«Η Μαστοράκη είναι όλων – η Τζένη δεν ξέρω»

Αποχαιρετισμοί στη Τζένη Μαστοράκη Facebook Twitter
Τίμος Μπατινάκης, Πορτρέτο της Τζένης Μαστοράκη, χαλκογραφία (taille douce) σε 23 αντίτυπα. Μοιράστηκε από τη Μαγιού Τρικεριώτη, στο μνημόσυνο της ποιήτριας, στις 29 Αυγούστου 2024, σε όσους την αγαπούσαν.
0

Ανάκατα ρούχα στην ίδια βαλίτσα

«Δεν σε δίνουμε ακόμη, να του πεις». Αυστηρή «μαμά», προστατευτική φίλη. Γεμάτη χιούμορ –μεσαιωνικό γκρενά και μοντερνιστικό μαύρο–, είχε εκείνο τον δικό της τρόπο, της αναγεννησιακής κλειδοκράτορος, να τοποθετεί τα γεγονότα και τα αισθήματα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Ακόμα κι αν έπρεπε να μεγεθύνει ή να απομειώσει ολοφάνερα την ευτυχία και τον πόνο – κι όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά.

Από τις 30 Ιουλίου, εκείνη την ανεπίστροφη ώρα των 20:12 (ή των 19:59, στον δικό της χωροχρόνο), η Τζένη (Μαστοράκη) έκανε μνήμες τις αναμνήσεις μας. Έχουν περάσει ημέραι τεσσαράκοντα –ως άγιοι τεσσαράκοντα μάρτυρες του πένθους– κι ακόμη η τόσο βαθιά μου λύπη τσαλαβουτάει στα νερά της φίλης που εξεδήμησε και της σπουδαιότερης μεταπολεμικής ποιήτριας που είχαμε την ευλογία να γράψει στη γλώσσα μας.

Έτσι συμβαίνει, όμως, όταν τα μεγάλα «χαίρε» ταξιδεύουν σε μια βαλίτσα που έχει μέσα ανάκατα τα ρούχα της Τζένης και της Μαστοράκη· είναι πιο περίπλοκη, ενίοτε απόκρημνη και βραχώδης, η ανηφόρα όταν έχεις αγκαζέ μια μαμαφίλη και ένα εθνικό κεφάλαιο· όταν κουδουνίζει στο κεφάλι σου το «δεν σε δίνουμε ακόμη, να του πεις», κάθε που γνώριζα κάποιον λίγο... καλύτερα, και ο αντίλαλος που επιστρέφει σαν ιστορία για τα βαθιά, ψιθυρίζοντας «κανείς δεν ξέρει τι να γίνονται οι πλέον δυσεύρετοι, αυτοί που ως ελεεινοί κλεπταποδόχοι, αυτομόλοι, κυκλοφορούν ανάμεσά μας».

«Τι λες, πουλάκι μου;». Στατιστικά και μόνο, αυτή θα ήταν η απάντησή της για όλα τούτα και για τόσα άλλα που λέμε, νεκρολογούμε, αναμημνίσκουμε και σκαλίζουμε άμα τη εκδημία της. Αν υπάρχει κι άλλος κόσμος πλην του μάταιου τούτου, αν υπάρχει έστω μια τόση δα ελπίδα αναστάσεως, θα λέει, ως φίλη προς φίλον, «τι λες, μωρό μου; Επί 75 χρόνια την έβγαλα με ψιλολόγια. Δικαιούμαι μια υπερπαραγωγή». Ξανά και ξανά. Μεσαιωνικά γκρενά και μοντερνιστικά μαύρη στον καρκίνο.

Βέβαια, ως ποιήτρια – παρότι αγέρωχα κρυμμένη στον πλανήτη των φίλων, της Μαγιούς και της Αλίνας– είναι πέρα από μνήμες και αναμνήσεις (κι αυτό μπορεί να καθιστά όλο αυτό το κείμενο εξόχως περιττό). Πέραν, ακόμα ακόμα, και από τις δικές της εντολές και επιθυμίες. Η Μαστοράκη είναι όλων – η Τζένη δεν ξέρω. Το έργο της θα παραμείνει εις τους αιώνας των αιώνων, θέλει-δεν θέλει, ορειβασία με σπαρμένες κορυφές και καταφύγια «μιας άνοιξης δαιμονικής, σαν καταδίωξη που τελειώνει σε ποτάμιες όχθες, γλυκό λαχάνιασμα, σιωπή». 

