LIVE!

Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Ποτέ δεν λάτρεψε το ποτό, ούτε ποτέ υπήρξε κυκλοθυμικός στη συμπεριφορά του, αν και φαίνεται ότι συχνά, αλλά διακριτικά, διατηρούσε κάποιες ερωτικές σχέσεις.
0

Tην Κυριακή 6 Μαρτίου 1927, στις εννέα το πρωί, κατά τη διάρκεια μιας απρόσμενης νεροποντής, γεννήθηκε ένα αγοράκι, ο Γκαμπριέλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες.

Η Λουίσα μού είπε ότι ο πατέρας της είχε φύγει από νωρίς για την εκκλησία, όταν τα πράγματα πήγαιναν «πολύ άσχημα», αλλά μόλις γύρισε στο σπίτι τα πάντα είχαν τελειώσει.

Το παιδί γεννήθηκε με τον ομφάλιο λώρο τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του –αργότερα θα απέδιδε την κλειστοφοβία του σε αυτή την πρώιμη ατυχία– και ζύγιζε, έτσι ειπώθηκε, δυόμισι κιλά.

Έτσι ξεκινά η βιογραφία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ενός από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς του 20ού αιώνα.

Ο συγγραφέας Τζέραλντ Μάρτιν αφηγείται την συναρπαστική του πορεία, δημιουργώντας μια βιογραφία τολμηρή και αποκαλυπτική όπως η δημοσιογραφία του Μάρκες, πολυεπίπεδη και γεμάτη πάθος όπως η γραφή του.

Δύο ήταν τα βασικά προβλήματά του: η λογοκρισία και η αναζήτηση του κατάλληλου θέματος.

Η συγκεκριμένη βιογραφία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μετάφραση Άδωνι Σαμσών, κυκλοφόρησε από την Μικρή Άρκτο το 2013.

«Η πιο ζωντανή μου ανάμνηση δεν είναι τόσο οι άνθρωποι, αλλά το σπίτι στην Αρακατάκα όπου έζησα με τους παππούδες μου. Είναι ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι και σήμερα.

 

Επιπλέον, δεν περνάει μέρα στη ζωή μου που να μην ξυπνήσω με την αίσθηση, πραγματική ή φανταστική, ότι έχω ονειρευτεί πως βρίσκομαι μέσα σε αυτό το τεράστιο παλιό σπίτι.

 

Όχι ότι έχω γυρίσει εκεί, αλλά ότι είμαι εκεί, όχι σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία ή για κάποιο ιδιαίτερο λόγο· σαν να μην έφυγα ποτέ. Ακόμη και τώρα, στα όνειρά μου εξακολουθεί να υπάρχει η αίσθηση ενός νυχτερινού προαισθήματος που κυριάρχησε σε όλη την παιδική μου ηλικία.

 

Ήταν μια ανεξέλεγκτη δυσθυμία που με κυρίευε νωρίς κάθε βράδυ και με ροκάνιζε στον ύπνο μου, μέχρι που έβλεπα τον ήλιο να χαράζει μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας».

Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Πάμπλο Νερούδα, 1972. (GARA-Αρχείο)

Μια μποέμικη παρέα 1950-53

Ο Γκαρσία Μάρκες ήταν ο νεότερος σε ολόκληρη την ομάδα, ο πιο αφελής και ο πιο άπειρος· σύμφωνα με τον Ιμπάρα Μερλάνο, ο Γκαρσία Μάρκες όχι μόνο δεν έβριζε, αλλά δεν ήθελε ούτε οι υπόλοιποι να βρίζουν.

Ποτέ δεν λάτρεψε το ποτό, ούτε ποτέ υπήρξε κυκλοθυμικός στη συμπεριφορά του, αν και φαίνεται ότι συχνά, αλλά διακριτικά, διατηρούσε κάποιες ερωτικές σχέσεις.

