Ο Λακαριέρ, αυτός ο «ξένος» που εκτίμησε βαθιά τη φτωχική πλευρά του ελληνικού καλοκαιριού

ΕΠΕΞ Λακαριέρ Facebook Twitter
Στο Πόρτο Γερμενό. Φωτ.: Ζακ Λακαριέρ
0

«Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947 και το τελευταίο το φθινόπωρο του 1966. Η τελευταία εικόνα μου: ένα νησί του Αιγαίου άδεντρο, μ’ ένα μοναδικό χωριό, τοπίο απογυμνωμένο, με τη μιζέρια και την ομορφιά συναρμοσμένες σα δυο πλαγιές του ίδιου λόφου. Μιζέρια και ομορφιά…» Έτσι ξεκινά να αφηγείται ο Ζακ Λακαριέρ, o Γάλλος ελληνιστής και συγγραφέας, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και διανοούμενος ταξιδευτής, προσεκτικός και τρυφερός παρατηρητής της Eλλάδας, λάτρης των τόπων και των ταπεινών ανθρώπων της, τα ταξίδια του σε αυτήν στο Ελληνικό Καλοκαίρι (μτφρ. Ιωάννα Χατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή).

Γεννήθηκε στη Λιμόζ το 1925 και σπούδασε Φιλοσοφία και Λογοτεχνία. Στο λύκειο, τα μαθήματα ελληνικών τον «έμπασαν εξαρχής στην καρδιά ενός άλλου κόσμου, ενώ αργότερα προστέθηκε η ανακάλυψη της μυθολογίας, ενός κόσμου φανταστικού όπου το καθετί βρισκόταν στον αντίποδα της καθημερινής ζωής». Σε αντίθεση με τους μύθους, η ιστορία, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία της Ελλάδας δεν του πρόσφεραν παρά μια σειρά από απατηλές εικόνες: κολόνες, ερείπια και «όντα ακίνητα» που τα κοσμούσαν. Πάντως, ως παιδί, ονειρευόταν συχνά την Ελλάδα.

Ο Λακαριέρ ταξίδεψε στη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη, όχι στις πόλεις, αλλά στα χωριά και στα βουνά και στις θάλασσες και στα νησιά. Την έμαθε μέσα από τους ανθρώπους του μόχθου, τον κόσμο της φτωχολογιάς και του χωριού μέσα σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας.

Έφτασε στην Ελλάδα το 1947, στην καρδιά του Εμφυλίου, και όσα αντίκρισε έδιωξαν για πάντα τις ιδανικές και κατασκευασμένες εικόνες της εφηβείας του, ωστόσο του έδειξαν πως η χώρα εξακολουθούσε να υπάρχει. Το πρώτο του ταξίδι εδώ το έκανε ως ερασιτέχνης ηθοποιός με τον θίασο του Antique Theâtre της Σορβόνης· έπαιξαν Πέρσες και Αγαμέμνονα στην Αθήνα και την Επίδαυρο, όπου χιλιάδες χωριάτες ήρθαν από κάθε γωνιά της Πελοποννήσου για να δουν μια παράσταση παιγμένη στα γαλλικά!

ΕΠΕΞ Λακαριέρ Facebook Twitter
Ο Λακαριέρ ταξίδεψε στη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη, όχι στις πόλεις, αλλά στα χωριά και στα βουνά και στις θάλασσες και στα νησιά.

Σαν σε αρχαία γιορτή κάθονταν κάτω από τα πεύκα για το σπουδαίο γεγονός: το θέατρο λειτουργούσε – εκτός από μια παράσταση που είχε ανεβάσει η Σορβόννη το 1936 για πρώτη φορά μετά από 25 αιώνες. Ταξίδεψε στους Δελφούς που βρίσκονταν στα χέρια του ΕΛΑΣ, σε έναν τόπο έρημο, παραδομένο στα φαντάσματα της Ιστορίας, και από αυτό το αλλόκοτο ταξίδι κατάλαβε ότι ο πόλεμος που διεξαγόταν ήταν πιο άγριος και δολοφονικός από εκείνον μεταξύ Ελλήνων και Τρώων και απαλλάχθηκε από «την οπτασία των λιθαριών».