Δημήτρης Αθηνάκης

Μια ορφική τριακάδα για την Τζένη Μαστοράκη

Τζένη μου,

το σκαρίφημα αυτού του επιμνημόσυνου αποχαιρετισμού είναι οφειλή, συγγνώμη και συγχώρεση ημών των ζωντανών που σε συνοδέψαμε επτά μήνες βαστώντας το χέρι σου στο πηγαινέλα του μονοπατιού, που άλλοτε προπορευόμενοι το τειχίζαμε με προεκτάσεις οξυγόνου και συνδετικά κι άλλοτε η ίδια ξηλώνοντας τ’ αόρατα τοιχία, γκρεμιζόσουν και φώναζες βοήθεια.

Ωστόσο, επειδή με δίδαξες να μην υπερβάλλω κι ο κόσμος ηδονίζεται από τις υπερβολές, πρέπει να μου επιτρέψεις να πω μάλλον υπερβολικά λόγια παρηγοριάς, για τη Μαγιού και την Αλίνα, τον Μενέλαο (Καραμαγγιώλη), την Ισαβέλλα, την Ίντα, τον Νίκο Παΐσιο –τον γιατρό σου–, τον αδερφό σου με όλες τις γκόθικ ιστορίες που μου διηγήθηκες, την Ευτυχία (Παναγιώτου) και τον Δημήτρη (Αθηνάκη)˙ τους νεκρούς ποιητές σου, τον Γιάννη (Κοντό) και τον Χριστόφορο (Λιοντάκη), που έχουν πιάσει πρώτη θέση θεωρείο στο υπερώο του ουρανού και μας κοιτάζουν παραξενευμένοι, μα και για όσους από τους ζωντανούς έχουν το θάρρος να σ’ αντικρίζουν στο υψηλότερο βάθρο της ποίησης. Γνωρίζω, κανείς δεν είναι τόσο καλός, θα μου ’λεγες, όπως άλλωστε συνήθιζες καθισμένη στην πολυθρόνα του νοσοκομειακού θαλάμου να μου υπενθυμίζεις, μεταξύ σχολίων ποιητικής επικαιρότητας που σ’ έπληττε και μιας άτυπης συνεργασίας που είχαμε αναπτύξει σε θέματα ποιότητας και ασφάλειας ασθενών, λέγοντάς μου καθημερινά με το νι και με το σίγμα τις κινήσεις του προσωπικού.

Έτσι η σχέση μας από ποιητική έγινε περισσότερο προσωπική, ωσότου ανέλαβα τον άτυπο ρόλο των υπογραφών σε κάθε εισαγωγή και εξιτήριό σου, τον ρόλο ενός υποτιθέμενου γιου ώστε να μην μας ρωτούν πολλές λεπτομέρειες, προκειμένου να σε παραλαμβάνω και να σε παραδίδω στο ταξί με τη μαγική μαύρη βαλίτσα που χρειαζόσουν ώρες να προετοιμάσεις.

Εντωμεταξύ, κάποιοι νομίζουν πως ήσουν ένας κανονικός άνθρωπος που αρρώστησε με καρκίνο πνευμόνων και ακολούθησε το θεραπευτικό πλάνο, όμως δεν συνέβη έτσι. Ήσουν η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη, η «Δαιμονία» του Γ.Π. Σαββίδη που μετά τις «Ιστορίες για τα βαθιά» και το «Μ’ ένα στεφάνι φως» είχες μια πλήρη σύμπτωση ποιητικού και υπαρκτικού είναι. Κι ενώ ήσουν η Τζένη της οδού Επτανήσου, ήσουν και η σκοτεινή οικοδέσποινα ενός κόσμου που παραμένει άγνωστος για πολλούς, ωστόσο πολύ ταχτικά αναδύεται, είτε σαν ονειρική πλάνη είτε σαν εφιάλτης, μέσα από το συλλογικό ασυνείδητο.

