Δεν ξέρω αν συμβαίνει μαζικά τελευταία ή αν είναι ιδέα μου, αλλά ποτέ η μουσική δεν ήταν τόσο απροκάλυπτα σέξι. Ακούω όλη μέρα ένα τραγούδι που το λένε «Ratchet Pussy» των Tombz, ενός γκρουπ απ' το Μιλγουόκι που επαναλαμβάνει μονότονα τη λέξη «pussy» πάνω σε μια σχεδόν παιδική μελωδία, τόσο εθιστική που σε κάνει να ξεχάσεις τι λένε οι στίχοι. «Ratchet» για το urban λεξικό «είναι μία έκφυλη και "φτηνή" εκδοχή της Chaka Chan» (ο συντάκτης καταλήγει: «ο Θεός να μας φυλάει!»), καμία σχέση, δηλαδή, με τις classy ξαναμμένες ντίβες που κάνουν booty dance στη σκηνή και είναι σε μόνιμο ανταγωνισμό για το ποια θα κάνει το πιο προκλητικό βίντεο. Όταν τα κορίτσια που χαϊδεύονται μπροστά στην κάμερα έχουν γίνει πια εντελώς mainstream, τι να σου κάνουν κι οι καημένοι οι F.A.G. Diarrhea Cult που προσπαθούν να επιβληθούν με τίτλους δήθεν σοκαριστικούς, όπως το «Crying when I cum»; Σιγά το σοκ! Σημασία έχει ότι εκεί που μόνο οι ράπερ έγραφαν στίχους με σεξουαλικές αναφορές, δημιουργήθηκε μια πλημμύρα από τίτλους με «πονηρά» υπονοούμενα –και ακόμα πιο πονηρούς στίχους– και γέμισε το bandcamp με λέξεις που κάποτε δύσκολα έβαζαν σε τραγούδια. Πιάνεις τον εαυτό σου να σιγοτραγουδάει «ratchet pussy, ratchet pussy, ratchet, ratchet, ratchet pussy» και σου γίνεται χειρότερο κόλλημα από το «Φέρτε μου ένα μαντολίνο».

 

 

 

Για τους περισσότερους ο Lee Hazlewood ήταν αυτός ο βαρύτονος μουστακαλής που έγραφε τα κομμάτια για τη Νάνσι Σινάτρα στο τέλος της δεκαετίας του '60 και στις αρχές των '70s, ο πατριάρχης του «saccharine underground» ή της «cowboy psychedelia» – επειδή έγραψε αμέτρητα country κομμάτια. Ο Lee Hazlewood υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συνθέτης και παραγωγός για σχεδόν έξι δεκαετίες και το έργο του είναι τεράστιο. Έχει στο ενεργητικό του συγκλονιστικά άλμπουμ ποπ μεγαλείου, όπως το σπάνιο σάουντρακ «Cowboy in Sweden» για μια τηλεοπτική εκπομπή που προβλήθηκε στη Σουηδία, ένα από τα καλύτερά του άλμπουμ που μέχρι πρόσφατα ήταν δυσεύρετο, όπως και η ταινία. Η Lee Hazlewood Industries τον τελευταίο χρόνο έχει κάνει καταπληκτική δουλειά με την ψηφιακή επεξεργασία όλου του έργου του και τις επανακυκλοφορίες σε εξαιρετικές εκδόσεις. Το κουτί που μόλις κυκλοφόρησε με –κυριολεκτικά– οτιδήποτε ηχογράφησε από το 1966 μέχρι και το 1971 είναι ένας θησαυρός. Εκτός από τη μουσική και το DVD με την ταινία Cowboy in Sweden περιέχει όλα τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε στα πέντε αυτά χρόνια και όλα τα 45άρια από τις συνεργασίες του με συγκροτήματα και τραγουδιστές όπως οι Suzi Jane Hokom, The Kitchen Cinq, Ann-Margret, Honey Ltd., The International Submarine Band, Arthur, The Aggregation, Sanford Clark, Lynn Castle, The Surprise Package, Virgil Warner, and Hamilton Streetcar – συνολικά 107 κομμάτια. Συν ένα βιβλίο 172 σελίδων με φωτογραφικό υλικό, συνεντεύξεις του και βιογραφικά όλων των συνεργατών του. Πιο πλήρες δεν γίνεται! ΛέγεταιLee Hazlewood Industries, There's a dream I 've been saving, 1966-71.

