Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε και η μούσα της ποιήσεως

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε και η μούσα της ποιήσεως Facebook Twitter
Ο Πόε ήταν όλος ποίηση, μουσική και εικόνες. Για την ακρίβεια, ήταν η ίδια η ποίηση ενσαρκωμένη σε ένα αλλόκοτο πλάσμα... Εικονογράφηση: Αthenean Sailor/ LIFO
1

Για μένα η ποίηση δεν ήταν σκοπός, ήταν πάθος» γράφει ο Έντγκαρ Άλαν Πόε στην εισαγωγή της έκδοσης των ποιημάτων του το 1845, δίνοντας το στίγμα του σπουδαίου του έργου. Και η αλήθεια είναι ότι δεν έγραψε ούτε λέξη, ούτε στίχο έξω από τον περίτεχνα φασματικό και άκρως ποιητικό κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε. Δεν λειτούργησε, άλλωστε, ποτέ ως παρατηρητής. Σχεδόν κατοικούσε, ψυχή τε και σώματι, στους φανταστικούς αυτούς κόσμους, καθώς όλο του το εκφραστικό μεδούλι εντοπιζόταν στην καρδιά των ενδιάμεσων τόπων: στον «Αλ Ααράαφ», αυτό το παράξενο καθαρτήριο ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο, στο υακίνθινο νησί, μέσα στον Ποταμό, στο «Βυθισμένο Παλάτι». Γι' αυτό και ο μεταφραστής Γιώργος Βαρθαλίτης είναι απόλυτα ακριβής όταν τονίζει στα προλεγόμενα της έκδοσης των Αναλέκτων του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Gutenberg, πως «τα πάντα εδώ γίνονται καθρέφτες ψυχικών καταστάσεων, τα πάντα εσωτερικεύονται. Το "Μαγεμένο Παλάτι", λ.χ., δεν βρίσκεται κάπου έξω: είναι μέσα μας, είναι η εσωτερική μας φθορά και παρακμή. Η "Βυθισμένη Πολιτεία" συμβολίζει μια ψυχική κατάρρευση. Και, φυσικά, η "Κοιλάδα της Ταραχής" μια περιοχή του πνεύματος χαρτογραφεί». Αρχίζοντας το ταξίδι του από μέσα, από τα έγκατα του ψυχικού κόσμου, ο Πόε άρχισε από πολύ νωρίς να περιφέρεται μαζί με ονειρικούς ταξιδιώτες «εκτός ΤΟΠΟΥ κι εκτός ΧΡΟΝΟΥ» εκεί όπου «ποταμοί, βαθιές κοιλάδες, σπήλαια, βάραθρα, άγρια δάση, σχήματα που τα θολώνουν της δροσιάς τα δάκρυα γύρω», καταγράφοντας εικόνες, σκέψεις, «μνήμες ανθρώπινες, θλιμμένες παραδόσεις». Ο Πόε ήταν όλος ποίηση, μουσική και εικόνες. Για την ακρίβεια, ήταν η ίδια η ποίηση ενσαρκωμένη σε ένα αλλόκοτο πλάσμα.

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, εγκαινιάζοντας δυναμικά με τη γέννησή του αλλά και σφραγίζοντας τον 19ο αιώνα, υπήρξε ο ιδρυτής της αστυνομικής λογοτεχνίας και ο εκπρόσωπος της πιο ερμητικής ποίησης – το ποιητικό του σθένος απόλυτο, το όνομά του αλησμόνητο. Το σκοτεινό του όραμα καταυγάζει τους αιώνες.