Ο Χερμάν Βάργας διατύπωσε την εξής παρατήρηση: «Ήταν ντροπαλός και ήσυχος, σαν εμένα και τον Αλφόνσο· αυτό ήταν κατανοητό, γιατί ήταν ο πιο επαρχιώτης από όλους μας. Επίσης, ήταν ο πιο πειθαρχημένος».

 

Εξακολουθούσε να είναι ο μοναδικός μέσα στην παρέα χωρίς χρήματα, ανέστιος, χωρίς σύζυγο ή φιλενάδα. Έμοιαζε με αιώνιο φοιτητή ή μποέμ καλλιτέχνη.

 

Δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώνει κανονικό ενοίκιο. Κατέληξε να μένει επί περίπου έναν χρόνο σε οίκο ανοχής, ο οποίος έφερε το όνομα «Residencias New York». Στον επάνω όροφο ήταν τα δωμάτια των ιεροδούλων, τα οποία διηύθυνε με αυστηρότητα η μαντάμ Καταλίνα λα Γκράντε.

 

Ο Γκαρσία Μάρκες ενοικίασε ένα από τα δωμάτια στον τελευταίο όροφο του κτιρίου προς ενάμισι πέσο τη βραδιά. Το δωμάτιο, που έμοιαζε περισσότερο με κλουβί, ήταν δεν ήταν τρία τετραγωνικά μέτρα.

 

Μια πόρνη ονόματι Μαρία Ενκαρνασιόν σιδέρωνε τα δύο παντελόνια και τα τρία πουκάμισά του μία φορά την εβδομάδα.

 

Ενίοτε δεν είχε χρήματα για να πληρώσει το ενοίκιο και αντ' αυτού έδινε στον θυρωρό Δάμασο Ροδρίγες το αντίγραφο από το τελευταίο του χειρόγραφο.

 

Έζησε σε αυτές τις συνθήκες, μέσα στη βουή από τον δρόμο και τους εκκωφαντικούς θορύβους, τις επιχειρηματικές συζητήσεις και τα μαλλιοτραβήγματα από το πορνείο, για σχεδόν έναν χρόνο.

Η χαρά της ζωής, η χαρά της γραφής και η λογοκρισία

Τα άρθρα του εκείνης της εποχής αποπνέουν όχι μόνο τη χαρά της ζωής, αλλά και τη χαρά της γραφής. Οι πρώτες εβδομάδες του 1950 υπήρξαν γι' αυτόν οι πιο ευχάριστες· τουλάχιστον όσον αφορά τη δημοσιογραφική του καριέρα.

Δύο ήταν τα βασικά προβλήματά του: η λογοκρισία και η αναζήτηση του κατάλληλου θέματος. Και τα δύο αυτά σχολιάζει με χιουμοριστικό τρόπο σε ένα άρθρο του με τίτλο «Το προσκύνημα της καμηλοπάρδαλης»:

Η καμηλοπάρδαλη είναι ένα ζώο ευάλωτο στην παραμικρή δημοσιογραφική κίνηση. Από τη στιγμή που συλλαμβάνεται η πρώτη λέξη αυτής της καθημερινής στήλης· εδώ στην Underwood [...] μέχρι τις έξι το πρωί της επόμενης ημέρας η καμηλοπάρδαλη γίνεται ένα θλιμμένο ανυπεράσπιστο ζώο που μπορεί να σπάσει το πόδι της στρίβοντας σε κάποια γωνία.

Κατ' αρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή η δουλειά, να γράφεις δεκατέσσερα εκατοστά ανοησίας κάθε μέρα, δεν είναι εύκολη, όσο ιδιόρρυθμα ανόητος κι αν είναι ο συγγραφέας.

Έπειτα, υπάρχει το θέμα των δύο λογοκριτών. Ο πρώτος, ο οποίος βρίσκεται εδώ μέσα, δίπλα μου, κάθεται ντροπαλά κοντά στον ανεμιστήρα, διατεθειμένος να μην αφήσει την καμηλοπάρδαλη να έχει οποιοδήποτε χρώμα εκτός από εκείνο που φυσικά δημοσίως επιτρέπεται.

