Ο ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΝΕΖΗΣ γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1967. Από το 1992 ζει στην Αγγλία, όπου σπούδασε και εργάστηκε ως μηχανικός. Το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Little Infamies» («Μικρές ατιμίες»), εκδόθηκε το 2002 από τον εκδοτικό οίκο Jonathan Cape, συγκέντρωσε εξαιρετικές κριτικές και μεταφράστηκε σε οκτώ γλώσσες. Επίσης, το μυθιστόρημα «The Maze» («Ο λαβύρινθος»), που βγήκε το 2004, ακολούθησε την ίδια επιτυχημένη πορεία. 

 

Στο τελευταίο του βιβλίο «Είμαστε πλασμένοι από χώμα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, καταπιάνεται λογοτεχνικά με το δυσεπίλυτο θέμα του προσφυγικού - μεταναστευτικού. Η υπόθεση είναι η εξής: «Όταν ένα υπερβολικά φορτωμένο µε πρόσφυγες σκάφος αναποδογυρίζει, ένας άνδρας πέφτει στη θάλασσα μαζί µε άλλους. Στον πανικό που ακολουθεί, σώζει μια ζωή και καταδικάζει μια άλλη. Ο άνδρας και το αγόρι που έσωσε ‒ο µόνος µμάρτυρας του εγκλήματος που προηγήθηκε‒ φτάνουν τελικά σε ένα μικρό νησί της Μεσογείου. Εκεί, τους προσφέρει προσωρινό καταφύγιο ο καταχρεωμένος ιδιοκτήτης ενός περιοδεύοντος τσίρκου. Το πολυτιμότερο περιουσιακό του στοιχείο είναι ένας ελέφαντας που τον φροντίζει µε τρυφερότητα η γυναίκα του, παρότι πενθεί τη δεκάχρονη κόρη τους. Καθώς οι δυο πρόσφυγες περιμένουν να τους παραλάβει ένα πλοίο που η άφιξή του διαρκώς αναβάλλεται, ο άνδρας θα γοητευτεί από τη σύζυγο του ευεργέτη τους. Και ο ελέφαντας, εκτοπισμένος κι αυτός, θα γίνει, συμβολικά και στην πράξη, καταλύτης για τις τραγικές παρερμηνείες που θα προκύψουν».

 

Ο Πάνος Καρνέζης, στο βιβλίο του ουσιαστικά σκιαγραφεί όλες τις σκοτεινές εκφάνσεις που συναντάμε στο προσφυγικό πρόβλημα: τον αποχωρισμό της πατρίδας, το συναισθηματικό κόστος, τα σύνορα αλλά και τις τραγικές ανθρώπινες ιστορίες.  

 

Eίμαστε όλοι ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, συμπεριφορές που συχνά φανερώνονται μόνο σε ακραίες συνθήκες, όπως είναι τα τραγικά γεγονότα της προσφυγικής εμπειρίας.

 

Με τον διακεκριμένο Έλληνα συγγραφέα συναντηθήκαμε διαδικτυακά ‒αυτός μένει στο Λονδίνο, εγώ στην Αθήνα‒ και στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για την εποχή μας, το Brexit, για το αν Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι, για τα παιδικά του χρόνια, τους φόβους του αλλά και τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή. 

 

— Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας και γιατί;

Είναι πολλές βέβαια, από το μεταναστευτικό και την κοινωνική ανισότητα ως το φαινόμενο του λαϊκισμού. Η μεγαλύτερη, ωστόσο, νομίζω ότι είναι η περιβαλλοντική καταστροφή από την κλιματική αλλαγή, τη ρύπανση, την ακατάσχετη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και την εξαφάνιση των ειδών. Είναι κάτι που μπορεί εύκολα να ξεφύγει από τον έλεγχό μας, μπορεί να γίνει μη αναστρέψιμο – αν δεν έχει γίνει ήδη.

