Η ιδέα για τη «Δυτική αποβάθρα» γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, στις όχθες του ποταμού Χάντσον, δυτικά του Μανχάταν, όπου υπήρχε ένα μεγάλο, έρημο υπόστεγο που ανήκε στις παλιές αποβάθρες. Εκεί ο Κολτές οραματίστηκε ένα τόπο-πέρασμα όμοιο με σταυροδρόμι, ένα μετά-μοντέρνο γκέτο μύησης ή απώλειας για κάθε καρυδιάς καρύδι που ξεβράζεται δίπλα στο ποτάμι, μια «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ζωής και περιθωρίου, ελπίδας και εξαθλίωσης.

 

Δύο διαφορετικοί κόσμοι αναγκάζονται να συνυπάρξουν μέσα στις βίαιες συνθήκες των παρυφών μιας πόλης. Ένα ζευγάρι αστών βρίσκεται εγκλωβισμένο στα χέρια ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο, κάποιων μεταναστών που τους έχει απορρίψει το κοινωνικό τους περιβάλλον. Η ζωή τους συνδέεται αναγκαστικά, αλλά οι απόπειρες συνεννόησης και επικοινωνίας μοιάζουν μάταιες, πολύ δε περισσότερο επειδή, όπως αποδεικνύεται, η ασυνεννοησία αυτή προκύπτει από την εσωτερική αποξένωση και όχι μόνο από την κοινωνική διαφορά.