Η περιοχή που μένω, είναι μικρή σαν χωριό ακόμα και εαν είμαστε κοντά στην Αθηνα. Έτσι όλα τα παιδιά πηγαίναμε μαζί δημοτικό και γυμνάσιο και χωρίσαμε στο λύκειο γιατί κάποιοι πήγαν τεχνικό. Όταν πήγαινα πέμπτη λοιπόν, είχαμε παράπονα απο τους γείτονες οτι είναι κάποια παιδιά που έκλεβαν τις τάπες απο τα αυτοκίνητα. Αυτό είχε συγκλονίσει όλους τους γονείς και καθηγητές και προσπαθούσαν να βρουν ποιος το είχε κάνει. Εγω ήξερα ποιός ήταν ένας απο αυτούς αλλά δν ήθελα να μαρτυρήσω. Όμως μικρό και άμαθο που ήμουν, κάναμε μάθημα γλώσσας και μου μίλαγε ο διπλανός μου γιαυτό το θέμα και εμένα μου ξέφυγε πως ήταν ένας γείτονας μου, ας τον πούμε Κώστα. Δυστυχώς ο καθηγητής ήταν απο πάνω μου με αποτέλεσμα να με πάνε κατευθείαν στον διευθυντή. Εγώ ήμουν σαν βρεγμένο γατί. Ακόμα θυμάμαι να κάθομαι στον καναπέ και να περιμένω να με φωνάξουν μέσα. Αναγκάστηκα να τα πω όλα όσα ήξερα. Έτσι την επόμενη μέρα ο διευθυντής κάλεσε στο γραφείο τους γονείς του Κώστα αλλά και τον ίδιο και ήμουν και εγώ παρόν. Ο Κώστας παραδέχτηκε πως έκλεβε μαζί με κατι φίλους του, για να βάλει τις τάπες στο ποδήλατο του, τους οποίους ονόμασε κανονικά. Ήμουν πολυ στεναχωρημένη γιαυτό που είχα κάνει. Εκείνη την μέρα το μεσημέρι πήρε τηλέφωνο η μητέρα του την μαμά μου και ζήτησε να μου μιλήσει. Εκείνη μου φώναξε και με έβρισε τόσο πολύ. Θυμάμαι να μου λέει βρισιές που ακόμα δεν ήξερα. Και εγώ αισθάνθηκα ακόμα πιο άσχημα. Όμως τοσο χαζή ήμουν που δεν είπα τίποτα στην μαμα μου. Στο δρόμο όποτε με έβλεπε η εν λόγο κυρία έκανε πως δεν υπήρχα ακόμα και εαν χαιρετούσε τους γονείς μου. Όμως η μητέρα του, ακόμα και μετά απο 20 χρόνια, δεν μου λέει καλημέρα στον δρόμο ακόμα και εαν της λέω. Και στο σπίτι για καφέ με την μανα μου δεν έρχεται άμα είμαι εγώ μεσα.