Οι Ρεπουμπλικανοί πόνταραν υπερβολικά στα αρχικά «λάθη» του αντιπάλου τους: λήψη εντυπωσιακών οικονομικών μέτρων για τις κατώτερες τάξεις, προβιβασμό νέων προσώπων για τις νευραλγικές θέσεις, θεαματικές αποφάσεις για τα ανοιχτά «πολεμικά» μέτωπα στο εξωτερικό. Οι ρεαλιστές αντίθετα γνώριζαν ότι, αν το χρώμα του (μόλις 46χρονου) Προέδρου μέτρησε πολύ κατά την προεκλογική εκστρατεία, θα άρχιζε να λευκαίνει ήδη από την επόμενη μέρα. Και έτσι έγινε. Ο Μπαράκ απέφυγε σοφά τη γροθιά στο μαχαίρι. Αντί να ψάξει για εχθρούς, προτίμησε να τείνει φιλική χείρα προς τους αντιπάλους του. Η αμερικανική πολιτική παράδοση άλλωστε, με μπούσουλα τον πραγματισμό, συχνά επέδειξε παρόμοιους ελιγμούς.

Πιθανώς από το φόβο των υπερβολικών ευθυνών, αποφάσισε να στραφεί προς το «κέντρο», επιδιώκοντας μια πανεθνική συναίνεση· ο σχηματισμός κυβέρνησης οιονεί «δικομματικής» ηχεί σαν σόφισμα και συνάμα σαν ευφυής πολιτική κίνηση. Δεν επιδιώκει να ευτελίσει τη ρεπουμπλικανική γραμμή, την αποκηρύσσει βέβαια, αλλά τιμώντας τα άξια πρόσωπα που την απάρτιζαν. Από την άλλη μεριά, απογοητεύοντας -όπως αναμενόταν- την αριστερά πτέρυγα των Δημοκρατικών, έχει το ατράνταχτο άλλοθι της εθνικής κρίσης. Πρώτα η Αμερική, μετά τα κόμματα. Η κίνησή του, που θυμίζει επιτροπή σωτηρίας, μάλλον έγινε δεχτή με ανακούφιση, καθότι η ανάταξη δεν βαρύνει μόνο τους δικούς του ώμους αλλά και πολλές από τις προσωπικότητες που υποστήριξαν την κυβέρνηση Μπους.

Σε παρόμοιες περιπτώσεις, το πρώτο που θα πρέπει να ξεχαστεί είναι οι προεκλογικές επαγγελίες, οι ρητορικές επιθέσεις, η επίδειξη αδιαλλαξίας και άλλα τερπνά στρατηγήματα. Οι γενναιόδωροι συμβιβασμοί και η επίδειξη πνεύματος καλής θελήσεως αφορούσαν πριν απ’ όλα την εσωκομματική του αντίπαλο. Τι έλεγε ο Μπαράκ για την (61χρονη) Χίλαρι Κλίντον; Την έψεγε για «εσφαλμένη εκτίμηση» σχετικά με το Ιράκ και τη γελοιογραφούσε με το επιχείρημα ότι «δεν αρκεί να πίνει τσάι με τους πρέσβεις» για να διαγνώσει τη στρατηγική τους. Τώρα όμως τα καρφιά ξεκαρφώθηκαν. Όχι μόνο της αναγνωρίζει «υψηλή νοημοσύνη» αλλά της ανέθεσε και το μέγα έργο: να αποκαταστήσει την παγκόσμια εικόνα της Αμερικής. Η Χίλαρι είναι βέβαια μπαλαντέρ, αλλά σέρνει πίσω της πολλές υποψίες. Επικρατεί η άποψη ότι το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας δεν επιτρέπει στον Πρόεδρο να ασχοληθεί με τη διπλωματία (έτσι, «παρέδωσε τον κόσμο στην οικογένεια Κλίντον…»). Ωστόσο, εξίσου ισχυρή είναι και η εκτίμηση ότι ο Ομπάμα θέλει να «ελέγχει» την πιθανή αντίπαλό του στις εκλογές του 2012. Η ίδια φέρεται να διαβεβαιώνει τον Πρόεδρο ότι δεν έχει πρόθεση να ασκήσει «δική της εξωτερική πολιτική» - όσον αφορά δε τη χώρα μας, η υποστήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η θέση της για την επανένωση της Κύπρου και για τα Σκόπια είναι μάλλον περσινά ξινά σταφύλια.

