Manès Sperber1. Tears in the rain: Σαν δάκρυ στη βροχή λέει το σπαραγμένο ανδροειδές στο Blade Runner, καθώς πασχίζει να υπερβεί τη θνητότητα και την αδυσώπητη παρέλευση του χρόνου. Δάκρυ στον ωκεανό τιτλοφορεί την τριλογία του ο  (1905-1984). Η Καμένη Βάτος, πρώτο αυτόνομο μέρος της τριλογίας, μας προσφέρεται σε ανεπίληπτη μετάφραση της Έμης Βαϊκούση, από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Όσο κι αν έχεις διαβάσει το Μηδέν και το Άπειρον του Άρθουρ Καίστλερ και όλες τις κριτικές που ασκήθηκαν από τα αριστερά στη σταλινική παράνοια (από τις εναρκτήριες του Βολίν και του Τρότσκι έως αυτές του Κώστα Παπαϊωάννου και του Κορνήλιου Καστοριάδη), η Καμένη Βάτος, με τη βαθύτατη ανθρωπιά της, με προγραμματική αρχή της τα λόγια του Τερέντιου «Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο» και με τη συνταρακτική υιοθέτηση της στάσης του μέγιστου Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στάση που συνίσταται στην καταβύθιση στο Κακό, στην ανατομία της τρικυμιώδους ανθρώπινης ψυχής και βουλήσεως και στη μεγαλοφυή ανάλυση της παραμικρής πτυχής της ψυχής, σκαλίζει στα σωθικά του ανθρώπου και συνάμα στα σπλάχνα της Ιστορίας.

 

Manès Sperber - Η καμένη βάτος. Μτφρ.: Έμη Βαϊκούση. Εκδόσεις Καστανιώτη. Σελίδες: 5742. Τούνελ: Από το 1933 έως το 1939, η ανθρωπότητα, αυτή η αιώνια ντεμπιτάντ, κατά τον Sperber, ζει συμπυκνωμένους όλους τους εφιάλτες που μπορεί να διανοηθείς. Τα αποτρόπαια, και ακόμη όχι πλήρως ερμηνευμένα, καθεστώτα του Αδόλφου Χίτλερ και του Ιωσήφ Στάλιν. Ανάμεσα σ' αυτά τα κολοσσιαία τυραννικά μορφώματα, όπου το Αδιανόητο κηρύσσεται παντοδύναμο και η Παράνοια χτίζει την έπαυλή της στον λόφο πάνω από την πόλη, συντρίβονται/συνθλίβονται εκατομμύρια σώματα/μυαλά/ψυχές. Ο Sperber, από τα μέσα, έχοντας γνωρίσει και ζήσει τους μηχανισμούς και τις διώξεις, συνθέτει την Καμένη Βάτο, ανάμεσα στα 1940 και 1948. Τότε που το πράγμα έκαιγε. Όχι εκ των υστέρων, με την άνεση αυτού που τα βάζει μ' ένα πτώμα, αλλά τότε που όλα παίζονταν. Το θάρρος του ανταλλάσσει χειραψία με το ταλέντο του και με τη συνθετική του δεινότητα. Το μυθιστόρημα προχωρεί με βαριά βήματα, με άλματα, με δύο βήματα μπρος κι ένα βήμα πίσω, με μια μύχια μουσική που ξέρει να εναλλάσσει τον ψίθυρο με το ουρλιαχτό, το μπλουζ με σφιγμένα τα δόντια με τον αναστεναγμό της προσδοκίας. Ο Sperber μας οδηγεί στο τούνελ της Ιστορίας πότε με το κεράκι του λυρισμού, πότε με τον προβολέα της τίγκα στη γνώση οδύνης και της τίγκα στην οδύνη γνώσης. Ο σοφός Στέτεν, έχοντας υποστεί, όπως και όλοι οι ήρωες του βιβλίου, τα πάνδεινα του παραλογισμού και της εκτροχιασμένης βαναυσότητας, λέει: «Πάντα ειρωνευόμουν τους αποστόλους που ήθελαν να παρασύρουν την ανθρωπότητα σε ψηλές πτήσεις και πάντα κατέγραφα με σεβασμό και τρυφερότητα τις ελάχιστες, αφάνταστα κοπιώδεις κινήσεις, χάρη στις οποίες επιτυγχανόταν μια πρόοδος ενός, έστω, χιλιοστού». Συναντιέται εδώ με το πρόγραμμα/πρόταγμα των ποιητών της Beat Generation που, σεμνά, έλεγαν ότι το έργο τους όλο ήταν η απόπειρα να κινήσουν τον κόσμο «κατά ένα εκατομμυριοστό της ίντσας».

 

3. Let's not chat about despair: Αν η Ιστορία είναι ο εφιάλτης από τον οποίο άλλοτε μπορούμε και άλλοτε δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε, αν τα γρανάζια κονιορτοποιούν κάθε θέλησή μας να αλλάξουμε τον κόσμο, αν πάντοτε βρίσκονται οι επιτήδειοι που θα κλέψουν τον καρπό του μόχθου των τιμίων, τι νόημα έχει κάθε επαναστατικό εγχείρημα; Προς τι οι λεγόμενες «μεγάλες αφηγήσεις», αν οδηγούν την προσδοκία στην προδοσία; Αν η γνώση γεννάει απόγνωση, γιατί να μη σβήσουμε απλούστατα το φως; Σε όλα αυτά απαντάνε όλες οι φωνές αυτού του αριστουργηματικά πολυφωνικού μυθιστορήματος. Γυναίκες και άντρες, υψηλόβαθμα κομματικά στελέχη και κτηνώδεις τραμπούκοι, όλοι μιλάνε και λένε ότι κάποτε θα γίνει Αδελφή του Ονείρου η Πράξη, κάποτε «θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση», κάποτε θα γίνει σκιά ο κυνισμός και κάποτε θα λάμψει ο πλούτος του φαινομενικά ασήμαντου. Όσο υπάρχουν άνθρωποι και όσο αναλαμβάνουν συγγραφείς σαν τον Manès Sperber να σκεφτούν, να μιλήσουν, να γράψουν για όσα ταλανίζουν και όσα φωτίζουν τον άνθρωπο, η ελπίδα δεν θα παύει ν' αχνολάμπει και η παρτίδα δεν θα πάψει να παίζεται.