Το κλειδί του Τανιζάκι

Μμτφρ.: Παναγιώτης Ευαγγελίδης

Εκδόσεις Άγρα,

Σελ.: 236, τιμή: €12,30

 

Ο γάμος δεν μιλάει από μόνος του, απεναντίας μιλούν οι νυμφευμένοι, ακόμα κι αν είναι Ιάπωνες. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα σαφήνειας και αληθοφάνειας οι δύο παντρεμένοι Ιάπωνες, ο σύζυγος αλλά κυρίως η σύζυγος Ικούκο, αποδεικνύεται δεσπόζουσα μορφή του έργου, καθόσον απομιμείται κατά κάποιον τρόπο τα ερωτικά πάθη του δυτικού κόσμου. Ασφαλώς δεν πρόκειται για τη μοιχεία που αποτελεί αδυναμία και οιονεί δύναμη στα παντρεμένα ζεύγη.

 

Προφανώς, τα ήθη των ύπανδρων εκφράζονται μόνο από αυτούς –ήτοι από το ανδρόγυνο–, ωστόσο ολόγυρά τους κινούνται η θυγατέρα Τοσίκο, ο γιατρός Κιμούρα και άλλα τυχαία πρόσωπα. «Επειδή δεν μου αρέσει να αφηγούμαι στους άλλους τα εσώψυχά μου, άρχισα να κρατάω αυτό το ημερολόγιο για να μπορώ να αφηγούμαι στον εαυτό μου και να τα ακούω, τώρα όμως που είναι πλέον αδιαμφισβήτητο πως τα διαβάζει και κάποιος άλλος, νομίζω πως πρέπει να βάλω ένα τέλος. Πάλι, όμως, επειδή αυτός ο άλλος είναι ο άντρας μου και επειδή επιφανειακά υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία να κοιτάζει ο καθένας τη δουλειά του, νομίζω πως τελικά δεν είναι λάθος να συνεχίσω» (76).

 

Η σύζυγος προσφεύγει όχι στον εξομολόγο βέβαια, αλλά ευθέως στο ημερολόγιό της, με άλλα λόγια αναλύει με κάθε τρόπο τις φαντασιώσεις της, νιώθοντας ολοένα και πιο αβάσταχτη ζήλια. Άρα, η σύζυγος είχε μια σειρά κόμπους να λύσει: «Μερικές φορές, μέσα στον βαθύ μου λήθαργο αισθάνομαι αόριστα κάποιον να με γδύνει. Μέχρι τώρα πίστευα πως αυτό είναι μια ακόμα φαντασίωση δική μου, εάν όμως αυτές οι φωτογραφίες είναι δικές μου, τότε το υλικό πρέπει να γίνεται πραγματικά. Αν ήμουν ξύπνια, δεν θα επέτρεπα ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά αν με φωτογραφίζουν εν αγνοία μου, αυτό βέβαια είναι κάτι που δεν μπορώ να εμποδίσω. Αν και το βρίσκω χυδαίο ως γούστο, αφού αρέσει στον άντρα μου να με βλέπει γυμνή, θα υπομείνω, κάνοντας το καθήκον μου ως αφοσιωμένη σύζυγος, να με γυμνώνει, έστω και χωρίς να ξέρω».

 

Με ένα απλό αξίωμα η σύζυγος ομολογεί ότι μέσα στην ψυχή της συνυπάρχουν η μεγαλύτερη λαγνεία και η έσχατη αιδημοσύνη... Όσο για την ερωτική επιθυμία, υπάρχει, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Εκείνο που λείπει είναι η σωματική δύναμη που χρειάζεται για να της δώσει σάρκα και οστά. Μεταξύ μπανιέρας και σκοτεινιασμένης συνείδησης η σύζυγος ήταν πανέτοιμη να απολέσει τις μεγάλες αλήθειες του συζυγικού βίου.... «Στην αρχή όλο της το σώμα ήταν διπλό, στη συνέχεια τα μέλη της ήταν διασκορπισμένα εδώ κι εκεί στο διάστημα. Τέσσερα μάτια κι αμέσως δίπλα δύο μύτες, λίγο πιο πάνω δύο ζευγάρια χείλη να αιωρούνται στο διάστημα, κι όλα αυτά βαμμένα στα πιο ζωηρά χρώματα...».