 

Φαινόμενα όπως το μεταναστευτικό, οι πολεμικές συρράξεις και η κοινωνική εξαθλίωση, με τις περαιτέρω πολιτικές της συνέπειες, είναι δυνατό να πηγάζουν από την αυξανόμενη ανεπάρκεια των φυσικών πόρων. Η ανθρωπότητα σίγουρα έχει αντιληφθεί την ανάγκη να επιβραδύνουμε την καταστροφή ώσπου να βρούμε τρόπους να την αναστρέψουμε, όσο αυτό είναι δυνατό, αλλά είναι δύσκολο να αλλάξουμε πορεία. Όχι μόνο λόγω της απροθυμίας των κυβερνήσεων, της αντίστασης της βιομηχανίας και άλλων ομάδων «ειδικών συμφερόντων», όπως τις λέμε, αλλά και λόγω των προσωπικών μας επιλογών. Στον ανεπτυγμένο κόσμο έχουμε υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής που, κακά τα ψέματα, είναι εφικτός μόνο μέσω της υπερβολικής εκμετάλλευσης της φύσης ώστε να έχουμε φτηνά προϊόντα, απεριόριστη ποικιλία τροφών όλο τον χρόνο, ευκολία στα ταξίδια για δουλειά, διασκέδαση, μόρφωση κ.λπ. Πολλά από αυτά τα επιτεύγματα, σημαντικά μέχρι ένα σημείο βέβαια, θα είναι πολύ δύσκολο να τα αποποιηθούμε. 

 

Είμαστε πλασμένοι από χώμα
Πάνος Καρνέζης, Είμαστε πλασμένοι από χώμα, εκδόσεις Πατάκη

— Η πανδημία τι πιστεύετε ότι θα αφήσει στις κοινωνίες;

Είναι δύσκολο να ξέρει κανένας, αλλά πιστεύω ότι θα φέρει κυρίως αλλαγές στον χώρο της εργασίας. Περισσότεροι θα εργάζονται από το σπίτι, αποκλειστικά ή κάποιες μέρες την εβδομάδα, θα αυξηθούν πολύ οι ψηφιακοί νομάδες, θα γίνουν ακόμα ευκολότερες οι συνδιαλλαγές μας με υπηρεσίες και οι αγορές αγαθών. Πιθανόν και η εκπαίδευση σε επιστήμες, τέχνες και ερασιτεχνικές ενασχολήσεις να γίνει πιο προσβάσιμη σε όποιον θέλει να σπουδάσει, ήδη υπάρχει πληθώρα μαθημάτων στο Διαδίκτυο, που γίνονται πολύ οργανωμένα, είναι διαδραστικά κ.λπ.

 

Θα υπάρχουν, βέβαια, και άσχημες συνέπειες της πανδημίας: μια νέα ασθένεια που δύσκολα ίσως θα εξαφανιστεί ολοκληρωτικά, μεγαλύτερη ανεργία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, μια μεγαλύτερη, δυστυχώς, δυσπιστία στην επιστήμη λόγω της ευρείας διάδοσης των θεωριών συνωμοσίας για τα εμβόλια. Κοινωνικά, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων, των ιδεών, των στόχων, δεν πιστεύω να αλλάξουν πολλά. Θα υπάρξει μια μεταπανδημική περίοδος μεγάλης ευφορίας και εξωστρέφειας, όπως λέει ο Νικόλας Χρηστάκης; Ποιος ξέρει.

 

— Ποιο είναι το κλίμα μετά το Brexit στη Μεγάλη Βρετανία και ποιες θα είναι οι συνέπειές του;

Το κλίμα δεν είναι πολύ καλό. Φταίει βέβαια και η πανδημία, αλλά οι αλλαγές στους κανόνες διακίνησης εμπορευμάτων, η ξαφνική αύξηση της γραφειοκρατίας με πολλαπλά έντυπα εκτελωνισμού και κωδικούς προϊόντων κ.ά. για αποστολές σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έπιασαν απροετοίμαστες πολλές εταιρείες και έχουν χτυπηθεί πολύ οι εξαγωγές. Υποτίθεται ότι είναι teething problems, οι αρχικές δυσχέρειες μιας νέας κατάστασης ‒ «προβλήματα οδοντοφυΐας» το μεταφράζει το Google, που έχει χιούμορ.