Έπειτα, υπάρχει ο δεύτερος λογοκριτής για τον οποίο δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα χωρίς τον κίνδυνο ο μακρύς λαιμός της καμηλοπάρδαλης να μειωθεί στο ελάχιστο δυνατό.

Τέλος, το ανυπεράσπιστο θηλαστικό φθάνει στον σκοτεινό θάλαμο του λινοτύπη, όπου αυτοί οι πολυσυκοφαντημένοι συνάδελφοι εργάζονται κοπιωδώς νυχθημερόν μετατρέποντας σε μολύβι ό,τι έχει γραφτεί επάνω σε ελαφριά και μηδαμινά φύλλα χαρτιού.

Ο Μάρκες και ο κινηματογράφος

Από την αρχή ήταν εχθρικά διακείμενος προς αυτό που θεωρούσε ρηχές εμπορικές και επιφανειακές αξίες του συστήματος του Χόλιγουντ –εξαιρούσε τον Όρσον Ουέλς και τον Τσάρλι Τσάπλιν – ενώ υπερασπιζόταν σθεναρά τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, του οποίου την παραγωγή και τις ηθικές αξίες επιζητούσε για την ανάπτυξη ενός εθνικού κινηματογράφου στην Κολομβία. Αυτό θα εξελισσόταν σε κάτι σαν εμμονή τα χρόνια που ακολούθησαν.

Έδειχνε τρομερό ενδιαφέρον για τα τεχνικά ζητήματα –το σενάριο, τους διαλόγους, τη σκηνοθεσία, τη φωτογραφία, τον ήχο, τη μουσική, το μοντάζ, την ηθοποιία– κάτι που ίσως του άνοιξε την πόρτα σε αυτό που θα αποκαλούσε αργότερα «ξυλουργική της λογοτεχνίας του»: τα τρικ του επαγγέλματος, τα οποία ποτέ δεν ήταν εντελώς πρόθυμος να αποκαλύψει, τουλάχιστον όχι όσον αφορά το μυθιστόρημα.

Επέμενε ότι τα σενάρια πρέπει να γράφονται με λιτότητα, συνέπεια και συνοχή· και ότι τα κοντινά και τα μακρινά πλάνα είναι εξίσου σημαντικά.

Από την αρχή τον απασχολούσε η έννοια της καλογραμμένης ιστορίας, μια εμμονή η οποία θα τον χαρακτηρίζει για το υπόλοιπο της καριέρας του και που εξηγεί τον σεβασμό του για το Χίλιες και Μία Νύχτες, τον Δράκουλα, τον Κόμη Μοντεχρίστο και Το Νησί του Θησαυρού: όλα έξοχα και δημοφιλή έργα της λογοτεχνίας.

Αυτό ακριβώς αναζητούσε και στο σινεμά. Η αντικειμενική πραγματικότητα –πίστευε– πρέπει να κυριαρχεί, αλλά ο εσωτερικός κόσμος, ακόμη και ο φανταστικός κόσμος, δεν πρέπει να παραμελείται.

Σημείωνε ότι τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της ταινίας του Βιτόριο ντε Σίκα Ο Κλέφτης των Ποδηλάτων ήταν «η ανθρώπινη αυθεντικότητα και η ζωντάνια της».

Αυτές οι κεντρικές ιδέες θα δεσπόζουν στην οπτική του τα επόμενα χρόνια, οι οποίες δεν απείχαν πολύ από τα αξιώματά του όσον αφορά τον αστικό και σοσιαλιστικό ρεαλισμό, που συνυφαίνονταν με τον ιταλικό νεορεαλισμό.

Δεν ήταν αβανγκάρντ. Έδειχνε να μην τον απασχολούν οι θεωρίες του γαλλικού νέου κύματος που γεννιόταν τότε, του οποίου η επιρροή είναι εμφανής σε Βραζιλιάνους, Αργεντινούς και Κουβανούς κινηματογραφιστές της εποχής.

Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Οι συγγραφείς του «Μπουμ». (Φωτογραφία από Σίλβια Λέμους)
Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Χούλιο Κορτάσαρ, Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας και Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Δυτική Γερμανία, 1970. (GARA-Αρχείο)
Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες παίρνει συνέντευξη από τον Φελίπε Γκονσάλες στην Μπογκοτά, 1977. (Alternativa)

Η επίσκεψή του στο Άουσβιτς

Αντιπάθησε την Κρακοβία για τον εγγενή συντηρητισμό της και τον οπισθοδρομικό καθολικισμό της· τουλάχιστον όπως τα αντιλαμβανόταν ο ίδιος.

Ωστόσο, η περιγραφή μιας επίσκεψης στο Άουσβιτς –αν και σύντομη– είναι συγκλονιστική.


Για πρώτη φορά, ο συνήθως ελαφρόμυαλος σχολιαστής ομολογεί ότι με δυσκολία συγκράτησε τους λυγμούς του και δίνει μια δραματική, αν και νηφάλια, περιγραφή της επίσκεψής του:

«Υπάρχει μια αίθουσα με τεράστιες γυάλινες προθήκες γεμάτες μέχρι επάνω με ανθρώπινα μαλλιά.

Μια αίθουσα γεμάτη παπούτσια, ρούχα, μαντίλια, με αρχικά ονομάτων ραμμένα στο χέρι, βαλίτσες που μετέφεραν οι κρατούμενοι σε εκείνο το παραισθησιογόνο ξενοδοχείο που εξακολουθούσε να έχει τις πινακίδες από τα ξενοδοχεία για τουρίστες.

Υπάρχει επίσης μια προθήκη γεμάτη με παιδικά παπούτσια με φθαρμένα μεταλλικά τακούνια:

μικρές λευκές μπότες που φορούσαν στο σχολείο και τα εξαρτήματα από τις μπότες εκείνων που πριν πάνε να πεθάνουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είχαν κάνει τον κόπο να επιβιώσουν από βρεφική παράλυση.

Υπάρχει ένας απέραντος χώρος γεμάτος με προσθετικά μέλη, χιλιάδες ζευγάρια γυαλιά, μασέλες, γυάλινα μάτια, ξύλινα πόδια, μάλλινα γάντια που έκρυβαν κομμένα χέρια, όλα τα εργαλεία που εφηύρε ποτέ ο άνθρωπος για να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη στον κόσμο.

Αποκόπηκα από τους άλλους και περπάτησα αθόρυβα κατά μήκος της αίθουσας. Με έτρωγε μια καταπιεσμένη οργή μέσα μου, γιατί ήθελα να κλάψω».

Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Φιντέλ Κάστρο. Πηγή: Harry Ransom Center
Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Καρταχένα, Μάρτιος 2007: Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Μπιλ Κλίντον.

Ο Μάρκες ταχυδρομεί τα «Εκατό Χρονια μοναξιά»

Στις αρχές Αυγούστου, ο Γκαρσία Μάρκες συνόδεψε τη Μερσέδες στο ταχυδρομείο για να στείλει το τελικό χειρόγραφο στο Μπουένος Άιρες. Έμοιαζαν με δύο επιζώντες μιας καταστροφής.

Το πακέτο περιείχε 490 δακτυλογραφημένες σελίδες. Ο υπάλληλος είπε: «Ογδόντα δύο πέσο».

Ο Γκαρσία Μάρκες κοίταξε τη Μερσέδες που έψαχνε στην τσάντα της για τα χρήματα.

Είχαν μόνο πενήντα και μπορούσαν να στείλουν μόνο το μισό περίπου βιβλίο: ο Γκαρσία Μάρκες έβαλε τον υπάλληλο πίσω από τον γκισέ να αφαιρέσει φύλλα από το πακέτο μέχρι να αρκέσουν τα πενήντα πέσο.