Ο Λακαριέρ ταξίδεψε στη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη, όχι στις πόλεις, αλλά στα χωριά και στα βουνά και στις θάλασσες και στα νησιά. Την έμαθε μέσα από τους ανθρώπους του μόχθου, τον κόσμο της φτωχολογιάς και του χωριού μέσα σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας. Γνώρισε τα μπουζούκια και τα ρεμπέτικα, τον Σπαθάρη, τους ποιητές και τους συγγραφείς, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Σινόπουλο, τον Ταχτσή, τον Πλασκοβίτη, τον Βασιλικό, τον Πεντζίκη – κάποιους τους μετέφρασε υποδειγματικά και κατάλαβε ότι οι ποιητές, από την εποχή του Σολωμού, προσφέρουν, ο καθένας στη γλώσσα του, τα δώρα της δημιουργίας τους σαν μαγικά ξόρκια. Κατάλαβε τη γλώσσα μας όσοι λίγοι «μη Έλληνες». 

Αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1950, χωρίς λεφτά, κάνοντας οτοστόπ από την Αβινιόν, με έναν τρόπο ανεπανάληπτο, πλαγιάζοντας πολλές φορές τη νύχτα στο ύπαιθρο, τρώγοντας μαύρο ψωμί, ελιές και ντομάτα ή ως φιλοξενούμενος των ντόπιων. Ταξίδεψε στα ερειπωμένα μοναστήρια των Μετεώρων με τις σκιές των φαντασμάτων και έφτασε στο Άγιο Όρος, την άχρονη νησίδα όπου τίποτα δεν μεταβαλλόταν.

Η πυκνότητα και η ροή της αφήγησής του για το μέρος αυτό, στο οποίο ταξίδεψε τρεις φορές, είναι σχεδόν εξαντλητική. Εκεί ανακάλυψε το αθωνίτικο ψωμί, ερημίτες σαν τον Νικώνιο με συναρπαστικά βιογραφικά, τις οσμές από λιβάνι, κουζίνα και απόπατο, τη γεύση του καλού κρασιού. Έζησε περιστατικά με μοναχούς που πήγαν να τον κουτουπώσουν, γέλια και κρυφά δράματα μέσα στο μισόφωτο των κελιών – έτσι ανακάλυψε την αγνοημένη εναπομείνασα βυζαντινή Ελλάδα.

ΕΠΕΞ Λακαριέρ Facebook Twitter
Φωτογραφία του Jacques Lacarrière από την έκθεση «Η Ελλάδα μέσα από τον φακό του Ζακ Λακαριέρ» που έγινε το 2008 στο Μουσείο Μπενάκη.

Έφτασε στην Κρήτη, λαθρεπιβάτης, άφραγκος πάντα, και πήρε τον δρόμο για την Κνωσό, χωρίς να ρίξει μια ματιά στο Ηράκλειο. Οι τουρίστες ήταν ανύπαρκτοι, κοιμόταν στους εξώστες του ανακτόρου, έτρωγε τα φιλέματα του φύλακα, έμαθε κάθε γωνιά του παλατιού σαν να ξεφύλλιζε ένα βιβλίο. Ένιωσε ευτυχής, έμαθε τη γλώσσα των ανασκαφών και ενός κόσμου πολύ διαφορετικού από τον ελληνικό.

Ήταν ο πρώτος επισκέπτης της Φαιστού μεταπολεμικά, ο πρώτος που έφτασε στα χωριά και γνώρισε, εκτός από τους τόπους, άντρες που δεν ανήκαν στη θάλασσα, περήφανους και αφέντες, γυναίκες ξυπόλυτες, μαυροντυμένες, ζαρωμένες από τον ήλιο και το μεροδούλι, τα κατσικίσια τυριά, τα γιγάντια άστρα της νύχτας, τις μυρωδιές της τραγίλας και του ρετσινιού. Για τον Λακαριέρ σφάξανε «μια εκατόχρονη σκληρή σαν πέτρα γίδα» και ο φίλος του ο Αντώνης του μαγείρεψε έναν αετό που δεν είχε καμία σχέση με τους αετούς της Ίδης οι οποίοι πίνουν νερό από τον πάγο που στεφανώνει τη βουνοκορφή του.