Είμαι βέβαιος πια, ήσουν η επισκέπτρια εκείνης της χώρας που ενώ κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει με τεκμήρια την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της, μας παρέδωσες τα κλειδιά της. Και το ήξερα από την πρώτη στιγμή και αφού το γνώριζα, δεν χρειάστηκε να μου κρύβεις τίποτα.

Έχω σημειώσει όλες μας τις συζητήσεις στα ημερολόγιά μου. Ο χρόνος θα μ’ οδηγήσει να τις ανωνυμοποιήσω, αφού ζωντανοί που δεν τ’ αξίζουν δεν δικαιούνται να γίνονται παραπληρωματικοί ήρωες σε σημαντικές ιστορίες κι ίσως κάποτε να τις διηγηθώ˙ αστικοί μύθοι με ηθική, δράκους, τέρατα, μάγισσες, ήττες και δημιουργικές μεταφορές. Συνοδοιπόρος στην αρρώστια σου, έγινα μάρτυρας μικρών θαυμάτων, γνωρίζοντας επιτέλους έναν άνθρωπο χορτασμένο και από τη ζωή και από την ποίηση.

Σήμερα, στην Αγία Ζώνη, στην αρχή του άξονα της οδού Επτανήσου, σου ζητώ συγγνώμη αν σε πόνεσα αυτούς τους επτά μήνες με τις βελόνες και τους χειρισμούς μου, και παρόλο που ο Μενέλαος, ο κλειδοκράτορας, λείπει, τον επικαλούμαι για να σου αποκαλύψω πως την ημέρα του θανάτου σου, πριν από την εξόδιο ακολουθία, συναντήσαμε τον τελευταίο αποστάτη. Ένας άγγελος είχε στρώσει τα βιβλία του καθισμένος στο πλατύσκαλο της πολυκατοικίας σου. Σκεφτήκαμε πως ήταν κάποιος από τους ανθρώπους που συνήθως βοηθούσες. Μετά από δυο εβδομάδες, κάθισε στο πλατύσκαλο του Σελέκτ˙ έκτοτε δεν τον ξαναείδαμε. Είναι ο τελευταίος αποστάτης (σου) κι επειδή θυμάμαι τη συμβουλή σου δεν θα συλλαβίσω τ’ όνομα˙ μας δίδαξες τις συνέπειες.

Στις 28.6.2024 ονειρεύτηκα το κίτρινο σπίτι του Βαν Γκονγκ στην Αρλ˙ δεν είμαι βέβαιος˙ έτσι ένιωσα. Ξύπνησα, κάπνισα και ξάπλωσα ξανά. Δεν ήθελα να πάω στο νοσοκομείο. Το ίδιο πρωί, με τον Παΐσιο, πήραμε την απόφαση να σε ενημερώσουμε για τα άσχημα νέα της αξονικής˙ η νόσος δεν ανταποκρινόταν στις θεραπείες. Εμφανώς ηττημένοι, καθίσαμε απέναντί σου και δίχως περιστροφές σου είπαμε ένα μάλλον συνηθισμένο για εμάς τους νοσοκομειακούς ωραιοποιημένο ποίημα και πολλά ναι-μεν-αλλά. Κι όμως βρήκες το θάρρος και μας ρώτησες: —Ώς εδώ ήτανε, λοιπόν; Λυπάμαι που κουραστήκατε, που με φορτωθήκατε τόσους μήνες δίχως αποτέλεσμα.

Ακολούθησε ο μήνας της μεγάλης ζέστης. Αγωνίστηκες, μα μας νίκησε όλους μαζί ο Πνιγαλίων σου. Στο νοσοκομείο αποφεύγω να περάσω από τον διάδρομο του δωματίου σου, κι ενώ δεν κλείσαμε σαράντα μέρες, έκανες τα μαγικά σου, και να ’μαστε 27+1 μέρες από την ώρα μηδέν, εδώ στην Αγία Ζώνη, έναν σεληνιακό μήνα μετά, εκτελώντας μια ορφική τριακάδα. Καθαρμός για σένα, όπως σού πρέπει και σού αρμόζει. Ή μήπως ό,τι επίτασσε το ορφικό έλασμα που βρέθηκε στους Θούριους: «Πέταξα έξω από τον δεινό βαρυπενθή (κύκλο) και όρμησα προς το ποθητό στεφάνι με βήμα ταχύ».