Κι αυτό φαίνεται ήδη από πολύ νωρίς, από τότε που δημοσιεύει τα νεανικά, ακραία βυρωνικά εκείνα ποιήματα –τον περίφημο «Ταμερλάνο» και το κρυπτικό «Αλ Ααράαφ»– κόντρα στην κυρίαρχη σκέψη και κριτική. Βαθιά ρομαντικός, δεν εγκαταλείπει τον ακραία ονειρικό και συμβολικό του κόσμο για να γίνει πιο αρεστός στον πνευματικό κόσμο της εποχής του. Ξεπερνώντας κατά πολύ τα σημεία των καιρών, εξυφαίνει με τρόπο εντελώς ιδιοσυγκρασιακό το κυκλωτικό δίχτυ του λεκτικού του πλούτου που βρίθει συμβολισμών και ακολουθεί όχι τα κυρίαρχα λογοτεχνικά διδάγματα αλλά τις υπαγορεύσεις της δικής του μούσας. Είναι αντίστοιχα οι μούσες που στοίχειωναν τα νεανικά του ποιήματα και επανέρχονται ακόμα πιο αδυσώπητες και κραταιές στα ωριμότερα. Εύλογα, λοιπόν, οι εκδόσεις Gutenberg προχώρησαν στην ιστορική έκδοση των ποιημάτων του, χωρίζοντάς τα σε δύο ενότητες, στα «Νεανικά» και στα «Ανάλεκτα», βασιζόμενες στη συλλογική έκδοση που έφερε την υπογραφή της επιμέλειας του Τόμας Μάμποτ, και συνοδεύοντάς τα από τα αλησμόνητα, πανέμορφα χαρακτικά του Ρόμπινσον. Το μεταφραστικό έργο, που φέρει έντονα τη ρομαντική σφραγίδα του ποιητή, υπογράφει ο Γιώργος Βαρθαλίτης σε επιμέλεια του μακαρίτη Δημήτρη Αρμάου – μια συνεργασία που τιμά το άχθος της σχολαστικής απόδοσης. Σάμπως να ακολουθεί αυτό το μακρύ έργο που εμπνέεται από την παρουσία της Μούσας και μοιάζει με ατελείωτη Οδύσσεια στα έγκατα των λέξεων: επικαλούμενος τη γυναικεία μορφή, ο Πόε εγκαταβιώνει στον κόσμο που στήνει εκείνη την ώρα άλλοτε η εκάστοτε «άνασσα αγκυροβολημένου βασιλείου», η Νεσάκη –μια άλλη μορφή της Ναυσικάς από την ομηρική Οδύσσεια–, άλλοτε η ωραία Ελένη κι άλλοτε η ίδια η Σαπφώ. Στα ποιήματα της ωριμότητάς του η μούσα αποκτά μια πιο σαφή και ενσαρκωμένη θέση: γίνεται η Ελεωνόρα στο «Κοράκι» και στο ομώνυμο ποίημα, η Βαλεντίνη κι η Ελένη την οποία βλέπει ξαπλωμένη και λευκοντυμένη, όταν «σε βιολετιά πλαγιά και το φεγγάρι έπεφτε στ' ανοιγμένα πάνω ρόδα». Κυρίαρχη, επίσης, η διάσημη πλέον μορφή της Άναμπελ Λι, που τόσο αγάπησαν γενιές και γενιές ποιητών και όλα τα σύγχρονα ρομαντικά τέκνα, αλλά και η Ισαβέλα, η άγνωστη αυτή «κάποια στον παράδεισο». Η Βαλεντίνη. Μούσες που εμπνέουν και σχεδόν υπαγορεύουν βόμβες λεκτικής ενέργειας και εμμονές που επανέρχονται στον σχεδόν σαλεμένο από άγρια εικονοπλαστική δύναμη νου. Ο μόνιμος ρομαντικός αγώνας με τον έρωτα, τις λέξεις και την έμπνευση, το άρρητο και το σκοτάδι εδώ βρίσκουν την απολυτότητά τους. Ώρες-ώρες καταλαβαίνεις γιατί δεν μπόρεσαν οι συγκαιρινοί του να καταλάβουν τον Αμερικανό ποιητή και να ασπαστούν τα ζοφερά οράματά του: χαρακτηριστικό το κείμενο του προλόγου στην έκδοση των νεανικών ποιημάτων του 1831 –που ενσωματώνεται και στην ελληνική έκδοση–, όπου ο Πόε στέκεται αμείλικτος απέναντι στην κριτική. Αν «δουλειά του μεταφυσικού είναι να επιχειρηματολογεί, του ποιητή είναι να διαμαρτύρεται σ' αυτές τις μικρολογίες που θέλουν να καταντήσουν την ποίηση σπουδή – κι όχι πάθος» όπως τονίζει, εξηγώντας γιατί γράφει με τη σάρκα, τη φλέβα που πάλλεται, το ίδιο του αίμα. Μανιασμένες σκέψεις διατρέχουν προελαύνοντα, θαρρείς, δάση, περίεργα άνθη όπως περουβιανά χρυσάνθεμα και νηπενθή, που τόσο τίμησαν ο μεγαλύτερος ίσως μαθητής του Πόε, ο Σαρλ Μπωντλαίρ, αλλά και απανταχού ρομαντικοί ποιητές, με κορυφαίο τον δικό μας Καρυωτάκη. Παράξενα οράματα βρίθουν από αναφορές σε κυρίαρχες εικόνες από παγκόσμιους θρυλικούς μύθους, όπως ο έρωτας του Φάωνα στη Λευκάδα, ινδικούς μύθους για τον Έρωτα που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον ποταμό Γάγγη αλλά και πολλαπλές αναφορές στη χριστιανική διδασκαλία του Μίλτωνα, παραπομπές στη Βίβλο και το Κοράνι.