Μετέφρασε τον Κρητικό του αυστηρού Πρεβελάκη και έγραψε ότι η Κρήτη αργότερα έγινε ένας τόπος πολύ διαφορετικός από εκείνον που είχε γνωρίσει, τόπος όπου δίνουν ραντεβού αποβλακωμένοι τουρίστες, και ότι η «τουριστική ανάπτυξη» σε απομονώνει από κάθε σημαδιακή συνάντηση και σωτήρια εμπειρία. Μέσα στα δυστυχισμένα χωριά και στις τόσο φτωχές, μα ζεστές φαμίλιες ο Λακαριέρ μπόρεσε να ελευθερωθεί από τον τόπο της γέννησής του και τον πλαστό ομφάλιο λώρο, εκεί άρχισε τη μαθητεία του ως αληθινός ταξιδιώτης, δίνοντας στη λέξη έναν αξιομνημόνευτο ορισμό: «… Είναι αυτός που στον κάθε τόπο που διασχίζει, με μόνες τις συναντήσεις των άλλων και την αναγκαία λησμονιά του εαυτού του, ξαναπιάνει να γεννιέται από την αρχή».

Οκτώ χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στην Επίδαυρο το 1947 ως ερασιτέχνη ηθοποιού, ξανάπαιξε εκεί, μόνο που πλέον οι θεατές δεν έρχονταν με γαϊδούρια αλλά με πούλμαν. Έλειπε η ατμόσφαιρα που είχε ζήσει, η σιωπή των χιλιάδων χωρικών που παρακολουθούσαν, στο φως της μέρας, με κρατημένη ανάσα, κάθε κίνηση των ηθοποιών, μια εμπειρία που θα ’πρεπε να δοκιμάσει μια φορά στη ζωή του κάθε ηθοποιός.

ΕΠΕΞ Λακαριέρ Facebook Twitter
Φιλάρετος μοναχός Καρουλιώτης (1872-1962). Φωτογραφίες του Jacques Lacarrière (1954).

Ο Λακαριέρ ταξίδεψε στις Μυκήνες και στην Αρκαδία και στα σκοτεινά νερά της Στυγός, γνώρισε τις αναιμικές γιαγιάδες, τους πελιδνούς χωρικούς, τους κοιλαράδες παπάδες, χαρακτηριστικές μορφές αυτών των τόπων. Δεν ήταν ο εκκεντρικός ταξιδιώτης, ο αστός που είδε την Ελλάδα ως χώρα εξωτική, ταξίδεψε κατάστρωμα γιατί δεν είχε ποτέ λεφτά. Δεν συνεργαζόταν με εκδοτικό οίκο, δεν του πλήρωνε κανένα ινστιτούτο τα προς το ζην, η ζωή και οι δραστηριότητές του δεν δεσμεύονταν από κανέναν και από τίποτα.

Τα δοκίμια που δημοσίευσε είναι πάνω απ’ όλα η έκφρασή του, όχι η αντικειμενική μελέτη ενός συγκεκριμένου χώρου μάθησης. Έτσι κατάφερε να ζωγραφίσει και να αποδώσει ενωμένη τη χώρα μας με μαβιά και γαλάζια και πολλά γκρίζα και λευκό από τα κρινάκια της Κνωσού. Κάτεχε τη γλώσσα μας και την αισθάνθηκε. Λόγω της έλλειψης χρημάτων γνώρισε, όπως έγραψε, την Ελλάδα όπως «οι ίδιοι οι Έλληνες τη ζούνε και την τριγυρίζουν, μαζί τους, δίπλα τους και μέσα στα σπίτια τους».

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Ζακ Λακαριέρ, Το Ελληνικό Καλοκαίρι, Μτφρ.: Ιωάννα Χατζηνικολή, Εκδόσεις Χατζηνικολή

Αδιάφορος για τις υλικές ανέσεις, συνεχίζει «ακόμα και σήμερα, αν ήταν να πληρώσω την ομορφιά ή την αλήθεια με τούτο το τίμημα θα κοιμόμουν στην ύπαιθρο και θα τρεφόμουν με ελιές όσο καιρό έπρεπε. Είναι ο σκοπός, ο μόνος σκοπός που δεν πρέπει να χάσετε από τα μάτια a fortiori όταν πρόκειται για ταξίδια».

Ένιωσε τους τόπους και είδε και την άλλη όψη τους, πέρα από την «τουριστική», την Ανάφη των εξόριστων, την Πάτμο –ιδανικό μέρος για συνέδριο μελλοντολογίας–, την αφιλόξενη Σέριφο και τις πάμφτωχες Σίκινο και Φολέγανδρο, το ζωγραφισμένο νεραϊδένιο χωριό της Χίου, τη Σαλαμίνα, το θαύμα το ελληνικό μιας ζωής που κρατιέται μπουκιά με μπουκιά και γουλιά με γουλιά και επιβιώνει. «Το θαύμα ενός τόπου όπου τα παιδιά που παίζουν μ’ ένα καβούρι εξακολουθούν να λένε “χαροπαλεύει”». 

Το βιβλίο του, αν και εντάσσεται στην ταξιδιωτική λογοτεχνία, φέρει την κουλτούρα του, έτσι όπως τη βίωσε, «… εκεί που αυτό που ονομάζουμε γνώση είναι εσωτερική μετάλλαξη τω κυττάρων, σωματική μάθηση, σπλαχνική, των συγκινήσεων και των τραγουδιών του σώματος…». Διάβασε Κόντογλου, ένα αληθινό άνθρωπο του Βυζαντίου που κατά λάθος βρέθηκε στην εποχή μας, και γνώρισε τον Πεντζίκη, «άνθρωπο όλων των εποχών», όπως τον αποκαλεί, ένα βυζαντινό σουρεαλιστή.

Αυτό που στάθηκε πιο αποκαλυπτικό στα ελληνικά καλοκαίρια του Λακαριέρ ήταν τα ρεμπέτικα, η ατμόσφαιρα, τα ανώνυμα πρόσωπα, φορτηγατζήδες και ψαράδες και συμπότες σε κάποιον καφενέ άθλιο αλλά αλησμόνητο. «… Όλο αυτό με το μπαστάρδεμα του τουρισμού που μεταμφιέστηκε σε κατεψυγμένους αστακούς και τρομακτικούς λογαριασμούς και πιάτα που σπάζουν με βαριεστημένα ώπα! Δεν είναι το ρεμπέτικο που πέθανε. Πέθανε μια εποχή και μια συγκεκριμένη αλήθεια».

Ήταν ένας τυχερός ταξιδευτής ο Λακαριέρ· η Ελλάδα, ως άλλη Ιθάκη, του «έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι». Είδε έναν τόπο ρημαγμένο και με τις αισθήσεις, ψυχικά, ανακάλυψε την ομορφιά, την άλλη χώρα τη σιωπηλή, στο περιθώριο της Ιστορίας, χαρτογράφησε με γενναιότητα και χιούμορ πάθη και λάθη και αρετές, έγραψε ένα προφητικό βιβλίο. Δεν έζησε για να δει ότι αυτά που έγραψε για τους ανόητους τουρίστες έγιναν πραγματικότητα, κανένας δεν αναγνωρίζει πια κανέναν τόπο.

Ο «αναπαλλοτρίωτος» άξονας αυτής της χώρας που περιγράφει δεν υπάρχει πια. Είναι σαν αγκάθι βουτηγμένο σε μέλι αυτό το βιβλίο, μια βίβλος της μεταπολεμικής περιόδου, ένα παλίμψηστο μιας Ελλάδας όπου υποκριτικά θρηνούμε ό,τι χάθηκε, ενώ υπήρξαμε νωθροί θεατές της διάλυσής της. Ο Λακαριέρ, αυτός ο «ξένος», με σοφία και συναίσθηση εκτίμησε βαθιά και χαιρόταν τόσο τη γλώσσα των ποιητών όσο και τα φτωχικά τσαρδάκια. Αυτό που του δόθηκε πλουσιοπάροχα, η ατόφια, άδολη φιλοξενία μας, το επιστρέφει μέσα από το Ελληνικό Καλοκαίρι, ένα απαραίτητο βιβλίο Ιστορίας, λαογραφίας, κοινωνιολογίας, ένα χρονικό μιας εποχής που σκεπάστηκε και λησμονήθηκε από τις σκόνες της ανάπτυξης.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Βιβλίο / Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Ο γιατρός και συγγραφέας, που τα βιβλία του είναι όλα μπεστ σέλερ, βρέθηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και συζήτησε με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου για το τραύμα και τη σύγχρονη ζωή, αλλά και για τη γενοκτονία στη Γάζα, που ο ίδιος, ως Εβραίος, θεωρεί ότι είναι χειρότερη από το Άουσβιτς.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