Τέσσερις άνθρωποι, μέσα σ' ένα πνιγηρό καταφύγιο. Ο ένας, ο ΧΑΜ, παράλυτος και τυφλός, στο αναπηρικό καροτσάκι. Άχρηστος. Δεν έχει εικόνες και δεν έχει κίνηση. Ο άλλος, ο ΚΛΟΒ, δεν μπορεί να καθίσει. Έχει μάθει μόνο να εκτελεί εντολές. Του έχουν αφαιρέσει τη σκέψη. Η συνείδησή του είναι πάμφτωχη, όπως ενός ζώου. Βρίσκεται διαρκώς πεινασμένος. Τον έχει πιάσει το δόκανο της επιβίωσης. Οι δύο άλλοι, ο ΝΑΓΚ και η ΝΕΛ, οι γεννήτορες του ΧΑΜ, ζουν πεταμένοι μέσα σε δυό σκουπιδοντενεκέδες. Βγάζουν ξαφνικά το κεφάλι τους κι αναχαράζουν, σαν τις κατσίκες, δυό τρείς ταπεινές μνήμες από ένα φτωχό παρελθόν.


Αυτή η απουσία από τον τίτλο του έργου, του οριστικού άρθρου "το", κατά περίεργο τρόπο, κάνει τον τίτλο απόλυτα οριστικό. Παιχνίδι τέλος. Έχει τελειώσει. Πριν αρχίσει είναι τελειωμένο.