Ξύπνησε Σάββατο πρωί με την ανάσα του να μυρίζει τζατζίκι ο γίγας της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα μόλις ξεκινούσε στο καταπράσινο προάστιο της Ραφήνας. Η πάντα προκομμένη νηπιαγωγός-νευροχειρουργός είχε ήδη στρώσει το τραπέζι. Μπισκότα με γέμιση φράουλα, φέτες τοστ αλειμμένες με βαρελίσια φέτα από το Διδυμότειχο, πατατάκια με κέτσαπ, κατσικίσιο γάλα από την κατσίκα μιας δεξιάς γριάς γειτόνισσας (που βόσκει στα γιούκα - όχι η γριά, η κατσίκα), η χθεσινή πίτσα-γίγας, φραπές μέτριος με γάλα -από την κατσίκα της δεξιάς γριάς γειτόνισσας- σε κανάτα. Τα δίδυμα τσίριζαν από την οικογενειακή πλήξη. Μια ακόμα κουραστική εβδομάδα στο πηδάλιο της ισχυρής χώρας έφτανε στο τέλος της. Χάιδεψε στοργικά τα αφηνιασμένα δίδυμα, φίλησε τρυφερά τη σεμνή νηπιαγωγό-νευροχειρουργό, ατένισε στοχαστικά το τραπέζι με τα πρωινά καλούδια και με βαριά βήματα πήγε τουαλέτα (χωρίς πρώτα να φάει τίποτε, κάτι που όλοι, συμπεριλαμβανομένης της Φιλιππινέζας, παρατήρησαν με έκπληξη). Και εκεί, την ώρα ακριβώς που κατουρούσε (τα μισά έπεφταν έξω), ο γίγας της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας πήρε τη μεγάλη απόφαση. Ο κιλκισιανός υπουργός απασχόλησης, ο ισχυρός βορειολλαδίτης άνδρας που τον ακολουθούν μονίμως κάτι περίεργες συμπτώσεις, έπρεπε 1) για το καλό της χώρας, 2) για να μην ανακοπεί το momentum των μεταρρυθμίσεων και 3) για να μην εμποδισθεί η επανίδρυση του κράτους, έπρεπε λοιπόν για όλα αυτά και άλλα πολλά (είναι και πανάσχημος) να αποπεμφθεί. Χωρίς να πλύνει τα χέρια του έτρεξε όλο χαρά να πάρει στο τηλέφωνο τον άνδρα της Μάρας Ζαχαρέα. Η στιγμή ήταν τόσο συγκινητική που ακόμα και τα δίδυμα σταμάτησαν να τσιρίζουν - προσωρινά.