 

Η ουσία, όμως, είναι ότι η Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση στήνουν έναν τοίχο ανάμεσά τους, όχι μόνο στις εμπορικές συναλλαγές αλλά και στη διεθνή πολιτική, στις πολιτιστικές ανταλλαγές και στις επιστήμες, που πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω την ευρωπαϊκή ιστορία. Κάποια στιγμή, όταν κοπάσει ο λαϊκισμός και το πείραμα του Brexit κριθεί –με όποια θετικά και αρνητικά αποτελέσματα‒, πιστεύω ότι η Βρετανία και η υπόλοιπη Ευρώπη θα έρθουν ξανά κοντά, αν και όχι απαραίτητα ως μέλη της ίδιας επίσημης ένωσης.

 

— Το μυθιστόρημά σας αγγίζει ένα πολύ φορτισμένο θέμα, το μεταναστευτικό. Γιατί η πλειονότητα των πολιτών αδιαφορεί για ένα τέτοιο ακανθώδες θέμα;

Από κόπωση κυρίως, ίσως και από το αίσθημα ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι γι’ αυτό. Νιώθουν, πιστεύω, ότι η φωνή τους –υπέρ ή κατά των μεταναστών– δεν φτάνει στα κέντρα αποφάσεων. Αλλά και οι ροές δεν είναι τεράστιες πλέον, το φαινόμενο μοιάζει να φθίνει και ο κόσμος ελπίζει ότι θα σταματήσει οριστικά κάποια στιγμή. Αν και καταλύτης ήταν οι πόλεμοι στη Συρία και τη Λιβύη, το πρόβλημα είναι, όπως είπαμε νωρίτερα, βαθύτερο, σχετίζεται με την εξαθλίωση του τρίτου κόσμου, την οικολογική καταστροφή και τις αντιδημοκρατικές πολιτικές των κυβερνήσεων πολλών αναπτυσσόμενων χωρών.

 

Πιστεύω ότι το ζήτημα δεν θα λυθεί από μόνο του. Μπορεί κάλλιστα να επιστρέψει, αν δεν παρέμβουν κάποια στιγμή οι ανεπτυγμένες χώρες με επενδύσεις σε αυτές τις χώρες, εμπορικές συμφωνίες και προγράμματα οργανωμένης μετανάστευσης.

 

— Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε να δώσετε στο βιβλίο σας τον τίτλο «Είμαστε πλασμένοι από χώμα»;

Η βιβλική ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από χώμα, ότι το μυστήριο της συνείδησης προκύπτει από την ταπεινότερη, ανεξάντλητη, άνευ αξίας ύλη, νομίζω ότι εμπνέει ταπεινοφροσύνη, προτρέπει να αποφεύγουμε το άκριτο δέος για την ευφυΐα, τον ηρωισμό, την εξουσία, τα επιτεύγματα κάποιων, αλλά και να δεχόμαστε ως ανθρώπινες τις αδυναμίες και τα πάθη μας. Με άλλα λόγια, είμαστε όλοι ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, συμπεριφορές που συχνά φανερώνονται μόνο σε ακραίες συνθήκες, όπως είναι τα τραγικά γεγονότα της προσφυγικής εμπειρίας. Ένα τέτοιο ακραίο επεισόδιο και τον τρόπο που αντιδρούν οι ήρωες σε αυτό αφηγείται και το βιβλίο.

