Στο Λονδίνο της δεκαετίας του '50 ένας σχεδιαστής ρούχων που κυριαρχεί στον χώρο ερωτεύεται μια νεαρή γυναίκα, γεγονός που διαταράσσει την ελεγχόμενη και προγραμματισμένη ζωή του.

 

Το κύκνειο άσμα του Ντάνιελ Ντέι Λιούις είναι, ευτυχώς, ένα αθόρυβο αριστούργημα του Πολ Τόμας Άντερσον, η τρυφερή ιστορία μεταξύ ενός σκληρού άνδρα, του Ρέινολντς Γούντκοκ, ο οποίος ντύνει διακεκριμένες κυρίες, μέλη της βασιλικής οικογένειας και επιφανείς γυναίκες της καλής κοινωνίας της μεταπολεμικής Αγγλίας, και της Άλμα, σερβιτόρας που ο Γούντκοκ συναντά στην εξοχή, μιας κοπέλας ελκυστικής και άβγαλτης, πειθήνιας στην αρχή, αλλά πεισματάρας στη συνέχεια, που γίνεται μούσα και σύντροφός του, παρά τη χρόνια, ριζωμένη πεποίθησή του πως η εργένικη ζωή τού ταιριάζει απόλυτα.

 

Η αδελφή του Γούντκοκ, Σίριλ (εξαίσια η Λέσλι Μάνβιλ, σαν να δένεται με έναν αινιγματικό λώρο με τον εσωστρεφή δημιουργό), μετράει την κάθε κίνηση του αυστηρού και τελειομανούς couturier, τον γνωρίζει καλύτερα απ' όλους και επιβλέπει τον Οίκο τους και την αρχικά ευχάριστη, αλλά στη συνέχεια ανησυχητικά αποσταθεροποιητική προσθήκη της νεαρής Άλμα που ταράζει τους κύκλους στη συντηρητική, μονομανή, σχεδόν ασκητική εξάρτηση του κομψού «τοτέμ» από την υψηλών απαιτήσεων εργασία του.

 

Ως ετεροθαλές flip side του Punch-Drunk Love, η υποψήφια για Όσκαρ ταινίας, σκηνοθεσίας, πρώτου ανδρικού και δεύτερου γυναικείου ρόλου, και μουσικής Αόρατη Κλωστή, ένα δραματικό πορτρέτο της επιθυμίας, σκάβει βαθιά για να βρει το νήμα του έρωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους, καθώς και να υφάνει το στόφα που θα τους κρατήσει μαζί, σε πείσμα των αντίθετων ενδείξεων.

 

Λυρικά και υπομονετικά, ο Πολ Τόμας Άντερσον, ώριμος, πλήρης εικαστικών λύσεων και εκφραστικών μέσων, αντεπεξέρχεται συγκινητικά με τη δύναμη του βλέμματος, τη θεσπέσια, κλασικότροπη μουσική επένδυση του Τζόνι Γκρίνγουντ και ένα αναπάντεχο twist που στην αρχή φαίνεται ως περιστασιακό καπρίτσιο, αλλά στο φινάλε φωτίζει την αθέατη πλευρά της ψυχής των δύο ηρώων που επί δύο ώρες αντιμάχονται το πρωτόκολλο και τις εμμονές τους – ο Γούντκοκ με την παγιωμένη εικόνα που έχει για τον εαυτό του και το status του και η Άλμα με την ιδεοληψία της για την αποκλειστικότητα της αγάπης και την «οικόσιτη» ευτυχία.

 

 

 

Η σταθερή αναφορά του Άντερσον είναι ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, και πιο συγκεκριμένα η Ρεβέκκα, με ενδιαφέρουσες αντιστροφές στους χαρακτήρες και τους άξονες: αποφεύγοντας τη γοτθική σκηνογραφία που υπαγόρευε η Δάφνη ντι Μοριέ στο μυθιστόρημά της, η Άλμα, σαν την ανύποπτη δεύτερη κυρία Γουίντερς, μπαίνει σε μια οικία φαντασμάτων και πασχίζει να νιώσει σαν στο σπίτι της δίπλα στον άνδρα που αγαπά, επειδή η οικονόμος, η κυρία Ντάνβερς, όπως ακριβώς η Σίριλ, της υπενθυμίζει πως είναι περιττή και ποτέ δεν θα υποκαταστήσει την προηγούμενη, μυστηριώδη σύζυγο.

 

Στην Αόρατη Κλωστή η σκιά της μητέρας του Ρέινολντς είναι βαριά ‒ ο ίδιος δεν ξεπέρασε ποτέ τον θάνατό της και την εγκαλεί στους εφιάλτες του.