Μαεστρική κίνηση -από ‘κείνες που κλείνουν περισσότερα στόματα απ’ όσα ανοίγουν- ήταν βέβαια η ανάθεση του υπουργείου Άμυνας στον Ρόμπερτ Γκέιτς, πρώην διευθυντή της CΙΑ, ανθρώπου που ασπάστηκε τη σχολή Μπους (πατρός). Ακολουθεί τη «σοφτ πάουερ», υπογράφει τις συλλυπητήριες επιστολές προς τους γονείς των στρατιωτών που σκοτώνονται στο Ιράκ, είναι κρεμλινολόγος και δηλώνει: «Υπηρετώ τη CΙΑ εδώ και 42 χρόνια. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο περίπλοκος και επικίνδυνος από ποτέ». Υποστηρίζει έναν πιθανό διακανονισμό με το Ιράν που «θα σέβεται την εθνική περηφάνεια του», αλλά διστάζει να συναντηθεί με τον Αχμαντινεζάντ. Ο διορισμός του είναι διπλωματική θωπεία προς τους αντιπάλους του (και πιθανώς υπενθύμιση του «ο τρώσας και ιάσεται»). Αποστολή του; Να τελειώσει τον πόλεμο του Ιράκ «με υπεύθυνο τρόπο».

Κοινής αποδοχής θεωρείται ο Τζέιμς Τζόουνς που ανέλαβε το αξίωμα του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου, έχοντας θητεύσει ως ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του ΝΑΤΟ. Γαλλόφωνος, γνώστης της Ευρώπης, ενήμερος για όλα τα ζητήματα της χώρας μας, είναι παλαίμαχος στρατηγός του Βιετνάμ και χαίρει άκρας εκτιμήσεως και στις δύο πολιτικές παρατάξεις. Οι απόρρητες θέσεις του για το ισραηλινο-παλαιστινιακό πρόβλημα επικρίθηκαν από το Τελ-Αβίβ.

Ο Λάρι Σάμερς και ο Πολ Βόλκερ -ισχυρά πρόσωπα κοινής αποδοχής- ανέλαβαν τις θέσεις του διευθυντή Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου ο πρώτος και του προέδρου Επιτροπής Οικονομικής Ανόρθωσης ο δεύτερος. Ο Λάρι επέτυχε «πλεονασματικό προϋπολογισμό» κατά τη δεκαετία του ‘90 και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση επειδή υποστήριξε ότι «οι άνδρες υπερτερούν στα μαθηματικά», προκαλώντας τις γυναικείες οργανώσεις. Όσο για τον Πολ, είναι 81 ετών, παρακαλώ (!), με θητεία στις κυβερνήσεις Κάρτερ και Ρέιγκαν - θεωρείται κάτι σαν Γαμαλιήλ των χρηματαγορών.

Το στυλ της Αμερικανικής πολιτικής, που θέτει σε πρώτη γραμμή την ηγεμονία του κόσμου -κι ας λένε ότι μέχρι το ’25 θα είναι περιφερειακή δύναμη- εντυπωσιάζει και με την παιδική άνεση των προσώπων της. «Μερικές φορές ξυπνάω το πρωί και μισώ τον εαυτό μου» ομολογεί ο Ραμ Εμάνιουλ, η σύμβουλος του Προέδρου Βάλερι Τζάρετ χαρακτηρίζεται «μισό μυαλό» του προέδρου και ομολογεί αφελώς: «δεν έχω δική μου ατζέντα»! Όσο για τους Ευρωπαίους, που χαιρέτησαν με ενθουσιασμό την εκλογή του Μπαράκ, προφανώς ανέμεναν διαφορετικά πράγματα για το Αφγανιστάν. Η απογοήτευσή τους, καταπώς φαίνεται, θα έχει μεγάλο μέλλον.