 

Στη δυτική άποψη του έρωτα ενίοτε η ζήλια εντείνεται ανάλογα με την ηδονή, με τη διαφορά ότι η σύζυγος που παραδίνεται στην αγκάλη του εραστή κατά κανόνα βρίσκει τρόπο να ξεφύγει από τον σύζυγο. Ωστόσο, στην ιαπωνική έκδοση της συζύγου που ζεσταίνει την κλίνη του συζύγου χωρίς να λησμονεί τον εραστή βασικό ρόλο παίζει και το ημερολόγιο των συζύγων. Επίσης, η σάρκα της συζύγου ελευθερώνεται με ιδανικό τρόπο, οπότε ο σύζυγος αποκαλύπτει με διάφορα τεχνάσματα τα μέρη του κορμιού της που αποδίδουν εξαίρετη ηδονή, πρωτόγνωρη και καλοδεχούμενη. Λόγια της συζύγου: «Αισθάνομαι ότι αυτός ο άνθρωπος είναι σαν να κατοικούσε στη μνήμη της ψυχής μου πριν ακόμα γεννηθεί, μέσα από μια υπόσχεση δοσμένη σε μια προηγούμενη ζωή, ή αλλιώς σαν να είχε κάποια τρομακτική υπερφυσική θεία δύναμη που τον έκανε να μπορεί να περνάει τη μορφή του όποτε το ήθελε στα όνειρά μου... Τώρα που η φανταστική εικόνα του Κιμούρα έχει αποβεί αλάθητη αισθησιακή πραγματικότητα, μπορώ να διαχωρίσω εντελώς τον άντρα μου από αυτόν σαν δύο ξέχωρα πλέον όντα».

 

Η δυτική άποψη περί συζυγικού έρωτος, περί ζηλοτυπίας και τελικά περί παραδόσεως στον εραστή διαγράφεται σε αυτό το βιβλίο, λες και γράφεται με ένα ανάερο φτερό, παρά το γεγονός ότι η απόλυτη άρνηση του άλλου, πιθανότατα ο θάνατός του, είναι διάχυτος. * * *

 

Ρωσία: Βαγόνι τρίτης θέσεως της Ναταλία Κλιουτσάροβα

Μτφρ. Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

Εκδόσεις Καστανιώτη

σελ. 205, τιμή: €10,65

 

Η Ρωσία και οι Ρώσοι δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η τάξη έχει χαθεί από τη ρωσική κοινωνία, η κατάρρευση έχει διαλύσει κάθε είδος κράτους, νομιμότητας και ασφάλειας. Έννοιες όπως εργασία, μισθός, κοινωνικά αγαθά, αξιοπρέπεια, σεβασμός, κεντρική εξουσία κ.λπ. υποκαθίστανται από τις έννοιες της ατομικής ιδιοκτησίας, ολιγάρχες, πολυτελή αυτοκίνητα, χρήμα, κέρδος, πανάκριβα προϊόντα κ.λπ. Η πάλαι ποτέ σοσιαλιστική Ρωσία έχει ανατραπεί σε ιστορία δρόμου, όπου ο κεντρικός ήρωας ονόματι Νικίτα κινείται μεταξύ ομοφυλόφιλων, μέθυσων, έκφυλων ιερέων, γριών εγκαταλελειμμένων, πανκ σκηνοθετών κ.λπ. Με έναν λόγο, η Κλιουτσάροβα περιγράφει το βασίλειο της αλητείας ή το Δημοκρατικό Κόμμα των πολιτικών κρατουμένων της Ρωσίας!

 

Το χωριό Ντούνκι (κολοκύθια) μπορεί να χαρακτηρισθεί σανατόριο για φθισικούς, ο χρόνος και ο άγριος καπιταλισμός είχαν φθείρει τον τσιμεντένιο τοίχο ο οποίος προστατεύει τους υγιείς κατοίκους από τους ασθενείς του νοσοκομείου. Ωστόσο, ξυρισμένα κρανία και μπράτσα με τατουάζ εμφανίζονται ενώπιον υπναλέων τοπικών καλλονών που είχαν αρχίσει να βήχουν και να πίνουν μαζί με τους πολυάριθμους φορείς της ασθένειας.

