Ο Michael Παλαιοδήμος είναι χαρούμενος που βρίσκεται στο Λος Άντζελες, φαίνεται από τον τόνο της φωνής του. «Είμαι εδώ μερικές μέρες και αυτό το μέρος το αγάπησα» λέει, «μου θυμίζει πάρα πολύ την Ελλάδα». Ο Michael είναι στο Λος Άντζελες επειδή η μικρού μήκους ταινία που έφτιαξε μαζί με τον Benjamin Cleary, το Stutterer, είναι υποψήφια για Όσκαρ! Ο Michael –που είναι μισός Αυστραλός από την πλευρά της μητέρας του- μεγάλωσε στην Αθήνα και  στα 17 του πήγε στο Λονδίνο για σπουδές. «Έχω πάει σε ξένο σχολείο και οι επιρροές μου ήταν πάντα από το εξωτερικό» λέει. Στο Λονδίνο σπούδασε κλινική βιοχημεία. «Έκανα το προπτυχιακό μου, ξεκίνησα το μεταπτυχιακό και συνέχισα να δουλεύω σε αυτόν τον χώρο. Ήταν κάτι που τότε μου άρεσε αρκετά». Η σχέση του με τη φωτογραφία ξεκίνησε πολύ νωρίς, από μία φωτογραφική που είχε ο πατέρας του και ένα εργαστήρι φωτογραφίας που είχε οργανώσει η δασκάλα στο σχολείο ως απογευματινή δραστηριότητα, έτσι από μικρός έμαθε να χρησιμοποιεί τον σκοτεινό θάλαμο. «Εκεί μου κόλλησε το μικρόβιο» λέει. «Πηγαίνοντας στο πανεπιστήμιο το συνέχισα ως χόμπι. Δεν ξέρω αν ήθελα να γίνω αστροναύτης ή κάτι τέτοιο όταν ήμουν μικρός, αλλά η φωτογραφία πάντα με ενδιέφερε. Απλά, μεγαλώνοντας στην Ελλάδα που οτιδήποτε καλλιτεχνικό δεν το δέχεσαι σαν επάγγελμα, αυτό ήταν το όνειρό μου, το να γίνει το χόμπι μου επάγγελμα». Στην Ελλάδα επέστρεψε μετά από τα χρόνια ασχολίας με την κλινική βιοχημεία για να πάει φαντάρος. «Νόμιζα ότι θα τη γλίτωνα τη θητεία επειδή είμαι μισός ξένος, αλλά δεν τα κατάφερα τελικά. Την έκανα κανονικά. Έμεινα κάποια χρόνια στην Ελλάδα και μου δόθηκε η ευκαιρία να περάσω από τη βιοχημεία στη φωτογραφία. Τράβηξα κάποια πορτρέτα για τα περιοδικά του Κωστόπουλου –κυρίως μόδα- και έκανα αυτή την αλλαγή καριέρας γιατί ήταν μέσα στην κρίση και οι φαρμακευτικές εταιρίες που ήθελα να δουλέψω δεν έδιναν λεφτά. Έγινε βήμα-βήμα η αλλαγή, δεν έγινε ξαφνικά, είδα όμως ότι είναι εφικτό να το κάνω αυτό ως επάγγελμα». Παράλληλα, ασχολήθηκε με την ελληνική έκδοση του Don’t Panic Athens. «Με αυτό μου άνοιξε λίγο περισσότερο ο δρόμος για τα media στην Ελλάδα» λέει. «Γενικά στην Αθήνα όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, οι παρέες είναι ίδιες κι αυτό με έβαλε στα καλλιτεχνικά. Μέσα από το Don’t Panic μπορέσαμε να κάνουμε κάποιες δουλειές, γνώρισα και κάποια άτομα στα περιοδικά, μου ζήτησαν να κάνω κάποια πορτρέτα, το ένα έφερε το άλλο. Στην ουσία στην Ελλάδα μετά το Don’t Panic -το οποίο ήταν εταιρία διαφημιστική, συγκεκριμένα guerilla marketing- έκανα πορτρέτα και φωτογραφίες μόδας».

 

STUTTERER - TRAILER from benjamincleary on Vimeo.