Επέστρεψαν στο σπίτι, έβαλαν ενέχυρο τη θερμάστρα, το πιστολάκι μαλλιών και το μίξερ, πήγαν πίσω στο ταχυδρομείο και έστειλαν και τη δεύτερη δόση.

Καθώς έβγαιναν από το ταχυδρομείο, η Μερσέδες σταμάτησε, κοίταξε τον άντρα της και είπε: «Γκάμπο, αυτό που μας λείπει τώρα είναι το βιβλίο να είναι χάλια».

 

Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες με τη σύζυγό του Μερσέδες το 1968.

Η πιο διάσημη γροθιά στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής

Στις 12 Φεβρουαρίου 1976, κάτοικος πια της Πόλης του Μεξικού, εμφανίστηκε στην πρεμιέρα μιας κινηματογραφικής εκδοχής του Επιζώντες των Άνδεων.

Καθώς έφτανε, ο Μάριο Βάργας Γιόσα, ο οποίος βρισκόταν στην πόλη για την εκδήλωση –είχε γράψει το σενάριο– στεκόταν στο φουαγέ.

Ο Γκάμπο άνοιξε τα χέρια διάπλατα και φώναξε «αδελφέ μου!» Χωρίς να πει ούτε μια λέξη, ο Μάριο, ερασιτέχνης μποξέρ ων, τον «ξάπλωσε» κάτω με μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο.

Με τον Γκαρσία Μάρκες ημιλιπόθυμο στο πάτωμα αφού χτύπησε το κεφάλι του πέφτοντας, ο Μάριο φώναξε, ανάλογα με την εκάστοτε πηγή: «Γι' αυτό που είπες στην Πατρίσια». Ή: «Γι' αυτό που έκανες στην Πατρίσια».

Αυτή έμελλε να γίνει η πιο διάσημη γροθιά στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής και ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διάφορων θεωριών.

Οι αυτόπτες μάρτυρες ήταν πολλοί και οι εκδοχές όχι μόνο του τι συνέβη στην πραγματικότητα, αλλά και του γιατί, είναι πολλές.

Λέγεται ότι ο γάμος του Βάργας Γιόσα περνούσε μια δύσκολη φάση στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ότι ο Γκαρσία Μάρκες το θεώρησε καθήκον του να παρηγορήσει την προφανώς έξαλλη και αγανακτισμένη σύζυγο του Μάριο. Μερικοί λένε ότι παρενέβη συμβουλεύοντάς την να κινήσει διαδικασίες διαζυγίου· άλλοι, ότι η παρηγοριά ήταν πιο άμεση.

Προφανώς, ο Μάριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Γκαρσία Μάρκες είχε βάλει την ανησυχία του για την Πατρίσια πιο πάνω από τη φιλία τους.

Μόνο ο Γκαρσία Μάρκες και η Πατρίσια Γιόσα ξέρουν τι έγινε ή τι δεν έγινε. Και μόνο η Πατρίσια Γιόσα ξέρει τι είπε στον σύζυγό της όταν τα ξαναβρήκαν.

Με άλλα λόγια, μόνο αυτή ξέρει ολόκληρη την ιστορία. Όσο για τη Μερσέδες, ποτέ της δεν συγχώρησε τον Βάργας Γιόσα. Και ποτέ δεν ξέχασε τη δειλή και ανέντιμη πράξη του, όπως τη θεωρούσε, ανεξαρτήτως από την πρόκληση.

Η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες Facebook Twitter
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες το 1970.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο LiFO.gr το 2014 

 

Βιβλίο
0

LIVE!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Βιβλίο / Δέκα βιβλία που δεν θα βρεις εύκολα σε άλλες λίστες

Μια επιλογή τίτλων που καλύπτει από την Κατοχή και τους δωσίλογους, μέχρι τη συναίνεση, το «1984», ένα «αρχέγονο queer», τα Τέμπη, τη hyperpop, έναν αυτοκράτορα-φιλόσοφο και τους συνειρμούς ενός Αθηναίου «ευπατρίδη».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