και ερωτηματικά: πώς μπορεί ένας άνθρωπος να χτυπά έναν άλλο χωρίς οργή; Αυτό είναι μια από τις πρώτες απορίες που του γεννά η ψυχρή, βίαιη αλλά μεθοδική, ρομποτική σχεδόν συμπεριφορά των Ναζί προς τους κρατούμενους, οι οποίοι θεωρούνται με την είσοδό τους στο Άουσβιτς αυτομάτως τελειωμένοι ως ανθρώπινες οντότητες... «Αυτή είναι η κόλαση. Σήμερα, στην εποχή μας, έτσι πρέπει να είναι η κόλαση. Ένα τεράστιο, άδειο δωμάτιο: είμαστε κουρασμένοι, όρθιοι αναγκαστικά, με μια βρύση που στάζει, ενώ εμείς δεν μπορούμε να πιούμε νερό, και περιμένουμε κάτι που σίγουρα θα είναι τρομακτικό, και τίποτα δεν συμβαίνει, τίποτα συνεχίζει να μη συμβαίνει. Τι μπορεί να σκεφτεί κάποιος; Δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα, είναι σαν να είσαι ήδη νεκρός. Ο χρόνος περνάει σταγόνα με τη σταγόνα.

... Γύρω μας, όλα είναι εχθρικά. Πάνω μας, τα δυσοίωνα σύννεφα κυνηγάνε το ένα το άλλο για να μας χωρίσουν από τον ήλιο. Απ' όλες τις πλευρές η εξαθλίωση του καταπιεστικού ατσαλιού μας κυκλώνει. Δεν έχουμε δει ακόμα τα όριά του, αλλά νιώθουμε τριγύρω μας την κακόβουλη παρουσία του αγκαθωτού συρματοπλέγματος που μας ξεχωρίζει από τον κόσμο. Και στο ικρίωμα, στα τρένα που έρχονται, στους δρόμους, στα γραφεία, άνθρωποι και πιο πολλοί άνθρωποι, δούλοι και αφέντες, οι αφέντες δούλοι και οι ίδιοι. Ο φόβος είναι το κίνητρο των πρώτων, το μίσος των δεύτερων, όλες οι άλλες δυνάμεις σιωπούν. Όλοι είναι εχθροί ή ανταγωνιστές.

... Αν ήμαστε λογικοί, θα είχαμε υποκύψει στις ενδείξεις που ολοφάνερα μαρτυρούν ότι η μοίρα μας είναι πέρα από τη γνώση, ότι κάθε εικασία είναι αυθαίρετη και χωρίς κανένα θεμέλιο. Αλλά οι άνθρωποι σπανίως είναι λογικοί όταν διακυβεύεται η μοίρα τους. Σε κάθε περίπτωση προτιμούν τις ακραίες θέσεις. Ανάλογα με το χαρακτήρα μας, κάποιοι από μας είναι αυτομάτως πεπεισμένοι ότι όλα έχουν χαθεί, ότι κανείς δεν μπορεί να ζήσει εδώ, ότι το τέλος είναι βέβαιο και είναι κοντά. Άλλοι έχουν πειστεί ότι όσο σκληρή κι αν είναι η τωρινή ζωή, η σωτηρία είναι πιθανή και όχι μακριά, και αν έχουμε πίστη και δύναμη, θα ξαναδούμε σύντομα τα σπίτια και τους αγαπημένους μας. Οι δύο αυτές τάξεις όμως, των πεσιμιστών και των αισιόδοξων, δεν είναι ξεκάθαρα καθορισμένες, όχι επειδή υπάρχουν πολλοί αγνωστικιστές, αλλά επειδή η πλειοψηφία, χωρίς μνήμη και συνοχή, βολοδέρνει ανάμεσα στα δύο άκρα, ανάλογα με τη στιγμή και τη διάθεση του ατόμου που τυχαίνει να συναντούν εκείνη τη στιγμή...».

Ο διάσημος (Εβραίος) Αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ Ροθ θαύμαζε ιδιαιτέρως τον Λέβι και πίστευε ότι ήταν μια λαμπερή προσωπικότητα, ένας άνθρωπος βαθιά εξοικειωμένος με τους μηχανισμούς τόσο των πλέον αξιαγάπητων ανθρώπινων χαρακτηριστικών όσο και των πιο κατακριτέων, «ο πιο διακριτικά ισχυρός γητευτής που έχω γνωρίσει ποτέ», όπως είχε πει χαρακτηριστικά. Παρ' όλα αυτά, ο Λέβι επέλεξε να δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του (αυτή τουλάχιστον υπήρξε η επίσημη εκδοχή τόσο της αστυνομίας όσο και των βιογράφων του), βουτώντας στο κενό από το παράθυρο του σπιτιού του, του ίδιου σπιτιού στο οποίο είχε γεννηθεί πριν 67 χρόνια.

Κάποιοι είχαν πει τότε ότι δεν κατάφερε να γλιτώσει τελικά από τα φαντάσματα του Άουσβιτς. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά. Ίσως είχε να κάνει μ' αυτό που είχε γράψει ο Ροθ σ' ένα κείμενό του: «Τα γηρατειά δεν είναι μάχη, είναι μακελειό»...