 

Η βίαιη αντίστασή του προς την Άλμα, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα γινάτι αλλά ένα παρατεταμένο τεστ, μια πρόσκληση για να τον σώσει, αν καταφέρει να απαντήσει με κάτι ακραίο και απειλητικό στις φυγόκεντρες μνήμες και τη φετιχιστική ρουτίνα του.

 

Η Άλμα αργεί να κατανοήσει την πρόκληση και όταν παρακάμπτει τις αγενείς αρνήσεις του αγαπημένου της ρισκάροντας, κερδίζει την έμπρακτη εμπιστοσύνη του ‒ η ζωή του είναι πλέον, κυριολεκτικά, στα χέρια της,

 

Με τα γνωστά άλματα στην αφήγηση, ο Άντερσον δεν γίνεται flashy, δεν πειραματίζεται, δεν παρεκκλίνει.

 

Φιλοτεχνεί μεθοδικά έναν χαρακτήρα που δεν θέλει να πολυφαίνεται, αρκείται σε μια ρουτίνα ποιότητας, λακωνικό, σίγουρα δανδή, εμπνευσμένο από τους Βρετανούς μεταπολεμικούς ράφτες όπως ο Έιμις και ο Χάρτνελ, ιδιότροπο αλλά και διακριτικό, απότομο και αυτόνομο, ο οποίος καταλύεται από μια φρέσκια, αδούλευτη, ταπεινής καταγωγής, αλλά αριστοκρατικής όψης κοπέλα, ένα άψυχο μοντέλο που σταδιακά αποκτά πνοή, διεκδικεί και εκφράζει μια ενοχλητική άποψη, τον σπόρο που ο δημιουργός πρώτα ηράσθη, μετά απώθησε και στο τέλος εκτίμησε στην πραγματική του διάσταση, έκπληκτος για την ανακάλυψη της σκοτεινής ηδονής που τόσα χρόνια απωθούσε σαν να πενθούσε παρατεταμένα και να αντιδρούσε με αποστειρωμένη εργασιομανία.

 

Το κάνει με γούστο, σεβασμό στην αισθητική κι ένα νοσταλγικό πάντρεμα του πάθους με την απώλεια, σαν γλυκόπικρο οιωνό του κινηματογραφικού «αντίο» του Ντέι Λιούις, σαν πέπλο δραματικά ριγμένο στον στεγνό καμβά του Γούντκοκ.

 

 

 

Ειδικά στη σκηνή που ο τσαντισμένος ράφτης, αυτός ο λάτρης της χρωματικής αρμονίας και της παλαιάς κοπής ενός ισορροπημένα αξιοπρεπούς αποτελέσματος, ο auteur που περιφρονεί όσες δεν συλλαμβάνουν τη λεπτομέρεια της δουλειάς του, αποφασίζει να διεκδικήσει τη διψασμένη για ζωή και διασκέδαση σύζυγό του σε ένα πάρτι μεταμφιεσμένων με μεθυσμένους που φορούν χαμηλής, μαζική αισθητικής κοστούμια, η απέχθειά του για το θέαμα και η απορία για τα όρια και τις αντοχές του γίνονται ανάγλυφες και αφοπλιστικές σε μια καμπή που προμηνύει ανατροπή.

 

Κι αν η τελευταία ανάμνηση από τον μέγιστο Ντέι Λιούις, σε μια ακόμη αξέχαστη ερμηνεία που ανακεφαλαιώνει το πάθος του Τόμας από την Αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι σε μεστή παραλλαγή και βεβαιότητα της ματαιότητας, μακριά από το μίλκσεϊκ του Πλέινβιου και τις τσεκουριές του Χασάπη, θα είναι η εικόνα του Γούντκοκ όταν κατεβαίνει απρόθυμα τις σκάλες της έπαυλης για να ανεχτεί μετά βίας την έκπληξη της Άλμα, προειδοποιώντας την πως δεν θα ξαναϋπάρξει αλλαγή πλάνων, φορώντας μενεξεδιές πιτζάμες, με γιλέκο, άψογα στερεωμένο σακάκι και εσπαντρίγιες χωρίς κάλτσες, τότε, μπράβο του για άλλη μια φορά!

 

Μόνο αυτός θα μπορούσε να φωτίσει, συχνά ακίνητος, για να μην προδώσει τις συναισθηματικές αδυναμίες του Γούντκοκ, τις πολλές όψεις ενός μισάνθρωπου, διασχίζοντας μια μεγάλη διαδρομή από το μοναχικό control στην εγκατάλειψή του στον έρωτα.