 

— Ζείτε μόνιμα στο Λονδίνο. Πιστεύετε ότι Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Ας πούμε ότι γεννιέσαι. Αλλά είναι Έλληνας αυτός που γεννιέται από έναν ή δύο Έλληνες γονείς; Και αυτοί οι γονείς πρέπει να είναι γεννημένοι από Έλληνες οι ίδιοι; Πόσες γενιές πίσω στο γενεαλογικό δέντρο κάποιου πρέπει να πάμε για να δεχτούμε την ελληνικότητά του; Οι γονείς πρέπει να είναι χριστιανοί ορθόδοξοι; Και αν, εν πάση περιπτώσει, οι γονείς είναι Έλληνες, πρέπει το παιδί τους να έχει γεννηθεί στην Ελλάδα; Αν γεννηθεί στο εξωτερικό και ζήσει εκεί όλη του τη ζωή θεωρείται Έλληνας; Αν όχι, πότε πρέπει να επιστρέψει στην Ελλάδα για να γίνει μέλος του «κλαμπ»; Ως ποια ηλικία; Αν δεν μιλάει ελληνικά;

 

Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι δικαιότερο και πιο πρακτικό να δίνουμε την ευκαιρία –και να το πιστεύουμε επίσης– σε όποιον έχει αποκτήσει πλήρη πολιτικά δικαιώματα στην Ελλάδα, ύστερα από κάποια χρόνια μόνιμης διαμονής, να αναγνωριστεί όχι μόνο νομικά αλλά και ηθικά ως Έλληνας, άσχετα από καταγωγή, θρησκευτική πίστη και άλλη υπηκοότητα. Δεν βλέπω τον λόγο να το στερήσουμε από κάποιον που έχει την ανάγκη ή απλώς την επιθυμία να αισθανθεί Έλληνας –αυτός και ακόμα περισσότερο τα παιδιά του–, αν συνεισφέρει με τον τρόπο του στην κοινωνία και συμφωνεί με τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

— Τι σημαίνει για σας η λέξη «πατρίδα»;

Είναι ο τόπος όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια, εκείνα τα χρόνια που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου, ακόμα και αν έχω ζήσει ήδη περισσότερο κάπου αλλού.

 

— Πώς οδηγηθήκατε στη λογοτεχνία;

Μέσω της αγάπης για το διάβασμα και την ανάγκη να επικοινωνήσω με κάποιον τρόπο με τους ανθρώπους γύρω μου, σε μια κοινωνία που δεν γνώριζε την ιστορία της πατρίδας μου, την καθημερινότητα μέσα στην οποία μεγάλωσα, ούτε είχε την ίδια αίσθηση του χιούμορ.

 

Refugees
Ο Πάνος Καρνέζης, στο βιβλίο του ουσιαστικά σκιαγραφεί όλες τις σκοτεινές εκφάνσεις που συναντάμε στο προσφυγικό πρόβλημα: τον αποχωρισμό της πατρίδας, το συναισθηματικό κόστος, τα σύνορα αλλά και τις τραγικές ανθρώπινες ιστορίες.  Φωτ.: Eurokinissi

 

— Τι είναι για εσάς η συγγραφή; Μέσα από τη συγγραφή ανακαλύψατε πράγματα που δεν γνωρίζατε για τον εαυτό σας;

Καταρχάς, επικοινωνία. Αυτή είναι η αίσθηση που έχω όποτε γράφω και δεν έχει αλλάξει από το πρώτο βιβλίο. Είναι μια προσπάθεια να μοιραστώ με τον αναγνώστη τα ζητήματα που με απασχολούν, τις ιδέες μου, τις ανησυχίες, τα ενδιαφέροντά μου. Αλλά είναι επίσης και μια επιθυμία να διασκεδάσω τον αναγνώστη, όχι απλώς με τη στενή έννοια του χιούμορ και του σασπένς αλλά με την ευχαρίστηση που παίρνουμε όταν βυθιζόμαστε σε ένα βιβλίο και ξεχνάμε ότι διαβάζουμε μια φανταστική ιστορία.

 

Αν και δεν είναι πρόθεσή μου, συχνά ανακαλύπτω πράγματα για τον εαυτό μου γράφοντας, αλλάζω άποψη για κάποια, ξαφνιάζομαι με άλλα. Η μυθοπλασία είναι για τον συγγραφέα ό,τι είναι το εργαστήριο ενός επιστήμονα. Ο τρόπος που αντιδρούν οι χαρακτήρες του βιβλίου στην πλοκή είναι τα πειράματα που κάνει ο συγγραφέας, δίχως να γνωρίζει απόλυτα τι θα ανακαλύψει. Μέσα από αυτά που γράφει ζει καταστάσεις που συχνά δεν του έχουν τύχει και έτσι τις βιώνει, ως ένα σημείο, χωρίς τον άμεσο κίνδυνο της πραγματικότητας.