 

Στο Λονδίνο επέστρεψε για να δοκιμάσει την τύχη του σε μια πιο μεγάλη αγορά. «Ένας άλλος λόγος που πήγα στο Λονδίνο εκείνη την εποχή ήταν η κοπέλα μου. Δεν ήθελα να κάνω άλλη μια σχέση από απόσταση, οπότε, κατά κάποιον τρόπο, η σχέση μου ήταν ένας καταλύτης για να φύγω. Η αλήθεια είναι ότι οι εμπειρίες μου από την Ελλάδα ήταν πάντα θετικές. Είχα περάσει πάρα πολύ καλά, είχα γνωρίσει πολύ καλό κόσμο, δεν ξεχνάω τα άτομα που με βοήθησαν στην αρχή της καριέρας μου, οπότε από την μία δεν είχα κάποιον λόγο να φύγω από την Ελλάδα, είχα καλό κύκλο, είχα κάνει κάποιους καλούς πελάτες, αλλά ήθελα πάντα μια αφορμή να πάω πίσω στο εξωτερικό. Πηγαίνοντας στο Λονδίνο έπρεπε να ξεκινήσω κατά κάποιον τρόπο πάλι από την αρχή. Είχα κάποιες καλές συνεργασίες όπως το Esquire, το Nitro και κάποια άλλα έντυπα. Σε αυτόν τον χώρο έχουν μεγάλη σημασία οι επαφές, οπότε ξεκίνησα σε μια εταιρία παραγωγής, την Pulse Films London, για να καταλάβω λίγο πώς δουλεύουν τα πράγματα. Δούλεψα στα video clip της Bjork, των Coldplay, της Jessie J, για μεγάλα ονόματα και εκεί κατάλαβα πώς είναι η δυναμική του χώρου, ποιος αναλαμβάνει τι και συγκεκριμένα στον χώρο των μουσικών βίντεο. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το βίντεο ήταν κάτι που με ενδιέφερε πολύ, η κινούμενη εικόνα. Στην Ελλάδα είχα κάνει ένα βίντεο για τον Εισβολέα. Στην Pulse Films όταν έρχονταν projects με μικρό budget που δεν μπορούσαν να τα αναλάβουν ως μεγάλη εταιρία τα έδιναν σε διάφορους που δούλευαν εκεί, έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω τα παιδιά της Αγγλικής Vogue και να τραβήξω για την Vogue Αυστραλίας. Από κει και πέρα προχώρησα στο fashion film, μπήκα στα περιοδικά, με γνώρισαν από το Glamour και κατέληξα να τραβάω video editorial για καλλιτέχνες όπως οι Emma Watson, Kylie Minogue, Jessie J και άλλες. Το καλό είναι ότι εκείνη την εποχή επειδή ήταν στην μεταβατική περίοδο, ήταν στην αρχή του το βίντεο για τη μόδα, δεν πολύ-ήξεραν τι να με κάνουν και μου έδιναν το ελεύθερο να κάνω ακριβώς αυτό που ήθελα. Μπόρεσα και συνεργάστηκα με μερικούς πολύ μεγάλους φωτογράφους, τους μεγαλύτερους στον κόσμο, κάνοντας video editorials. Και κάπως έτσι έκανα όλο και περισσότερο βίντεο και μεταφέρθηκα προς την σκηνοθεσία φωτογραφίας, έγινα δηλαδή διευθυντής φωτογραφίας.

 

 

 