Πολύφερνος έτσι λεκτικά και σημασιολογικά, ο Πόε εισβάλλει στα γράμματα της Νέας Αγγλίας και ταράζει το λογοτεχνικό και ποιητικό σύμπαν: δεν είναι να απορείς που ο Μέλβιλ είναι ο ιδανικός συνομιλητής του. Είναι βέβαιο πως οι Αμερικανοί ρομαντικοί, επαναστάτες, ακόμα και σύγχρονοι ρέμπελοι δεν θα ανακάλυπταν τη βιωμένη εμπειρία της ποιήσεως και την αρχή της αναπόλησης αν δεν είχε περάσει ο Πόε από τα μέρη τους. Πολύ λυρικός για να είναι Αμερικανός, πολύ απόλυτος για να μπορέσει να χωρέσει στα κλειστά σπάργανα του ωφελιμισμού – κι αυτό το ήξερε ο ίδιος καλά. Στα κριτικά του δοκίμια επέμενε πως τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα παραμένουν γι' αυτόν πάντα ανοιχτά, κόντρα στην αμερικανική πεποίθηση που ανέκαθεν διεκδικούσε το βέλτιστο αποτέλεσμα και την ευτυχία – εδώ, αντί για απάντηση και λύση, ζωντανό παραμένει μονάχα το μυστήριο. Ένας ανεξιχνίαστος καπνός καλύπτει τα άσματα του Καθαρτηρίου που είναι ο τόπος στον οποίο παραμένει ο ίδιος εγκλωβισμένος ως ποιητής μέχρι τέλους, με αποτέλεσμα το ποιητικό ταξίδι του να καταλήγει να είναι μια ατελεύτητη Νέκυια: «Μα στις λίμνες πλάι που απλώνουν / τα νεκρά, έρημα νερά τους-/ τα θλιμμένα τα νερά τους / παγωμένα από το χιόνι / κρίνων που σ' εκείνα γέρνουν-/ μέσα σ' όρη και ποτάμια-/ που συνέχεια ψιθυρίζουν-/ και σε δάση και σε βάλτους / που φωλιάζουν τα βατράχια / και σε λίμνες στοιχειωμένες / και στα βέβηλα τα μέρη-/ στις μελάγχολες τις κόχες-/ εκεί βλέπει ο ταξιδιώτης / μνήμες από το παρελθόν του / μες σε σάβανα ντυμένες / μνήμες που τον προσπερνάνε / συνεχώς και αναστενάζουν-/ ήσκιους φίλων πεπλοφόρους / φίλων που έχουνε πεθάνει» γράφει ο ποιητής στον «Δήμο Ονείρων».


Αυτό είναι το μόνιμο ζήτημα που επανέρχεται ξανά και ξανά, καθώς, ακόμα κι αν απαντήσουμε στο μήνυμα της Σφίγγας, ποτέ δεν θα βγούμε κερδισμένοι στη μάχη με τον θάνατο. Αυτός θα παραμονεύει, αφήνοντας τα μυστήρια άλυτα και τα ερωτήματα ανοιχτά. Εξού και ότι ο Πόε «δεν ανέθεσε ποτέ στον chevalier Ωγκύστ Ντυπέν να διαλευκάνει τον παμπάλαιο φόνο του Ανθρώπου του Πλήθους ή να δώσει μια εξήγηση για φάντασμα που, μες στο μαυροκόκκινο δωμάτιο, κεραυνοβόλησε τον μασκοφόρο πρίγκιπα Πρόσπερο» όπως θα γράψει μετέπειτα ο Χόρχε Λούις Μπόρχες (Δοκίμια, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ανοιχτά και άλυτα, σπαρακτικά και παράφορα, τα μυστηριώδη όνειρα που κατέγραψε ο Πόε στα ποιήματα και στις εξίσου ονειρικές ιστορίες του ήταν απλώς απεικάσματα της ίδιας της ζωής του. Στις γωνιές της πραγματικότητας ο θάνατος θα κατισχύει πάντα, αφήνοντάς τον ορφανό από τους δυο γονείς και στερημένο από την αγαπημένη του σύζυγο, με αποτέλεσμα πολύ σύντομα να βρεθεί να δίνει άνιση μάχη με τους δαίμονες, το αλκοόλ και τους νεκρούς του. Όχι τυχαία, κανείς δεν θα καταφέρει να εξιχνιάσει γιατί ο θάνατος τον πήρε επίσης πολύ γρήγορα από τη ζωή, μόλις στα σαράντα του χρόνια, στερώντας τόσες άλλες δυνατότητες φασματικής, ενδελεχούς και ενδοσκοπικής ενατένισης. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, εγκαινιάζοντας δυναμικά με τη γέννησή του αλλά και σφραγίζοντας τον 19ο αιώνα, υπήρξε ο ιδρυτής της αστυνομικής λογοτεχνίας και ο εκπρόσωπος της πιο ερμητικής ποίησης – το ποιητικό του σθένος απόλυτο, το όνομά του αλησμόνητο. Το σκοτεινό του όραμα καταυγάζει τους αιώνες.

1

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