 

— Τι αναζητάτε μέσα από την ανάγνωση βιβλίων;

Καταρχάς, εκτιμώ την απλότητα της έκφρασης, που όμως δεν πρέπει να συνεπάγεται και απλοϊκότητα, γιατί ξέρω πόσο δύσκολο είναι να εκφραστεί κανένας λιτά, καθαρά, με ακρίβεια. Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο, με γοητεύουν οι ιστορίες, όχι τόσο με την πρωτότυπη πλοκή όσο με την προσέγγιση του συγγραφέα τους. Ψάχνω για έναν συγγραφέα που να δείχνει συμπάθεια σε όλους τους ήρωές του, καλούς και κακούς, ακόμα και σ’ εκείνους με τους οποίους θα διαφωνούσε στην πραγματικότητα, έναν συγγραφέα που δεν χλευάζει ακόμα και όταν κάνει σάτιρα, δεν καταδικάζει, δεν έχει ιδεολογικές εμμονές και κλισέ απόψεις για πολύπλοκα ζητήματα.

 

— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;

Μεγάλωσα στην Αθήνα, αν και η εμπειρία των πρώτων παιδικών μου χρόνων στην επαρχία –γεννήθηκα στην Αμαλιάδα–, όπου ζήσαμε για λίγο, με ακολουθεί ακόμα. Ίσως γιατί διατηρήσαμε τους δεσμούς μας με τον τόπο εκείνο και τον επισκεπτόμασταν συχνά μέχρι που ενηλικιώθηκα. Πρέπει να παραδεχτώ ότι ήμουν τυχερός σε αυτό. Το περιβάλλον μιας μικρής πόλης –οι λιγότεροι άνθρωποι, η εγγύτητα στη φύση, ο πιο αργός ρυθμός ζωής– δίνουν σε ένα παιδί περισσότερες ευκαιρίες να καλλιεργήσει τη φαντασία του απ’ ό,τι αν ζούσε σε μια μεγάλη πόλη σαν την Αθήνα, όπου οι εικόνες, οι εμπειρίες, τα ερεθίσματα, ο αμέτρητος κόσμος, ο θόρυβος, το ένα, το άλλο, είναι πολλά για ένα παιδί, που δεν μπορεί να τα διαχειριστεί όπως ένας ενήλικας.

 

Ακόμη και ως μεγάλοι, άλλωστε, έχουμε συχνά την ανάγκη να κρατήσουμε λίγη απόσταση από την πραγματικότητα για να βρούμε τον χρόνο, να κάνουμε χώρο στο μυαλό μας για να σκεφτούμε κάτι ή να πάρουμε μια απόφαση, πόσο μάλλον ένα παιδί.

 

— Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;

Ο θάνατος. Δεν θέλω να τον σκέφτομαι.

 

— Πείτε μου μια βαθιά πληγή που σας ακολουθεί ακόμη.

Μια φουσκάλα στο πόδι (γέλια). Και, επίσης, η σκέψη ότι έχασα χρόνια μέχρι να ανακαλύψω τι πραγματικά ήθελα να κάνω στη ζωή μου και μετά κι άλλο χρόνο ώσπου να βρω το θάρρος να το τολμήσω. (Πάντως, η φουσκάλα πονάει περισσότερο.)

 

— Υπάρχει κάτι που να σας λείπει;

Χρόνος. Ήταν μεγάλο λάθος να έχει η μέρα μόνο είκοσι τέσσερις ώρες. Νομίζω ότι γύρω στις σαράντα θα έφταναν για όσα θα ήθελα να κάνω και να μένουν και κάποιες για ξεκούραση.

 

— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Την οικογενειακή ζωή, τις κοντινές φιλίες, τη δημιουργικότητα.