Δεν θα πω τίποτα άλλο. Με ξέρεις πως αντιλαμβάνομαι διαφορετικά το ποιητικό σου έργο, δεν χρειάζονται τα λόγια μου κι όσοι έχουν αυτιά ήδη κατάλαβαν τι βάρος ασήκωτο κουβαλούσες απ’ όταν κατάφερες τη σύμπτωση ποιητικού και υπαρκτικού είναι.

Στη Μαγιού, την όμορφη κόρη σου, θα πω να θυμάται πως όλοι εμείς οι ποιητές κλέψαμε τη μαμά της και πρέπει να μας συγχωρήσει, αλλά έτσι συμβαίνει με τις σκοτεινές οικοδέσποινες στις μεσαιωνικές ιστορίες.

― Και στους ζωντανούς, να σε μνημονεύουνε.

Γιάννης Αντιόχου

Μια φάρσα

Μου είναι δύσκολο να μιλήσω σε παρελθόντα χρόνο. Δεν έχω τη σωματική αίσθηση κάποιου τετελεσμένου γεγονότος. Δεν θέλω να μάθω τι σημαίνει το «δεν είναι πια μαζί μας» ο άνθρωπος που αγαπάμε, που κουβαλάμε, έστω και ερήμην του.   

Ας στραφώ τότε σε κάτι πιο εύκολο χωρίς τόσες αρνήσεις μαζεμένες. Στα κείμενά της, τη σωσίβια λέμβο μου. (Ερήμην της τελείως.) Με αφορμή μνημόσυνο για τον Γιάννη Ρίτσο στο Γαλλικό Ινστιτούτο, τον Φεβρουάριο του 1992, η Τζένη Μαστοράκη σημείωνε ότι είναι καλύτερα να λες ιστορίες μετά, «πολύ αργά μέσα στη νύχτα όχι στους άγρυπνους, αλλά σ’ εκείνους που κοιμήθηκαν». Θα ήθελα κι εγώ να πω μια ιστορία για ένα κορίτσι που κρατούσε σφιχτά, σαν ατόφια ζωή, τους στίχους της, αλλά που δεν πρόλαβε να διασχίσει το δέος της απέναντι στην πιο σπουδαία σύγχρονη ποιήτρια, η οποία προτιμούσε να συζητά για καθημερινά πράγματα και να ανταλλάζει ηλεκτρονικά μηνύματα.  

Διαβάζω εκείνα τα μηνύματα και λέω ευτυχώς το τέλος δεν έχει ούτε σήμερα συμβεί, τέτοιο φως δεν χωράει μεταμέλειες, μπορώ να της γράψω, να τη ρωτήσω για όσα έμειναν εκκρεμή. Κανένας δεν κοιμήθηκε για πάντα.

Ο θάνατος της Τζένης Μαστοράκη, αν συνέβη, συμβαίνει in media res, στο μέσο της υπόθεσης, όπως και στο «Στεφάνι» της. Εφόσον με τη δική της ανάπαυση ψυχής ανοίγει τώρα νέο κύκλο αγάπης ανάμεσα σε έως πρόσφατα αγνώστους και στέλνει το διαβόητο τέλος στην αρχή αυτής της ιστορίας που κάποτε θα ειπωθεί ολόκληρη.

Η δημόσια σεμνότητά της, η οποία άγγιξε τις παρυφές μιας πολύχρονης σιωπής, ήταν δυσανάλογη με το μέγεθος των ποιητικών και μεταφραστικών της δώρων και τόσο διαφορετικής υφής από τη μητρική γενναιοδωρία της που δεν υπολόγιζε κούραση. Αλλά με κάποιο τρόπο όλα έδεναν με τα εξεταστικά μάτια της που τα αγκάλιαζαν τα πάντα μαύρα μακριά της μαλλιά.