Το διδακτορικό του δεν το τελείωσε ποτέ. Έφτιαξε την δικιά του εταιρία παραγωγής και νοίκιασε ένα γραφείο στο Ανατολικό Λονδίνο σε έναν χώρο που συνεργάζονταν διάφοροι καλλιτέχνες,  μοντέρ, φωτογράφοι, σκηνοθέτες. «Το στούντιο αυτό είναι από τις καλύτερες κινήσεις που έχω κάνει  είναι ένας πολυχώρος με άτομα που σκέφτονται το ίδιο, ανταλλάσουμε απόψεις και δουλειές και μου άνοιξε πάρα πολλές πόρτες» λέει. «Μέσα εκεί γνώρισα τον Μπεν, ο οποίος καθόταν δίπλα μου και έτσι προέκυψε η ταινία. Ήταν η πρώτη και για τους δυο μας. Είχε γράψει διάφορα σενάρια, αλλά καταλήξαμε στο Stutterer γιατί ήταν το πιο εφικτό με τα λεφτά που είχαμε, επειδή δεν είχαμε βοήθεια από πουθενά. Η συμμετοχή μου στην ταινία είναι ως «διευθυντής φωτογραφίας», αλλά σε μια μικρή ανεξάρτητη ταινία αναγκάζεσαι να κάνεις πολλά διαφορετικά πράγματα, γιατί είναι δύσκολο να πείσεις κόσμο να σε βοηθήσουν. Ειδικά επαγγελματίες που κοστίζουν ένα κάρο λεφτά. Δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι θα έφτανε στα Όσκαρ, δεν περιμέναμε να πάει καν σε ένα φεστιβάλ. Και δεν είναι υπερβολή αυτό. Κάναμε πολλά πράγματα μόνοι μας, όπως το post production της ταινίας, κι ό,τι είχε να κάνει με τα τεχνικά θέματα που είχα αναλάβει εγώ, το κρατήσαμε μεταξύ μας από ανάγκη. Οι σκηνοθέτες γενικά ξέρουν τι θέλουν να κάνουν, αλλά δεν ξέρουν πώς να το πετύχουν. Ανέλαβα όλο το αισθητικό κομμάτι της ταινίας. Η προετοιμασία της κράτησε ενάμιση μήνα και τα γυρίσματα 3,5 μέρες. Η παραγωγή κράτησε πάρα πολύ λίγο, είχαμε τα λιγότερα λεφτά από όλες τις άλλες υποψήφιες ταινίες. Κόστισε συνολικά γύρω στις 5.000 λίρες, οι άλλες συνυποψήφιες κόστισαν τουλάχιστον 40 χιλιάδες λίρες. Η πιο μεγάλη δυσκολία μέχρι να ολοκληρωθεί ήταν ότι είχαμε αναλάβει τα πάντα μόνοι μας. Έπρεπε να ασχοληθούμε πάρα πολλές ώρες και παράλληλα να δουλεύουμε, γιατί δεν έχουμε άλλο εισόδημα. Έπρεπε να χωρέσουμε όλα αυτά που κάναμε έξτρα στο πρόγραμμά μας».

 

Τον ρωτάω ποιο είναι τελικά το όφελός του από όλο αυτό, «τι σου έχει προσφέρει αυτή η ιστορία;». «Προσωπική ευχαρίστηση, αυτό είναι το πιο μεγάλο όφελος» λέει. «Νιώθω χαρούμενος, επιτέλους, γιατί ξυπνάω κάθε πρωί και μπορώ να κάνω αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ. Ακούγεται κλισέ, αλλά είναι κάπως έτσι τα πράγματα. Είναι και ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα».

 

«Τι ακριβώς είναι η ταινία; Και γιατί έχει τέτοια ανταπόκριση; Μπορείς να την εξηγήσεις;». «Η ταινία είναι στην ουσία μια ιστορία ανθρωπίνων σχέσεων σε ένα δύσκολο αστικό περιβάλλον όπως το Λονδίνο, και για αυτό νομίζω ταυτίζεται πολύς κόσμος μαζί της. Δεν έχει να κάνει τόσο με το πρόβλημα ομιλίας που έχει ο χαρακτήρας μας (stutterer είναι ο «τραυλός») αλλά στην ουσία είναι μια ιστορία on line αγάπης στη σύγχρονη εποχή. Ο χαρακτήρας μας προσπαθεί να βγει με μια κοπέλα που την έχει γνωρίσει ιντερνετικά και νομίζω ότι για αυτό ταυτίζoνται με τον ήρωα όσοι την βλέπουν. Επειδή είναι κάτια παγκόσμιο κι έχει απήχηση σε όλους, είτε έχει, είτε δεν έχει πρόβλημα. Η ανταπόκριση ήταν πολύ πιο θετική από ό, τι περιμέναμε. Κάναμε μια ταινία με δικούς μας όρους, χωρίς κάποια σχολή από πίσω μας, κάποιον οργανισμό να μας δίνει λεφτά, που πολλές φορές θέτει κάποιους περιορισμούς. Δεν σκεφτήκαμε καθόλου πώς θα φανεί, ούτε τηρήσαμε κάποιους κανόνες, κάναμε αυτό που θέλαμε και έτσι δεν περιμέναμε ότι θα είχε τόσο μεγάλη ανταπόκριση. Ότι θα άρεσε τόσο πολύ». «Πήρε ένα σωρό βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ και έφτασε μέχρι τα Όσκαρ. Τι σημαίνει αυτή η υποψηφιότητα;». «Σε συναισθηματικό επίπεδο το ότι φτάσαμε στα Όσκαρ είναι κάτι που δεν το έχουμε χωνέψει ακόμα. Θα μπορούσα να πω πιο πολλά για αυτό σε μερικές εβδομάδες, όταν θα το έχουμε πια δεχτεί. Πρακτικά σημαίνει ότι θα μου ανοίξουν πόρτες να κάνω μια μεγάλου μήκους ταινία που είναι το όνειρό μου. Θα μπορούσε να μου δώσει την ευκαιρία να δουλέψω στο Λος Άντζελες, ένα μέρος που λατρεύω».  