 

 

 

Οι Microondas που μόλις κυκλοφόρησαν το πρώτο άλμπουμ τους έχουν κάνει κάμποσες ζωντανές εμφανίσεις στην Αθήνα τα τελευταία δυο χρόνια. Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τον ήχο τους «chamber rock» και για το όνομα του συγκροτήματος («φούρνος μικροκυμάτων» στα ισπανικά) λένε: «Κανείς μας δεν τρελαίνεται για τους φούρνους μικροκυμάτων. Έχουν τα χίλια δυο προβλήματα και γευστικά δεν είναι ό,τι καλύτερο. Από τα μαθήματα ισπανικών, όμως, στα πρώτα επίπεδα, που μαθαίνεις για τα είδη κουζίνας, η λέξη ακούγεται ταιριαστή για όνομα μπάντας. Μια μέρα βλέπαμε στο YouTube κάτι ισπανόφωνους τύπους που έψηναν ένα κινητό στα μικροκύματα κι έτσι κλείδωσε το όνομα». Τον δίσκο που έχει τίτλο «Ηellenit» κατάφεραν να τον βγάλουν μόνοι τους, παρ' όλες τις αναποδιές. «Τα πάντα ήταν δύσκολα» λέει ο Betamin. «Όλα γύρω μας κατέρρεαν στον ένα χρόνο που τον δουλεύαμε, με κερασάκι στην τούρτα μια στρατιωτική θητεία, τη νέμεση των ελληνικών σχημάτων. Δεν υπήρξε απολύτως τίποτα εύκολο στην ολοκλήρωση αυτής της δουλειάς. To "Ηellenit" έχει μια τριπλή αναφορά: Πρώτον, παραπέμπει στην κόλαση, την επίγεια, αυτή δηλαδή που ζούμε καθημερινά. Δεύτερον, αναφέρεται στο πιο δημοφιλές κατασκευαστικό υλικό, το ελενίτ, που πραγμάτωσε πρόχειρα τα οικιστικά μας όνειρα στην Ελλάδα αλλά και αλλού. Όλα αυτά μέχρι να θυμηθούμε ότι το υλικό ήταν τοξικό. Είναι λίγο σαν την ταινία του Γούντι Άλεν που αναφέρει πως οτιδήποτε μάς έλεγαν ότι είναι ωφέλιμο όταν ήμασταν μικροί (o ήλιος, το κόκκινο κρέας και το... πανεπιστήμιο) στη συνέχεια αποκηρύχθηκε ως βλαβερό. Στη δική μας εκδοχή βάζουμε μέσα και το ελενίτ των παιδικών μας χρόνων/καλοκαιριών. Ίσως η λέξη "Ηellenit" να αναφέρεται και σε έναν νέο τύπο ανθρώπου-πολίτη. Δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να βρίσκεσαι στημένος με την πλάτη στον τοίχο για να φτιάξεις κάτι όμορφο. Άλλωστε, όσο η βιοποριστική αγωνία παίρνει τα πρωτεία στη ζωή μας, τα πράγματα θα γίνονται ολοένα και πιο δύσκολα για την οποιαδήποτε έκφραση. Το "Ηellenit" είναι ερωτικός δίσκος, έχει να κάνει με τη σχέση αγάπης-μίσους που έχουμε με την πόλη. Αν το σκεφτείς ρεαλιστικά, υπάρχουν άπειρα εξευτελιστικά στοιχεία στο να ζεις σε αυτό τον τόπο. Ίσως το πιο εξευτελιστικό από αυτά να είναι οι μεγαλύτεροι άνθρωποι που σε προτρέπουν να φύγεις όσο είναι καιρός».