ΠΑΝΤΟΤΕ ΜΟΥ ΑΡΕΣΑΝ τα βιβλία επιστημόνων και ερευνητών που σε βοηθούν να απομαγεύσεις τον κόσμο γύρω σου, να αμφισβητήσεις πρότυπα, στερεότυπα, τοτέμ και ταμπού τόσο βαθιά ριζωμένα εντός μας, ώστε να επηρεάζουν την αυτοσυνείδηση, τις κοινωνικές συμπεριφορές και την όλη κοσμοαντίληψη ακόμα και ανθρώπων που λογιζόμαστε σκεπτόμενοι και προοδευτικοί.

 

Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται το τελευταίο πόνημα του διακεκριμένου Αμερικανοϊσπανού ανθρωπολόγου Agustin Fuentes. Καθηγητής σήμερα στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ο 55χρονος ακαδημαϊκός με το πλούσιο ερευνητικό έργο καταρρίπτει εδώ τρεις ευρύτατα διαδεδομένους μύθους για την ανθρώπινη φύση: ότι οι άνθρωποι χωριζόμαστε σε βιολογικές φυλές, ότι είμαστε φύσει επιθετικό είδος και ότι τα δύο φύλα διαφέρουν αποφασιστικά στη συμπεριφορά, στις επιθυμίες και στην εγκεφαλική τους «καλωδίωση».


Πρόκειται, λέει, για μυθεύματα ιδιαιτέρως βλαπτικά εφόσον διαμορφώνουν αντιλήψεις, επηρεάζουν τις καθημερινές μας αλληλεπιδράσεις και υπονομεύουν τις κοινωνικές μας στοχεύσεις. Με τρόπο πνευματώδη, άλλοτε αποφατικό και άλλοτε κατηγορηματικό ‒θυμίζει Μάικλ Σέρμερ, Ρίτσαρντ Ντόκινς και hoax hunter‒, ο Fuentes ξεκινά αναφερόμενος στις σπουδές και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα, σημειώνοντας προκαταβολικά ότι στην επιστήμη «ποτέ δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι η άποψή μας είναι η μόνη ορθή – μπορούμε απλώς να περιορίσουμε το εύρος των ενδεχόμενων αληθειών σε ορισμένες λίγες, πολύ πιθανές αλήθειες».

 

Αξιώματα όπως το ότι οι άνδρες έχουν δήθεν καλύτερη χωροταξική αντίληψη από τις γυναίκες και το ότι είναι φύσει επιθετικοί, το ότι οι γυναίκες είναι «προορισμένες» να γίνουν μητέρες αλλά όχι και ηγέτιδες, καθότι «υπερβολικά συναισθηματικές», το ότι οι μαύροι είναι πιο νωθροί, αλλά «πηδάνε» καλύτερα λόγω γονιδίων, το ότι η μονογαμία και η πυρηνική οικογένεια είναι η κορωνίδα της ανθρώπινης εξέλιξης, είναι μερικά ακόμα από τα προς κατάρριψη μυθεύματα που αναφέρει.


Εξηγεί τι είναι οι μύθοι και πώς επηρεάζουν ακόμα και σήμερα τις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές μας, αναφέροντας κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα, π.χ. το ότι η βιταμίνη C θεραπεύει το κρυολόγημα, ότι ο αέρας στα αεροπλάνα δεν ανακυκλώνεται, ότι το δημοφιλές παραφάρμακο Airborne προφυλάσσει από ιώσεις στα αεροπορικά ταξίδια αλλά και την ευρέως διαδομένη άποψη ότι αν αφαιρέσουμε τον πολιτισμό, αυτό που θα αναδυθεί από μέσα μας είναι ο «κτηνώδης άγριος», ειδικά στους άντρες.

 

Η βιολογία συνυπάρχει και αλληλεπιδρά, λέει, με την πολιτισμική μας εμπειρία, η δε άγνοια («μακάριοι οι πτωχοί των πνεύματι» κ.λπ.) δεν είναι μακαριότητα αλλά άγνοια: «Μεγάλο μέρος των μύθων για την ανθρώπινη φύση βασίζονται σε πολιτισμικά κατασκευασμένες έννοιες οι οποίες ενσωματώνουν μερικά επιστημονικά στοιχεία σε προσωπικές κατά κύριο λόγο απόψεις, οι οποίες δεν υποστηρίζονται από την πραγματική επιστημονική γνώση», γράφει, υπενθυμίζοντας ότι ακόμα και λαμπροί επιστήμονες μπορεί να πέσουν σε αυτή την παγίδα, ασυνείδητα ή συνειδητά – παράδειγμα, οι ρατσιστικές απόψεις του Τζέιμς Γουάτσον που ανακάλυψε τη διπλή έλικα του DNA (υπήρξε μάλιστα εξ αυτού επεισοδιακή παρέμβαση σε προ ετών ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Πατρών).


Αξιώματα όπως το ότι οι άνδρες έχουν δήθεν καλύτερη χωροταξική αντίληψη από τις γυναίκες και το ότι είναι φύσει επιθετικοί, το ότι οι γυναίκες είναι «προορισμένες» να γίνουν μητέρες αλλά όχι και ηγέτιδες, καθότι «υπερβολικά συναισθηματικές», το ότι οι μαύροι είναι πιο νωθροί, αλλά «πηδάνε» καλύτερα λόγω γονιδίων (το τελευταίο π.χ. ισχύει λόγω συγκυριών στο σύγχρονο μπάσκετ, όχι όμως στον κλασικό στίβο), το ότι η μονογαμία και η πυρηνική οικογένεια είναι η κορωνίδα της ανθρώπινης εξέλιξης, είναι μερικά ακόμα από τα προς κατάρριψη μυθεύματα που αναφέρει. Μυθεύματα τα οποία, όπως οι φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις, συνήθως δεν είναι παρά πολιτισμικές κατασκευές, οφειλόμενες σε παρανοήσεις γύρω από τη γενετική, την εξέλιξη και τη βιολογία του ανθρώπινου είδους αλλά και σε άγνοια για τις επιστημονικές εξελίξεις, υπογραμμίζει.


Έχουμε και λέμε λοιπόν: οι διαφορές στο βιολογικό μας φύλο είναι μεν υπαρκτές, αλλά λιγότερο ακραίες και πολύ διαφορετικής τάξεως απ' ό,τι φανταζόμαστε. Η έκφραση, τώρα, του κοινωνικού φύλου είναι κάτι άλλο ‒ και δεν χρειάζεται καν να ανατρέξει κανείς σε φεμινιστικές και queer θεωρίες για να συμφωνήσει. Οι ανθρώπινες φυλές δεν συνιστούν βιολογικές ενότητες, μία από τις εμφατικότερες αποδείξεις, δε, είναι ότι όλο το εύρος της «αιματικής ποικιλότητας» (οι ομάδες αίματος δηλαδή) απαντά σχεδόν σε κάθε απομονωμένο πληθυσμό στον πλανήτη.

 

Ο Homo sapiens είναι ένα ενιαίο είδος, εντούτοις η φυλή ενέχει σημαντικό βάρος ως πολιτισμική κοινωνική συνιστώσα – έτσι συμβαίνει κοινωνικές αντιλήψεις και πρακτικές που παράγουν ρατσισμό, διακρίσεις και ανισότητες να εκλαμβάνονται ως κανονικότητες. Όσο για την υποτιθέμενη έμφυτη ροπή των ανδρών στη βία, σχετίζεται κυρίως με το σωματικό μέγεθος, το πολιτισμικό πλαίσιο και τις αξιώσεις του κοινωνικού τους φύλου, ενώ το στερεότυπο αυτό δεν έχει καν καθολική εφαρμογή.


Έπειτα, παρά τη διαδεδομένη περί του αντιθέτου αντίληψη, η ανθρώπινη (κυρίως ανδρική) επιθετικότητα δεν αποτελεί κάτι σαν εξελικτική προσαρμογή, εφόσον δεν διασφαλίζει de facto περισσότερο ζωτικό χώρο, ούτε περισσότερους πόρους, ερωτικούς συντρόφους ή απογόνους. Η συνεργασία και η αμοιβαιότητα παρουσιάζουν, αντίθετα, πολύ περισσότερα πλεονεκτήματα, κάτι που έχει παρατηρηθεί και σε κοινωνίες άλλων πρωτευόντων θηλαστικών, όπως οι χιμπατζήδες, όπου οι επιθετικές και συγκρουσιακές συμπεριφορές καλύπτουν μόλις το 1% των κοινωνικών τους αλληλεπιδράσεων. Και στα υπόλοιπα ζώα, όμως, η επιθετικότητα εκφράζεται συνήθως σε ένα τελετουργικοποιημένο πλαίσιο που αποσκοπεί στο μέγιστο αποτέλεσμα με το ελάχιστο δυνατό ρίσκο.


Η βία, οι φονικές συγκρούσεις, οι ανταγωνιστικές σχέσεις, ο πόλεμος, δεν είναι «στη φύση μας», όπως έχουν συμπεράνει ακόμα και μεγάλοι φιλόσοφοι. Οφείλονται κατεξοχήν σε πολιτισμικά και κοινωνικοοικονομικά αίτια, όχι σε κάποια γενετική προδιάθεση ή σχεδιασμό. Δεν είμαστε «επιθετικοί πίθηκοι με μεγάλο εγκέφαλο» – για την ακρίβεια, οι πόλεμοι, όπως τους ξέρουμε, είναι ένα φαινόμενο των τελευταίων 12.000 χρόνων, οπότε τέθηκαν οι βάσεις του σύγχρονου πολιτισμού, ενώ οι Homo sapiens έχουμε ιστορία τουλάχιστον 300.000 ετών. Διαφορετικά, λέει, θα πρέπει να δεχτούμε ορισμένους τύπους βίας ως αναπόφευκτους, ακόμα κι αν πρόκειται για ειδεχθή εγκλήματα, βασανιστήρια, γενοκτονίες, εμφυλίους ή βιασμούς, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κουλτούρα και το δικαιικό μας σύστημα.

 

«Όχι, οι άνδρες και οι γυναίκες δεν προέρχονται από διαφορετικούς πλανήτες!» συνεχίζει περνώντας στους έμφυλους μύθους. Αρσενικό και θηλυκό μοιράζονται το ίδιο βιολογικό υλικό, με κάποιες διαφορές βέβαια στο αναπαραγωγικό σύστημα, τις σωματικές αναλογίες και τον χρόνο ωρίμανσης, που όμως δεν λειτουργούν αντιθετικά αλλά περισσότερο συμπληρωματικά.

 

Επιπλέον, το είδος μας είναι από τα ελάχιστα που και τα δύο φύλα μπορούν να φροντίσουν και να αναθρέψουν παιδιά, και μάλιστα όχι μόνο τα δικά τους, κάτι μάλλον συνηθισμένο στο μακρινό μας παρελθόν: «Η ιδέα ότι είναι φυσικό μια γυναίκα να μεγαλώνει παιδιά μόνη της, είτε μαζί με έναν μόνο άνδρα, είναι πολύ πρόσφατη και βιολογικά αστήρικτη». Ένα καλό παράδειγμα για το πόση ασυμφωνία μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στο βιολογικό και το κοινωνικό φύλο είναι τα ομόφυλα ζευγάρια, γράφει. Οι έμφυλοι ρόλοι και ο καταμερισμός της εργασίας υπέστησαν ουσιώδεις αλλαγές τους τελευταίους αιώνες, δομικά και κοινωνικά. Παρά ταύτα, τα κατεστημένα πρότυπα (που ούτε αυτονόητα είναι ούτε υπήρχαν παντού και πάντα) επιμένουν, διατηρώντας τις έμφυλες διακρίσεις σε τομείς όπως η κοινωνική και πολιτική εξουσία, η οικονομική ισχύς, η εκπαίδευση και η υγεία, σημειώνει. Κάτι που ισχύει, μάλλον όχι τυχαία, και στην περίπτωση των φυλετικών ανισοτήτων.


Δεν είναι όμως η αγάπη αυτό που όλα τα ανθρώπινα όντα αναζητούν σε αυτήν τη ζωή; Σίγουρα, λέει ο Fuentes, όμως αυτή δεν σχετίζεται απαραίτητα από βιολογική ή εξελικτική σκοπιά με το σεξ, τον γάμο ή τη μονογαμία: «Όλοι μας αναζητούμε δεσμούς ζεύγους, ωστόσο αυτοί δεν εμπλέκουν υποχρεωτικά τη σεξουαλική επαφή, την αποκλειστικότητα, την τεκνοποίηση, ούτε καν την ετεροφυλοφιλία... Δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη ότι η μονογαμική πυρηνική οικογένεια αποτελεί τη δεδομένη βασική μονάδα της κοινωνικής μας οργάνωσης, μάλιστα τυχόν ανεκπλήρωτες προσδοκίες μετά την επίτευξη του εν λόγω στόχου μπορεί να προκαλέσουν σειρά κοινωνικών και ψυχολογικών προβλημάτων που περνάνε και στην επόμενη γενιά».

 

Μόνο το 3% όλων των θηλαστικών είναι αυστηρά μονογαμικό, σημειώνει, και ενώ το ερώτημα «τι είναι αγάπη» είναι, λέει, καταρχάς φιλοσοφικό, δεν υπάρχει από επιστημονικής άποψης τίποτα βιολογικά ξεχωριστό ανάμεσα στον έρωτα και οποιαδήποτε άλλη μορφή αγάπης (γονεϊκή, φιλική κ.λπ.), εκτός από ένα ελαφρώς διαφορετικό πρότυπο ορμονών: «Ανθρωπολόγοι, ιστορικοί και κοινωνιολόγοι συμφωνούν ότι ο γάμος νοείται καλύτερα ως ένα κοινωνικό σύστημα που νομιμοποιεί την αναπαραγωγή και την περιουσιακή κληρονομιά, ρυθμίζει τη σεξουαλική δραστηριότητα και συνιστά, στους πρόσφατους χρόνους, την πολιτιστικά θεσμισμένη κατάληξη του έρωτα».


Ωστόσο, η βασική βιολογία του ανθρώπινου ζευγαρώματος προβλέπει ότι όσο τα δύο μέρη του παραμένουν μαζί, θα έχουν περιστασιακά τη φυσιολογική και ψυχολογική επιθυμία ή/και ροπή να ζευγαρώσουν με άλλα άτομα: «Οι πολιτισμικές μας προσδοκίες για τη μονογαμία βρίσκονται σε δυσαρμονία με την εξελικτική κληρονομιά».

 

Μία ακόμη απόδειξη γι' αυτό είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό του είδους μας, το γεγονός ότι τόσο οι αρσενικοί όσο και οι θηλυκοί του εκπρόσωποι δύνανται να φλερτάρουν και να επιλέγουν συντρόφους. «Το να κατανοήσουμε ότι είμαστε όμοιοι και ταυτόχρονα διαφορετικοί μάς βοηθά να αποκτήσουμε μια ευρύτερη αντίληψη του τι είναι φυσικό για τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει κάποιος εξελικτικά εδραιωμένος πόλεμος των φύλων, ούτε ισχύει πως οι έμφυλες ομοιότητες και διαφορές είναι ασήμαντες. Αντιλαμβανόμενοι καλύτερα τους τρόπους που είτε διαφέρουμε είτε μοιάζουμε μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια καλύτερη κοινωνία», λέει καταλήγοντας στο διά ταύτα, που συμπυκνώνεται ως εξής: οι άνθρωποι είμαστε βιοπολιτισμικά πλάσματα με ένα συναρπαστικό εξελικτικό παρελθόν και μέλλον, ο πολιτισμός έχει σημασία, η εξέλιξη επίσης, τα γονίδια δεν ισοδυναμούν με την ανθρώπινη φύση, η φυλή δεν είναι αυτό που νομίζουμε, η επιθετικότητα δεν είναι χαρακτηριστικό μας, ενώ άνδρες και γυναίκες διαφέρουμε λιγότερο απ' ό,τι πιστεύεται.

 

Όσο για την κατάρριψη των λογής κοινωνικών μύθων καθαυτή, στην οποία εστιάζει στα τελευταία κεφάλαια («Γιατί μας λένε ψέματα», «Γιατί πρέπει να μας νοιάζει», καθώς επίσης στο ενημερωτικό παράρτημα), είναι μια διαδικασία που απαιτεί «κριτική σκέψη και πολλή δουλειά». Εντούτοις, είναι ζωτικής σημασίας, ειδικά σε μια πονηρή εποχή όπου η συνωμοσιολογία, τα fake news, η ψευδοεπιστήμη και ο νεοσυντηρητισμός γιγαντώνονται, απειλώντας με νέα σκοταδιστικά πισωγυρίσματα.