 

 

 

«Michael, πιστεύεις στην τύχη;». «Δεν πιστεύω στην τύχη, ούτε στο ταλέντο. Αν έχεις κάποια κλίση και σε πιέσουν οι άνθρωποι γύρω σου και σε σπρώξουν προς τα κει τελικά τα καταφέρνεις να πετύχεις. Η Ελλάδα είναι μια μικρή αγορά, με μικρή γκάμα δουλειών, όταν πας σε άλλες πόλεις όπως το Λονδίνο βλέπεις ότι υπάρχουν πάρα πολλές δουλειές που δεν τις είχες σκεφτεί ποτέ. Το σημαντικό είναι να είσαι αρκετά τυχερός να αναγνωρίσεις την κλίση σου προς τα κάπου και να την κυνηγήσεις άφοβα. Και αυτό είναι λίγο πιο δύσκολο στην Ελλάδα. Σε γενικές γραμμές είμαι θετικός άνθρωπος, οπότε τα αρνητικά τα βλέπω τελευταία. Ένα πράγμα που με πειράζει στο Λονδίνο είναι ότι είναι ένα δύσκολο περιβάλλον από την άποψη ότι όλα τρέχουν με τόσο ραγδαίους ρυθμούς που έχεις της αίσθηση ότι μένεις πίσω ψυχολογικά, οικονομικά, επαγγελματικά. Οπότε, πάντα πρέπει να είσαι το 100% του εαυτού σου. Δεν μπορείς να κάνεις ένα βήμα πίσω και να δεις καθαρά, -ειδικά στα καλλιτεχνικά που χρειάζεται να κρατάς μια απόσταση από την καθημερινότητα. Καταλήγεις να κυνηγάς δουλειές για να πληρώσεις τους λογαριασμούς σου, ενώ θα έπρεπε να έχεις ελεύθερο χρόνο για να σκεφτείς το project. Δυστυχώς είναι μια τέτοια πόλη που μία δουλειά να μην σου κάτσει το μήνα, μπορεί να μην έχεις να πληρώσεις το νοίκι σου. Είναι κάτι πραγματικά κουραστικό. Και αυτό ισχύει για όλες τις μεγάλες πόλεις». 

 

«Ποια είναι η καλύτερη αντίδραση που έχεις δει μέχρι τώρα για την ταινία;». «Οι πιο πολλοί φίλοι μου, αγόρια και κορίτσια, κλαίνε στο τέλος της  ταινίας. Είναι κάτι που το βρίσκω περίεργο, γιατί δεν μπορώ να καταλάβω εκ των έσω το συναίσθημα που έχουμε βγάλει, αλλά αυτό είναι το καλύτερο για μένα, το ότι καταφέραμε και βγάλαμε τέτοιο συναίσθημα στην οθόνη. Είναι κάτι που με άγγιξε πολύ».

 

«Τι ετοιμάζεις μετά το Stutterer;». «Έχω δύο μικρού μήκους ταινίες στα σκαριά. Και θα ήθελα να κάνω μία μεγάλου μήκους, κι ας είναι τεράστια η ευθύνη».