Κάθε συναυλία του Nick Cave -επίσημου ροκ πρόξενου άνευ χαρτοφυλακίου- είναι κι ένα event, αφού η μουσική του ενώνει κοινό ευρέως φάσματος (η πιο κοντινή άλλη περίπτωση είναι ίσως αυτή των Massive Attack): τους κουλτουριάρηδες, τους νταλκαριάδηδες και τους σκοταδόψυχους, αλλά και διάφορες άλλες κατηγορίες ενδιάμεσα. Η πρώτη του φορά ήταν πριν ένα τέταρτο του αιώνα με τους Birthday Party ως post punk Αρτώ, και τότε είχα όλη την καλή διάθεση να ξεπαρθενιαστώ συναυλιακά, αλλά δεν ήταν γραφτό (συνέβη ένα χρόνο περίπου μετά, στα 13 μου, με τους Bauhaus). Από τότε όμως και μετά -το πότε και το πού κάθε φορά είναι κάπως θολά- έχω πάει σχεδόν σε όλες τις εμφανίσεις του τσαλακωμένου νουάρ σόουμαν (αλλά όχι σαμάνου) με τους Bad Seeds. Έχει σπείρει πολλούς αστικούς μύθους η παρουσία του στη χώρα (ειδικά τα παλιά, άγρια χρόνια) και σχεδόν όλοι έχουν μία και μία ιστορία να αφηγηθούν - τα κορίτσια για τον «Νικ», τα αγόρια για τον «Αρχηγό». Έπεφτε τότε πολύ κυνηγητό (stalking κανονικό) σε ταβέρνες, καφενεία και καταγώγια... Μια φορά, θυμάμαι, τον είχαμε πετύχει με τη φίλη μου τότε κι αυτός της ζήτησε να ανταλλάξουν (μαύρα) σακάκια. Αυτή αρνήθηκε κι εγώ είχα πάθει σοκ: «Πώς μπόρεσες να αρνηθείς στον ηγέτη;» τη ρώτησα έξαλλος μετά. «Το δικό του ήταν της πλάκας, το δικό μου το είχε πάρει ο πατέρας μου από Saville Row». Τέλος πάντων, η ουσία είναι ότι ο Cave (πρώην πρεζάκι, νυν μποέμ τζέντλεμαν) μας έδειξε ότι αν φοράς από μικρός κουστούμια είναι σαν να μη γερνάς ποτέ.

Μερικά χρόνια μετά, στο φεστιβάλ του Reading του '92, οι Bad Seeds θα έπαιζαν μετά τους Mudhoney (και πριν τους Nirvana), το σετ των οποίων είχε εξελιχθεί, λόγω βροχής και ονόματος του γκρουπ, σε καταιγισμό λασπομαχίας, αναγκάζοντας τον «κομπέρ» του φεστιβάλ, τον μακαρίτη τον John Peel, να πάρει το μικρόφωνο και να προειδοποιήσει το κοινό ότι ο Nick Cave δεν θα έδειχνε τόση ανοχή σε τέτοιο χαβαλέ. Όλοι υπάκουσαν. Μια άλλη φορά, πολύ αργότερα, είχα παίξει, ως παραγωγός του αείμνηστου Ρόδον FM, τη διασκευή του -ντουέτο με την Anita Lane- στο «Je t' aime moi non plus» του Gainsbourg κι ο Θανάσης ο ηχολήπτης τα είχε πάρει: «Καλά δεν ντρέπεται λίγο; Αυτά τα βάζαμε κάποτε στα πάρτι για να χαμουρευτούμε με καμιά γκόμενα...». Υπερβολές. Ο Cave μας έμαθε να αγαπάμε (άνευ όρων) τον Johnny Cash, τον Alex Harvey, τον Muddy Waters, τον Hank Williams και πολλούς άλλους θρύλους, σε εποχές που η έννοια του «θρυλικού», «κλασικού» κ.λπ. δεν είχε ξεφτιλιστεί όπως σήμερα. Με τις γκόσπελ εμμονές του μας έψησε επίσης να μην είμαστε τόσο αντίχριστοι, και τον ακολούθησαν πολλοί από τότε, όπως ο Jason Spaceman των Spiritualized που μας κοινώνησε την περασμένη Παρασκευή στο Gagarin. Η southern gothic νουβέλα του με το ακραία ιδιωματικό ύφος («Φόκνερ on acid» τουλάχιστον) και τίτλο And the Ass Saw the Angel (Η δε όνος είδεν άγγελον) μου είχε βγάλει την πίστη, αλλά την είχα ολοκληρώσει πάντως. Πριν μερικά χρόνια, μάλιστα, είχε γράψει ο αθεόφοβος την εισαγωγή στη βρετανική έκδοση του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, το οποίο τελειώνει κάπως απότομα και χωρίς fade out με τη φράση «και ουδενί ουδέν είπον εφοβούντο γαρ»...  

Προσωπικά, θα ήθελα να του αφιερώσω, δοθείσης της ευκαιρίας, την τελευταία στροφή του τραγουδιού «Nick Cave Dolls» από το εξαίρετο άλμπουμ των Bongwater και της Ann Magnuson The Power of Pussy των αρχών του '90:

«...Τότε ακριβώς, ο Τζεφ, ο διάσημος ηθοποιός με τη φαλάκρα / διάσημος για τα ριχτά ιταλικά κουστούμια του, περνά από δίπλα / και μας μιλά... ναι, ακριβώς/ μας μιλά για όλα τα παιχνίδια που είχε θάψει στον κήπο του/ για να μην παίξει κανείς άλλος μαζί τους / μας λέει ότι το αγαπημένο του ήταν μια κούκλα Νικ Κέιβ/ Τον λυπάμαι πραγματικά, κι ελπίζω μια μέρα / να βγάλει μαλλιά/ Και τότε... σκέφτομαι από μέσα μου/ "Γουάου! Υπάρχουν και κούκλες Νικ Κέιβ πια; / Θέλωωωωω κι εγωωωωώ μία!"». Κι εγώ θέλω μία, μα δυστυχώς δεν έχουν βγει ακόμα, αλλά πού θα πάει; Είναι θέμα χρόνου. Ο Nick Cave παίζει πάντως την άλλη εβδομάδα στο Λυκαβηττό ως Λάζαρος σε straight pride φάση με πολλές καύλες και περήφανη κωλομπαράδικη μουστάκα. Όπως και με τους Grinderman, θα αποδείξει πανηγυρικά ότι ο πενηντάρης είναι ένας νέος της εποχής. Το ίδιο βράδυ εμφανίζονται οι Dinosaur Jr. (ωραίος προγραμματισμός, συγχαρητήρια!) Θα πάω σ' αυτούς μάλλον, αφού δεν τους έχω δει ποτέ. Αυτό είναι το πλάνο δηλαδή. Τελευταία στιγμή μπορεί να κιοτέψω και να ανηφορίσω για Λυκαβηττό. Ταιριάζει ο λόφος στον Cave. Όπως και στον Cohen. Αλλά αυτόν θα τον πάνε στη Μαλακάσα τελικά. Αίσχος...