 

Τη Ρωσία ψάχνεις; Η Ρωσία είναι μέσα σου, λέει η Αλία. Ωστόσο, μπορεί να είναι και στους άλλους. Στις ιστορίες που ομολογούν, στη δική σου ιστορία με τον χαμένο σου σύζυγο και το Ντιβίζιον Μπελ. Δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο άτομο, ιδιάζουσα μορφή, αποδεκτή πράξη, τα πάντα ολόγυρα υπακούουν σε απίθανες ερμηνείες, σάμπως μικροί μεγάλοι να παραμορφώθηκαν. «Η ζωή είναι ανελκυστήρας ο οποίος οδηγεί προς τα κάτω – κάτω εννοείται πως είναι η κόλαση. Ή το μη ον. Ή ο θάνατος. Όπως αρέσει στον καθένα. Στόχος μας, λοιπόν, είναι να ανέβουμε πάνω. Εκεί όπου βρίσκεται ο Θεός. Ή το φώς. Η σωτηρία. Αν πάρουμε έναν άνθρωπο συνηθισμένο. Η φυσιολογική του επιθυμία είναι να ανέβει. Εντούτοις, όλες του οι προσπάθειες εξουδετερώνονται από την αντίθετη κίνηση του ανελκυστήρα. Ο Τσάρος Νικόλαος Α' είπε: "Ομολογώ ότι ο δεσποτισμός είναι η ουσία της βασιλείας μου. Αυτό όμως είναι ανάλογο του εθνικού μας πνεύματος..."».

 

«Γιατί ζητιανεύεις λεφτά; Είσαι μεγάλος! Καιρός να αρχίσεις να κλέβεις! Ο Τρεμόρ αποκοιμήθηκε μέσα στην μπανιέρα και το πρωί δεν θυμόταν τίποτα. Η Γιάσα, αφού συμφιλιώθηκε με τον Νικίτα, του δήλωσε ότι μετά από τέτοια ντοστογιεφσκικά γεγονότα ο Θεός τον διέταξε να πάει στον Πίτερ. Δανείστηκαν από κάποιον χρήματα και πήγαν στην πόλη του Ρασκόλνικοφ. Ο γκριζομάλλης κομσομόλος είχε αδυνατίσει πολύ από τον αγώνα που έδινε κατά του ιμπεριαλισμού και της ατέρμονης μοναχικής μέθης».

 

Παρότι η αφηγήτρια δεν κάνει καμιά προσπάθεια να κρατήσει κάποια πρόσωπα τουλάχιστον σε πλήρη επαφή με τα γεγονότα, η Κλιουτσάροβα κρατάει ρόλο ανθρωποδαμαστή: ο Τόμα άρχισε να μεταφράζει έργα του Σλαβόι Ζίζεκ, ο Γιάκοβ Πετρόβιτς Μπούτμαν είναι παλιός αντιφρονών και ρήτορας της κουζίνας, ο Ρόστσιν λέγει προς τον Μπούτμαν: «Εγώ σε γέννησα, εγώ θα σε σκοτώσω! Ρωσία, είσαι πουτάνα, Ρωσία, είσαι στείρα! Ρωσία, είσαι ηλίθια! Ρωσία, είσαι η Αθηνά! Ο πατέρας Σεραπιόν έμεινε μόνος του. Κάνει, όμως, όλες τις λειτουργίες, ο ναός είναι ναός ακόμα κι αν δεν υπάρχει ποίμνιο... Εξαφανίζεται η Ρωσία, εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια μας! Γιατί κάνεις έτσι; Επειδή ντρέπομαι για το κράτος! Βρε, τι έξυπνος που είσαι! Στο κεφάλι σου μέσα μύγες κυκλοφορούν!

 

Ας πέσει η Ρωσική Ομοσπονδία στα τάρταρα! Η πατρίδα μας είναι η Βόρεια Ρους, εκεί είναι η ζωή! Εκεί και η ελπίδα! Εκεί η πηγή της ιστορικής δημιουργίας! Εκεί το δικό μας βασίλειο στα πέρατα της οικουμένης, το ουτοπικό κράτος, στη βόλνιτσα του Νόβγκοροντ (ομάδες ανθρώπων εκτός του επίσημου κρατικού συστήματος) στις ξύλινες εκκλησίες, στα παραμύθια της θάλασσας!»