Η Τζένη Μαστοράκη όσα λόγια δούλευε με τα χέρια ή με τα χείλη της τα μετέγραφε σε κρυστάλλινα ελληνικά. Για τα ποιήματα δεν χωράει εδώ να πω. Και ποιος μεταφράζει ένα βιβλίο δύο φορές; Δεν έχω συναντήσει ποτέ τέτοια ελληνικά που να εκπέμπουν συγχρόνως έγνοια, τόλμη, ευρυχωρία, μεγαλείο. Και κάτι άλλο: ένταση, αίσθημα. Αυτά τα ελληνικά είναι η φωνή της, και όσο την άκουγες τόσο τη μάθαινες και συνήθιζες στις εκπλήξεις της. «Άσε το να κρυώνει και να πονάει. Μόνο έτσι γίνεται». Αυτά τα πυκνά προτρεπτικά λόγια μού είπε όταν έχασα τον παππού μου.

Μια τέτοια μέρα όπως τη σημερινή χρειάζομαι όμως το «γελαστό μνημόσυνό» της, έτσι το ονόμασε η ίδια, κι ας νόμιζε πως δεν το κατόρθωσε, στο τελευταίο της κείμενο, που δημοσίευσε στη Νέα Εστία το 2017, με αφορμή την ποιητική γενιά της. Κείμενο για τους δύο δικούς της φίλους και ποιητές, τους δύο που της λείπουν, τον Γιάννη Κοντό και τον Βασίλη Στεριάδη. Ένα μνημόσυνο γεμάτο πλάκες, εσωτερικά γλωσσικά αστεία, αδελφική φιλία, χάχανα μέχρι δακρύων. Να νιώθεις ότι είσαι εκεί στο πάρτι του ονείρου της.

Φέρνω έτσι το βλέμμα στις φωτογραφίες όπου η Τζένη γελάει. Αγαπώ ειδικά εκείνη στην οποία έχει λυθεί στα γέλια και κρύβει το πρόσωπο με το αριστερό της χέρι. Το χέρι που κρατάει το τσιγάρο.   

Επειδή κάποια στιγμή δεν αντέχω να γελώ μέσα στη λύπη, θα φανταστώ ότι μου μιλάει, λέει κάτι τρυφερό, μην κλαις, μικρό μου, και ότι ύστερα θα σκεπάσει τους δισταγμούς μου με πρωτοφανή διαγγέλματα, σαν εκείνο που περιλάμβανε και την αναγγελία της αρρώστιας της. Σταλμένο σε άλλους δύο παραλήπτες, έκλεινε με την προτροπή: «Να μ’ αγαπάτε μακριά απ’ τα ποιήματα, χωρίς τα ποιήματα. Κυρίως ΧΩΡΙΣ αυτά, που δεν τα θέλω ούτε για ορντέβρ ούτε για εντάφιον». Τόσο ηχηρά είναι τα λόγια, νιώθω πως μας γράφει τώρα από την Επτανήσου, σκέφτομαι ό,τι λέω και κάνουμε πως γελάμε και οι τρεις.

Όσα κι αν είναι τα στάδια της άρνησης, του πένθους και όλων των τυποποιήσεων της θνητότητας και της θλίψης, η Τζένη, η Τζένη Μαστοράκη, θα με περιμένει στο Σελέκτ της Φωκίωνος με τα πτι φουρ, τα αυθεντικά, και θα μου λέει, ναι, αυτό θα λέει: «Όλα φάρσες είναι, πουλάκι μου. Δεν είναι;»

Ευτυχία Παναγιώτου

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ένα στεφάνι φως» για την Τζένη Μαστοράκη (1949-2024): Ζωή βγαλμένη από τους στίχους

Απώλειες / «Ένα στεφάνι φως» για την Τζένη Μαστοράκη (1949-2024): Ζωή βγαλμένη από τους στίχους

Η σπουδαία ποιήτρια και μεταφράστρια, που συνέδεσε το όνομά της με την ελληνική μετάφραση του «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλιντζερ, ήταν ένας άνθρωπος γενναιόδωρος, ενθουσιώδης και πολυτάλαντος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT