ΤΟ «ΕΞ' ΑΙΜΑΤΟΣ» ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ το 1979 και είναι το πιο γνωστό μυθιστόρημα της σπουδαίας Αφροαμερικανής συγγραφέως επιστημονικής φαντασίας, Οκτάβια Ε. Μπάτλερ. Είναι το μοναδικό της έργο που δεν ανήκει στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, συνδυάζει το ιστορικό μυθιστόρημα και το φανταστικό στοιχείο με μοναδικό τρόπο.

 

Παραμένει δημοφιλές και σήμερα διδάσκεται σε κολέγια και πανεπιστήμια. Είναι από τα σημαντικότερο κείμενα του 20ού αιώνα που μιλάει για τη σκλαβιά μέσα από τη ματιά μιας σύγχρονης και περήφανης Αφροαμερικανής γυναίκας που βρίσκει τον εαυτό της μέσα σε μια παράδοξη συνθήκη που τη φέρνει αντιμέτωπη με το παρελθόν και την καταγωγή της. 

 

Το 1976 η Ντέινα έχει μόλις κλείσει τα είκοσι έξι της και με τον Κέβιν, τον άντρα της, μετακομίζουν στο καινούργιο τους σπίτι, στο Λος Άντζελες. Ξαφνικά, κι ενώ τακτοποιούν τα βιβλία τους, η Ντέινα χάνει τις αισθήσεις της. Όταν συνέρχεται, βρίσκεται στην άκρη ενός πυκνού δάσους και αμέσως αντιλαμβάνεται ότι στο ποτάμι που βρίσκεται δίπλα της πνίγεται ένα μικρό παιδί. Δίχως δεύτερη σκέψη βουτάει στο νερό και το σώζει, αλλά βγαίνοντας την περιμένει στην όχθη ένας άνδρας που τη σημαδεύει με το όπλο του. Κι ενώ κινδυνεύει η ζωή της, βρίσκεται και πάλι πίσω στο διαμέρισμά της, μουσκεμένη ως το κόκαλο. Μόλις έχει βιώσει την τρομακτικότερη εμπειρία της ζωής της, αλλά τότε δεν ήξερε ότι αυτό θα της συνέβαινε ξανά και ξανά...

 

Η Οκτάβια Ε. Μπάτλερ υπήρξε πρωτοπόρος, τόσο ως γυναίκα αφροαμερικανή, στον ανδροκρατούμενο τότε χώρο της επιστημονικής φαντασίας, όσο και με τα θέματα που προσέγγισε μέσω των βιβλίων της όπως το φύλο, η φυλετική καταγωγή, η εξουσία.

 

Το έργο της Μπάτλερ χρονολογικά συνδέεται με την εμφάνιση του Black History Month και προέκυψε από τις ζυμώσεις της δεκαετίας του ’60, που αναδύεται η αντίληψη ότι η ιστορία των ΗΠΑ είναι και η ιστορία των αφροαμερικανών και η συμπερίληψή της τελευταίας στις επίσημες ιστορικές αφηγήσεις, στο εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα, στον ακαδημαϊκό χώρο γίνεται ζητούμενο. 

 

«Όταν άρχισα να σπουδάζω στο κολέγιο της Πασαντίνα, το κίνημα Black Power είχε πλατιά απήχηση στη νεολαία. Έτυχε να ακούσω μια τοποθέτηση ενός νεαρού, συνομήλικού μου τότε, ο οποίος προφανώς δεν είχε συνειδητοποιήσει τη σημασία των θυσιών των γονέων του. Τους κατηγορούσε για την ταπεινότητά τους και την ανοχή βίαιων και ρατσιστικών συμπεριφορών από τους εργοδότες τους και άλλους. Είχε πει: "Θα ήθελα να σκοτώσω όλους τους παλιότερους που μας καθήλωσαν για τόσο καιρό. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί θα έπρεπε να ξεκινήσω από τους ίδιους μου τους γονείς". Αυτός ήταν ο σπόρος της ιδέας για να γράψω το Εξ Αίματος. Τη φράση αυτή την κράτησα μέσα μου για τριάντα χρόνια. Ο νεαρός αυτός είχε τόσο βαθιά ντροπή για όσα αναγκάστηκαν να υποστούν οι παλαιότερες γενιές, που δεν αντιλαμβανόταν πως υπαγορεύτηκαν όχι μόνο από τη δική τους ανάγκη επιβίωσης, αλλά και της δικής του. Αυτό ήθελα να καταδείξω γράφοντας το Εξ Αίματος, να το ξεκαθαρίσω σε ανθρώπους σαν εκείνο τον νεαρό. Ήθελα να τους αγγίξω συναισθηματικά με τρόπους που η ιστορία δεν μπορεί».

 

εξ αίματος
Οκτάβια Ε. Μπάτλερ, Εξ Αίματος, εκδόσεις Αίολος

Το Eξ’ Αίματος θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση στις 10 Μαρτίου από τις εκδόσεις Αίολος

 

H συγγραφέας Οκτάβια Ε. Μπάτλερ γεννήθηκε το 1947 στην Πασαντίνα της Καλιφόρνιας. Ορφανή από πατέρα, μεγάλωσε με τη μητέρα της. Ήταν δυσλεκτική και εσωστρεφής ως παιδί. Ξεκίνησε να γράφει ιστορίες από δέκα ετών αποφασισμένη να γίνει συγγραφέας.

 

Η Μπάτλερ μαθήτευσε δίπλα στον σπουδαίο συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Χάρλαν Έλισον, ο οποίος πρώτος ξεχώρισε το συγγραφικό της ταλέντο και την ενθάρρυνε να συνεχίσει.

 

Το 1976 εκδίδεται το πρώτο της μυθιστόρημα, Patternmaster, με το oποίο εγκαινιάζει τη σειρά μυθιστορημάτων Patternist. Στη δεκαετία του ’80 εξέδωσε την τριλογία επιστημονικής φαντασίας Xenogenesis και συνέχισε στη δεκαετία του ’90 με τη δυστοπική σειρά Earthseed, που σημείωσε εμπορική επιτυχία πολλά χρόνια μετά (λίστα ευπώλητων New York Times για το 2020) λόγω του προφητικού χαρακτήρα της. 

 

Η Οκτάβια Ε. Μπάτλερ υπήρξε πρωτοπόρος, τόσο ως γυναίκα Αφροαμερικανή, στον ανδροκρατούμενο τότε χώρο της επιστημονικής φαντασίας, όσο και με τα θέματα που προσέγγισε μέσω των βιβλίων της όπως το φύλο, η φυλετική καταγωγή, η εξουσία. Η Μπάτλερ προσέγγισε κριτικά τα ιεραρχικά μοντέλα σκέψης που για αυτήν αποτελούν τη ρίζα κάθε μορφής ρατσισμού, σεξισμού, εθνικισμού ή ταξικών διακρίσεων.

 

Πήρε πολλές διακρίσεις για το έργο της, μεταξύ των οποίων και τα σημαντικά βραβεία Hugo και Nebula, το δε 1995 έλαβε την υποτροφία του ιδρύματος MacArthur, που για πρώτη φορά απονεμήθηκε σε συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας.

 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Μπάτλερ αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας κι έτσι κατάφερε να ολοκληρώσει μόνο ένα, το τελευταίο της, μυθιστόρημα (Fledgling, 2005).

 

Πέθανε το 2006, μόλις 58 ετών, στην κατοικία της στο Σιάτλ.

 

 

* * * * * 

 

Το Ποτάμι

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ πολύ πριν από τις 9 Ιουνίου του 1976, τότε που το αντιλήφθηκα για πρώτη φορά, αλλά η μέρα την οποία θυμάμαι εγώ είναι η 9η Ιουνίου. Εκείνη τη μέρα έκλεινα τα είκοσι έξι.  Ήταν επίσης η επέτειος της γνωριμίας μου με τον Ρούφους ― η μέρα που με κάλεσε κοντά του για πρώτη φορά.

 

Ο Κέβιν κι εγώ δεν είχαμε προγραμματίσει τίποτα για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά μου.  Ήμαστε πολύ κουρασμένοι και οι δύο για γιορτές. Την προηγούμενη μέρα είχαμε μετακομίσει από το διαμέρισμα που είχαμε στο Λος  Άντζελες σ’ ένα δικό μας σπίτι μερικά χιλιόμετρα έξω από την Αλταντίνα. Η μετακόμιση ήταν αρκετός εορτασμός για μένα. Εξακολουθούσαμε να ξεπακετάρουμε πράγματα ― ή, μάλλον, εγώ εξακολουθούσα να ξεπακετάρω. Ο Κέβιν είχε σταματήσει μόλις τακτοποίησε το γραφείο του. Τώρα ήταν κλεισμένος εκεί μέσα και ή χάζευε ή σκεφτόταν, γιατί δεν άκουγα τη γραφομηχανή του. Τελικά βγήκε έξω στο καθιστικό όπου εγώ τακτοποιούσα βιβλία σε μία από τις μεγάλες βιβλιοθήκες. Μόνο μυθιστορήματα. Είχαμε τόσα πολλά βιβλία, που χρειαζόταν συνεχής προσπάθεια για να τα κρατάμε σε κάποια τάξη.

 

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα.

 

«Τίποτα». Κάθισε στο πάτωμα κοντά μου. «Απλώς παλεύω με με τις δυσκολίες μου. Ξέρεις, χτες, την ώρα της μετακόμισης, είχα μισή ντουζίνα ιδέες για κείνο το χριστουγεννιάτικο διήγημα».

 

«Και τώρα που έχεις τον χρόνο να τις καταγράψεις δεν σου ’ρχεται καμία».

 

«Ούτε μία». Πήρε ένα βιβλίο, το άνοιξε και ξεφύλλισε μερικές σελίδες. Πήρα κι εγώ ένα άλλο βιβλίο και τον χτύπησα στον ώμο μ’ αυτό. Καθώς με κοίταξε έκπληκτος, έβαλα μπροστά του μια στοίβα δοκίμια. Τα κοίταξε σκυθρωπός.

 

«Να πάρει, γιατί βγήκα έξω;»

 

«Για να σου ’ρθουν κι άλλες ιδέες. Μην ξεχνάς ότι σου ’ρχονται όταν ασχολείσαι με κάτι».

 

Μου ’ριξε μια ματιά που ήξερα ότι δεν έκρυβε τόση κακία όση έδειχνε φαινομενικά. Είχε ανοιχτόχρωμα, σχεδόν άχρωμα μάτια, που τον έκαναν να μοιάζει απόμακρος και θυμωμένος, είτε ήταν είτε όχι. Τα χρησιμοποιούσε συχνά για να πτοεί τους άλλους, ακόμη και αγνώστους. Του χαμογέλασα κι έπιασα πάλι δουλειά. Μετά από λίγο πήρε μια στοίβα κι άρχισε να βάζει τα βιβλία στα ράφια σε μια άλλη βιβλιοθήκη.

 

Έσκυψα για να σπρώξω προς το μέρος του άλλο ένα γεμάτο κουτί, αλλά σηκώθηκα πάλι γρήγορα γιατί μ’ έπιασε ζάλη και ναυτία. Το δωμάτιο γύρω μου θόλωσε και σκοτείνιασε. Στάθηκα όρθια για λίγο, στηριζόμενη στη βιβλιοθήκη, ενώ αναρωτιόμουν τι συμβαίνει, και τελικά έπεσα στα γόνατα. Άκουσα τον Κέβιν να αφήνει μια κραυγή έκπληξης, μετά να ρωτά:

 

«Τι έγινε;»

 

Σήκωσα το κεφάλι μου και ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να εστιάσω στο πρόσωπό του. 

 

«Κάτι έχω», είπα αγκομαχώντας.

 

Τον άκουσα να πλησιάζει, είδα θολά το γκρίζο παντελόνι και το μπλε πουκάμισό του. Και μετά, πριν προλάβει να με αγγίξει, εξαφανίστηκε.

 

Εξαφανίστηκαν όλα, το σπίτι, τα βιβλία. Ξαφνικά ήμουν έξω, γονατισμένη στο έδαφος κάτω από δέντρα.  Ένα μέρος με πράσινο. Ήμουν στην άκρη ενός δάσους. Μπροστά μου ήταν ένα πλατύ, ήρεμο ποτάμι, και κάπου στη μέση του ποταμού ένα παιδί χτυπιόταν, ούρλιαζε...

 

Πνιγόταν!

 

Αντέδρασα αμέσως. Αργότερα θα μπορούσα να κάνω ερωτήσεις, να προσπαθήσω να μάθω πού βρισκόμουν, τι μου είχε συμβεί. Τώρα έσπευσα να βοηθήσω το παιδί.

 

Έτρεξα στην όχθη, μπήκα στο νερό με τα ρούχα και κολύμπησα γρήγορα προς το παιδί.  Όταν το ’φτασα, είχε χάσει τις αισθήσεις του, ένα μικρόσωμο κοκκινομάλλικο αγόρι που επέπλεε μπρούμυτα. Το γύρισα ανάσκελα, το ’πιασα γερά για να είναι το κεφάλι του πάνω από το νερό, κι άρχισα να το τραβώ προς την όχθη. Μια κοκκινομάλλα γυναίκα μας περίμενε τώρα εκεί.   Ή μάλλον έτρεχε πάνω-κάτω στην όχθη κλαίγοντας. Μόλις με είδε να περπατώ στα ρηχά, έτρεξε κοντά μου, μού πήρε το παιδί και το κουβάλησε μέχρι έξω, ενώ ταυτόχρονα το εξέταζε, το ψηλαφούσε.

 

«Δεν ανασαίνει!» ούρλιαξε.

 

Τεχνητή αναπνοή. Είχα δει να το κάνουν, μου το είχαν εξηγήσει, αλλά δεν το είχα κάνει ποτέ. Τώρα ήταν η στιγμή να δοκιμάσω. Η γυναίκα δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτε χρήσιμο και δεν υπήρχε κανείς άλλος τριγύρω. Μόλις φτάσαμε στην όχθη, της άρπαξα το παιδί.  Ήταν τεσσάρων-πέντε χρονών το πολύ και όχι μεγαλόσωμο.

 

Το ’βαλα ανάσκελα, του γύρισα το κεφάλι προς τα πίσω κι άρχισα να του κάνω τεχνητή αναπνοή. Είδα το στήθος του να κινείται καθώς φυσούσα αέρα μέσα του. Ξαφνικά η γυναίκα άρχισε να με χτυπά.

 

«Σκότωσες το παιδί μου!» ούρλιαξε. «Το σκότωσες!»

 

Γύρισα και κατάφερα να της αρπάξω τα χέρια. 

 

«Σταμάτα!» φώναξα, κάνοντας τη φωνή μου όσο πιο αυστηρή μπορούσα. «Είναι ζωντανός!»  Ήταν όμως; Δεν μπορούσα να καταλάβω. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, κάνε να ζήσει. «Το παιδί ζει. Τώρα άσε με να το βοηθήσω». 

 

Την έσπρωξα μακριά –ευτυχώς ήταν λίγο πιο μικρόσωμη από μένα– και γύρισα πάλι στον γιο της. Ανάμεσα σε διαδοχικές αναπνοές, την έβλεπα να με κοιτάζει με άδειο βλέμμα. Μετά έπεσε στα γόνατα δίπλα μου και άρχισε να κλαίει.

 

Στιγμές αργότερα, το παιδί άρχισε ν' αναπνέει μόνο του, να βήχει, να πνίγεται, να ξερνά και να κλαίει ζητώντας τη μητέρα του. Αφού μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά, ήταν εντάξει. Κάθισα πίσω του, νιώθοντας ίλιγγο, ανακούφιση. Τα είχα καταφέρει!

 

«Ζει!» φώναξε η γυναίκα. Το άρπαξε και το ’σφιξε με όλη της τη δύναμη. «Ω, Ρούφους, μωρό μου...»

 

Ρούφους. Απαίσιο όνομα. Γιατί να βγάλουν έτσι ένα μάλλον όμορφο παιδάκι;

 

Όταν ο Ρούφους είδε ότι τον κρατούσε η μητέρα του, κόλλησε πάνω της, ουρλιάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η φωνή του σίγουρα δεν είχε κανένα πρόβλημα. Και ξαφνικά ακούστηκε μια άλλη φωνή, αντρική φωνή, θυμωμένη και απαιτητική:

 

«Τι διάβολο συμβαίνει εδώ;».

 

Γύρισα ξαφνιασμένη και βρέθηκα να κοιτάζω την κάννη του μακρύτερου τουφεκιού που είχα δει ποτέ μου.  Άκουσα ένα μεταλλικό κλικ και πάγωσα με τη σκέψη ότι θα με σκοτώσει επειδή έσωσα τη ζωή του παιδιού. Θα πέθαινα.

 

Προσπάθησα να μιλήσω, αλλά ξαφνικά είχα χάσει τη μιλιά μου. Αισθάνθηκα ναυτία και ζάλη. Η όρασή μου θόλωσε τόσο πολύ, που δεν έβλεπα το όπλο ούτε το πρόσωπο του άντρα που το κρατούσε. Άκουσα τη γυναίκα να μιλάει απότομα, αλλά είχα βυθιστεί τόσο πολύ στη ναυτία και τον πανικό, που δεν καταλάβαινα τι έλεγε.

 

Και μετά ο άντρας, η γυναίκα, το παιδί, το όπλο, όλα χάθηκαν.

 

Ήμουν γονατισμένη στο καθιστικό του σπιτιού μου πάλι, μερικά μέτρα μακριά από το σημείο όπου είχα πέσει πριν από μερικά λεπτά.  Ήμουν πίσω στο σπίτι μου, μουσκεμένη και λασπωμένη, αλλά σώα και αβλαβής. Πιο κάτω, ο Κέβιν στεκόταν παγωμένος και κοίταζε ακόμη το σημείο όπου ήμουν πριν. Πόση ώρα είχε μείνει εκεί;

 

«Κέβιν;»

 

Γύρισε κατάπληκτος προς το μέρος μου. 

 

«Τι διάβολο... Πώς βρέθηκες εκεί;» ψιθύρισε.

 

«Δεν ξέρω».

 

«Ντέινα...» Με πλησίασε, με άγγιξε διστακτικά σαν να μην ήταν σίγουρος αν αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικό. Μετά με άρπαξε από τους ώμους και με αγκάλιασε σφιχτά. «Τι έγινε;»

 

Προσπάθησα να χαλαρώσω το σφίξιμό του, αλλά δεν με άφηνε.  Έπεσε κι αυτός στα γόνατα δίπλα μου.

 

«Πες μου!» επέμεινε.

 

«Θα σου έλεγα αν ήξερα τι να σου πω. Πάψε να με πονάς».

 

Με άφησε επιτέλους και με κοίταξε λες και με είχε αναγνωρίσει μόλις. 

 

«Είσαι εντάξει;»

 

« Όχι».  Έσκυψα το κεφάλι κι έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή. Έτρεμα από τα υπολείμματα ενός τρόμου που μου είχε αφαιρέσει κάθε δύναμη. Διπλώθηκα μπροστά και τύλιξα τα χέρια γύρω μου, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Η απειλή δεν υπήρχε πια, αλλά με δυσκολία συγκρατιόμουν για να μην αρχίσω να χτυπώ τα δόντια μου.

 

Ο Κέβιν σηκώθηκε και απομακρύνθηκε για λίγο. Γύρισε με μια μεγάλη πετσέτα και την έριξε στους ώμους μου. Αυτό με βοήθησε κάπως και την τυλίχτηκα σφιχτά γύρω μου. Πονούσα στην πλάτη και τους ώμους, εκεί που με είχε χτυπήσει η μητέρα του Ρούφους με τις γροθιές της. Με είχε χτυπήσει πιο δυνατά από όσο νόμιζα, και η σφιχτή αγκαλιά του Κέβιν δεν είχε βοηθήσει την κατάσταση.

 

Μείναμε καθισμένοι μαζί εκεί στο πάτωμα, εγώ τυλιγμένη με την πετσέτα και ο Κέβιν με το χέρι του στους ώμους μου να με ηρεμεί απλώς με την παρουσία του. Μετά από λίγο έπαψα να τρέμω.

 

«Πες μου τώρα», είπε ο Κέβιν.

 

«Τι να σου πω;»

 

«Τα πάντα. Τι σου συνέβη; Πώς... πώς μετακινήθηκες έτσι;»

 

Απόμεινα βουβή προσπαθώντας να συγκεντρώσω τη σκέψη μου, ενώ θυμόμουν το τουφέκι να σημαδεύει το κεφάλι μου. Δεν είχα πανικοβληθεί έτσι στη ζωή μου ποτέ, δεν είχα ξανανιώσει τόσο κοντά στον θάνατο.

 

«Ντέινα», μου είπε σιγά. Ο ήχος της φωνής του έφερε κάποια απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και την ανάμνηση. Και πάλι όμως...

 

«Δεν ξέρω τι να σου πω», του είπα. « Ήταν τελείως τρελό».

 

«Γιατί είσαι μούσκεμα;  Άρχισε από κει», είπε ο Κέβιν. 

 

Έκανα ένα καταφατικό νεύμα. 

 

 «Βρέθηκα σ' ένα ποτάμι», είπα. «Περνούσε μέσα από ένα δάσος. Και ένα αγόρι πνιγόταν. Το έσωσα.  Έτσι βράχηκα». 

 

Δίστασα, προσπαθούσα να σκεφτώ, να βγάλω κάποιο νόημα. Όχι ότι αυτό που μου συνέβη έβγαζε νόημα, αλλά τουλάχιστον να το αφηγηθώ με κάποια λογική.

 

Κοίταξα τον Κέβιν και είδα ότι είχε μια ουδέτερη έκφραση. Περίμενε με προσοχή. Πιο ψύχραιμη, άρχισα από την αρχή, από την πρώτη ζάλη, και τα θυμήθηκα όλα για να του τα αφηγηθώ. Τα ξανάζησα όλα με κάθε λεπτομέρεια. Θυμήθηκα ακόμη και πράγματα που δεν είχα αντιληφθεί ότι τα  είχα προσέξει. Για παράδειγμα, τα δέντρα κοντά μου ήταν πεύκα, ψηλά και ίσια, με κλαδιά και βελόνες κυρίως στην κορυφή. Το είχα προσέξει αυτό κάποια στιγμή πριν αντιληφθώ τον Ρούφους. Και θυμήθηκα κάτι ακόμη για τη μητέρα του Ρούφους. Τα ρούχα της. Φορούσε ένα μακρύ σκούρο φόρεμα που την κάλυπτε από τον λαιμό ως τα πόδια. Παράξενο ρούχο για να πας έτσι σε μια όχθη ποταμού γεμάτη λάσπες. Και μιλούσε με νότια προφορά. Και μετά ήταν το αξέχαστο όπλο, μακρύ και θανάσιμο.

 

Ο Κέβιν άκουγε χωρίς να με διακόπτει.  Όταν τελείωσα, πήρε την άκρη της πετσέτας και σκούπισε λίγη λάσπη από το πόδι μου. 

 

«Αυτό εδώ από κάπου πρέπει να ήρθε», είπε.

 

«Δεν με πιστεύεις;»

 

Κοίταξε για μια στιγμή τη λάσπη, μετά κοίταξε εμένα. 

 

«Ξέρεις πόσο έλειψες;»

 

«Μερικά λεπτά.  Όχι πολύ».

 

«Μερικά δευτερόλεπτα. Δεν πέρασαν πάνω από δέκα με δεκαπέντε δευτερόλεπτα από τη στιγμή που χάθηκες μέχρι τη στιγμή που είπες το όνομά μου».

 

«Α, όχι...»  Έκανα ένα αργό αρνητικό νεύμα. «Δεν μπορεί όλα αυτά να έγιναν σε δευτερόλεπτα».

 

Δεν είπε τίποτα.

 

« Όμως ήταν πραγματικό!   Ήμουν εκεί!» Σταμάτησα, πήρα μια βαθιά ανάσα και μίλησα πιο αργά. «Εντάξει, αν μου έλεγες κι εσύ μια τέτοια ιστορία, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα σε πίστευα, αλλά, όπως είπες, αυτή η λάσπη από κάπου πρέπει να ήρθε».

 

«Ναι».

 

«Εσύ τι είδες; Τι πιστεύεις ότι έγινε;»

 

Ο Κέβιν συνοφρυώθηκε λίγο και κούνησε το κεφάλι του.

 

«Εξαφανίστηκες».  Ήταν σαν να είπε τη λέξη με το ζόρι. « Ήσουν εδώ μέχρι που το χέρι μου σε πλησίασε σε απόσταση μερικών εκατοστών. Και ξαφνικά χάθηκες. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Απόμεινα εκεί μαρμαρωμένος. Μετά γύρισες πάλι, αλλά στην άλλη μεριά του δωματίου».

 

«Με πιστεύεις τώρα;»

 

Σήκωσε τους ώμους του. 

 

« Έγινε. Το είδα. Εξαφανίστηκες και επανεμφανίστηκες. Αυτά είναι γεγονότα».

 

«Επανεμφανίστηκα βρεγμένη, λασπωμένη και τρομοκρατημένη».

 

«Ναι».

 

«Και ξέρω τι είδα και τι έκανα ― τα δικά μου γεγονότα. Δεν είναι πιο τρελά από τα δικά σου».

 

«Δεν ξέρω τι να σκεφτώ».

 

«Δεν είμαι σίγουρη αν έχει σημασία το τι θα σκεφτούμε».

 

«Τι εννοείς;»

 

« Ότι... συνέβη μια φορά. Τι γίνεται αν συμβεί πάλι;»

 

« Όχι. Δεν νομίζω ότι...»

 

«Δεν το ξέρεις!» Άρχισα να τρέμω πάλι. « Ό,τι κι αν ήταν, μου φτάνει, δεν θέλω άλλο! Κόντεψαν να με σκοτώσουν!»

 

«Ηρέμησε», είπε ο Κέβιν. « Ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα σε βοηθήσει το να πανικοβληθείς πάλι».

 

Ανήσυχη μετακινήθηκα και κοίταξα γύρω μου. 

 

«Νιώθω ότι θα μπορούσε να συμβεί ξανά, ότι θα μπορούσε να ξανασυμβεί ανά πάσα στιγμή. Δεν νιώθω ασφαλής εδώ».

 

«Απλώς τρομάζεις τον εαυτό σου».

 

« Όχι!» Γύρισα και τον αγριοκοίταξα· έδειχνε τόσο ανήσυχος, που γύρισα πάλι αλλού το βλέμμα μου. Αναρωτήθηκα πικρόχολα αν ανησυχούσε μήπως εξαφανιστώ πάλι ή μήπως έχω τρελαθεί. Δεν νομίζω ότι με είχε πιστέψει. «Μπορεί να έχεις δίκιο», είπα. «Ελπίζω να έχεις. Μπορεί να είμαι απλώς σαν τα θύματα ληστείας ή βιασμού ή κάτι τέτοιο.  Ένα θύμα που επιβιώνει, αλλά δεν νιώθει ασφάλεια πια». Ανασήκωσα τους ώμους μου. «Δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω αυτό που μου συνέβη, αλλά δεν νιώθω πια ασφαλής».

 

Ο Κέβιν με πολύ μαλακή φωνή μου είπε: 

 

«Αν ξανασυμβεί και αν είναι πραγματικό, ο πατέρας του παιδιού θα ξέρει ότι σου οφείλει ευγνωμοσύνη. Δεν θα σε πειράξει».

 

«Δεν το ξέρεις αυτό. Δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί». Σηκώθηκα με δυσκολία. «Κοίτα, δεν σε κατηγορώ που προσπαθείς να με καθησυχάσεις, που πας με τα νερά μου». Σταμάτησα για να του δώσω μια ευκαιρία να το αρνηθεί, αλλά δεν το έκανε. «Αρχίζω να νιώθω ότι το ίδιο κάνω κι εγώ».

 

«Τι εννοείς;»

 

«Δεν ξέρω.  Όσο κι αν το όλο επεισόδιο ήταν πραγματικό, όσο κι αν ξέρω ότι ήταν πραγματικό, αρχίζει κατά κάποιον τρόπο να απομακρύνεται. Γίνεται σαν κάτι που είδα στην τηλεόραση ή που το διάβασα κάπου, σαν κάτι που μου αφηγήθηκαν».

 

« Ή σαν... ένα όνειρο;»

 

Τον κοίταξα. 

 

«Εννοείς παραίσθηση».

 

«Εντάξει, παραίσθηση».

 

« Όχι! Ξέρω τι συμβαίνει, το βλέπω καθαρά. Απομακρύνομαι από όσα έγιναν γιατί με τρομάζουν.  Όμως ήταν πραγματικά».

 

«Άσε τον εαυτό σου να αποστασιοποιηθεί λοιπόν». Σηκώθηκε και πήρε από τους ώμους μου τη λασπωμένη πετσέτα. «Αυτό είναι μάλλον το καλύτερο που μπορείς να κάνεις, είτε ήταν πραγματικό είτε όχι.  Άσ’ το να φύγει».