25 χρόνια Πλανόδιον

25 χρόνια Πλανόδιον Facebook Twitter
0

Λένε ότι στην έκδοση ενός περιοδικού ξεκινούν τρεις και τέσσερις, συνεχίζουν δύο και τρεις, για να μείνει τελικά ένας, δηλαδή ο τυχερός-άτυχος που θα φροντίσει το έντυπο σαν παιδί του και κάτι παραπάνω, θ’ αναλωθεί σε μικροπολέμους και μεταδοτικές δυσαρέσκειες, ωσότου το περιοδικό πετάξει μπόι, διασωθεί παρά τις αντιξοότητες και τελικά αναγνωριστεί ως ζωτική πηγή νοήματος εντός αυτού που ονομάζεται λογοτεχνική αγορά. Πράγματι, ο Γιάννης Πατίλης, επί είκοσι πέντε συναπτά έτη, αφιέρωσε μέγιστο κομμάτι του ιδιωτικού του χρόνου στην έκδοση (μην ξεχνάμε ότι ήταν καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, άρα επιφορτισμένος ενίοτε με οχληρά καθήκοντα), ήρθε σ’ επαφή και σε σύγκρουση με πλείστα όσα πρόσωπα, είπε πολλά «ναι» και περισσότερα «όχι» σε υποψήφιους κονδυλοφόρους, ταύτισε τέλος πάντων το πρόσωπό του με το «Πλανόδιον».

Αν κοιτάξουμε τον πίνακα των συνεργατών στο εξώφυλλο, θα διαπιστώσουμε ότι τα ονόματα δεν είναι τυχαία ούτε μαζεμένα στην τύχη: ευάριθμοι συνεργάτες από αυτούς που φιγουράρουν στην αριστερή κολόνα είναι μόνιμοι κειμενο-πάροχοι επί χρόνια· τι σημαίνει αυτό; Ότι προϊόντος του χρόνου το περιοδικό δεν διαμορφώνεται απλώς από τους συνεργάτες του αλλά ότι διαμορφώνει κιόλας το γράψιμο πολλών από αυτούς. Άλλωστε, η βαθύτερη φιλοδοξία κάθε τακτικού περιοδικού αποσκοπεί στο να πλάσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ένα είδος «Σχολής». Στις κριτικές, στις πολεμικές, στα σχόλια, στα ποιήματα, στα διηγήματα, στα αφιερώματα, στις εκλεκτικές συγγένειες ή εχθρότητες. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι συναρθρώνεται μια πολυκέφαλη παρέα, ότι συγκροτείται ένα δυναμικό με ταυτότητα που θεωρεί περηφάνια του το γεγονός ότι συνεργάζεται με το περιοδικό, που εν ουδεμιά περιπτώσει δεν θα ενέδιδε να δημοσιεύσει αλλού ή ν’ αυτομολήσει στον Τύπο (ο οποίος αργά ή γρήγορα προβάλλει και το δέλεαρ του μισθού).

Μάλιστα, για τους ολιγογράφους που ελαφογεννάνε, το περιοδικό συναρτάται με την περίφημη «αναμονή» της έκδοσης. «Πού έχετε δημοσιεύσει;», ρωτάνε στις παρέες. Ανάλογα με την απάντηση, το μάτι του ερωτώντα σπιθίζει ή θαμπώνει, προσφέροντας ικανοποίηση ή προκαλώντας μελαγχολία στον αποκρινόμενο. Αναφορικά με την πολιτική του «Πλανόδιου», που συχνά δεν αφήνει τίποτε αξιοπρόσεχτο να πάει χαμένο (δημοσιεύοντας ακόμη κι ένα στιχούργημα κολοβό), ο Πατίλης -ψείρας με τα όλα του- επέδειξε και επιδεικνύει κριτήριο, ανοχή κι ανωτερότητα που δεν μπορούν να τελεσφορήσουν άνευ γνώσεως, υπομονής και κυρίως αγάπης για τη γραφή και το καθεστώς των ντόπιων γραμμάτων και φυσικά των ντόπιων εγγραμμάτων - όποια κι αν είναι αυτά και αυτοί.


ΣΤΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ του «Πλανόδιου» το κυρίως δώρο προς τον αναγνώστη είναι βέβαια το αφιέρωμα Αμερικανών διηγηματογράφων, με το οποίο λανσάρεται και η λέξη Μπονζάι (όρος δανεισμένος απ’ τη φυτοκομία, που δηλώνει το «υπέρμικρο διήγημα»). Πρόκειται για 43 τον αριθμό σύντομα διηγήματα που γοητεύουν με το νεοπαγές τους όνομα, αλλά θα μπορούσαν άνετα να διαβαστούν και ως σύντομα διηγήματα. Άλλωστε, το Τουίτερ γράφει κιόλας διηγήματα-αστραπή, άφταστο αρχέτυπο των οποίων θα μπορούσε να είναι μια φράση-θαύμα του Χέμινγουεϊ, η οποία παραμένει αμίμητη: «Για πούλημα: παιδικά παπούτσια, εντελώς αφόρετα». Σαπό.

Ασφαλώς δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτα συγκλονιστικές φράσεις· όλοι σχεδόν οι διηγηματογράφοι πρώτον δεν είναι πρωτάρηδες και δεύτερον επιμένουν να περιγράφουν σκηνές ζωής και όχι να πελεκάνε ασύλληπτες φράσεις. Ο Μαξ Απλ, για παράδειγμα, με την Καρδιακή Προσβολή του περιγράφει μιαν επίσκεψη στο γιατρό για έλεγχο των αρτηριών του.

«Κάποιος μου είχε πει ότι το μέγεθος του πέους ισούται με το μέγεθος του μεσαίου δαχτύλου συν την απόσταση που καλύπτει αυτό το δάχτυλο λυγισμένο προς την παλάμη. Το δικό μου δεν φτάνει ούτε μέχρι τον καρπό».

Η νοσοκόμα παίρνει το χέρι του αφηγητή και του ψιθυρίζει μελωδικά: «Κάθε δυσκολία έχει το νόημά της…».

«Οι αρτηρίες μου, λοιπόν, είναι γεμάτες νόημα, φρόντισαν γι’ αυτό τα μεγάλα μου λάθη».

Στο Μνημονικό η Έιμι Μπέντερ έχει υπερβεί κάθε φόβο της υπερβολής: «Ο εραστής μου βιώνει αντίστροφη εξέλιξη. Έχει περάσει ένας μήνας και τώρα είναι θαλάσσια χελώνα. Μπεν, λέω στο προεξέχον κεφαλάκι του, ενώ χύνω δάκρυα στο ταψί, μια θάλασσα του εαυτού μου. Αποβάλλει ένα εκατομμύριο χρόνια την ημέρα. Δεν είμαι επιστήμονας, αλλά τόσα περίπου τα υπολόγισα».

Ίσως η πιο αληθινά συγκινητική σκηνή από την ανθολογία αυτή είναι η σκηνή με την κυρία Ο’Μπράιαν: «Τώρα το κατάλαβα, είπε και σκέπασε με το χέρι το πρόσωπό της, δεν θα ξαναδώ ποτέ τον κύριο Ραμίρεζ». Ρέι Μπράντμπερι, Θα σε δω ποτέ.

Στο Ταξιδεύοντας Μόνος, ο Ρομπ Κέρνι περιγράφει το σύμπαν: «Σαν να ήταν εκείνο το σύννεφο το σημείο παραγωγής της αστραπής, που στη συνέχεια μεταφερόταν σε όλο τον κόσμο μέσω καταιγίδων. Σαν να δούλευαν εκεί μέσα οι θεοί με σφυριά κι αμόνια και φυσερά, φορώντας αυτά τα κράνη με τους φακούς κεφαλής για να βλέπουν. Ίσως έτσι να ήταν το σύμπαν μέσα στη μήτρα».

Στη Χρυσή Ακτή ανθολογούμε: «Του μοιάζουν σαν τόποι που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι. Αντανακλάσεις που επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού». Στιούαρτ Νίμπεκ.

Η Βουλγάρα Εφτίμοβα με το Αίμα ενός τυφλοπόντικα είναι αρκούντως εξωπραγματική: «Το αίμα τυφλοπόντικα μπορεί να θεραπεύσει αρρώστους, μόνο τρεις σταγόνες πρέπει να πιεις».

«Είναι αίμα τυφλοπόντικα!». «Ψηλάφησε το διάφανο μπουκάλι. Το αίμα μέσα του λαμποκοπούσε σαν ετοιμοθάνατη φωτιά».

Σε ανάλογο κλίμα κινείται και ο Τζακ Χάντεϊ με το Φωνές μέσα στο κεφάλι μου. «Ποτέ δεν ξέρω πότε οι φωνές μέσα στο κεφάλι μου θ’ αρχίσουν να μου μιλούν. Μπορεί να βγαίνω απ’ το σπίτι μου και να κοιτάζω τα σύννεφα. Ξαφνικά, οι φωνές στο κεφάλι μου θα μου πουν να επιστρέψω και να πάρω ομπρέλα, γιατί μπορεί να βρέξει. Μερικές φορές υποτάσσομαι στις φωνές… Άλλες φορές μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις και αρνούμαι… Παρ’ όλα αυτά, οι φωνές δεν σε αφήνουν να ξεχάσεις…».

Ο Τομ Χόκινς περιγράφει ως εξής τη Νύχτα του γάμου: «Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας, μου είχε δείξει τα δύο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα… Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα…».

Ρόμπερτ Κέλι, Ροζάριο: «Μπορεί η γυαλάδα απ’ τις κρυστάλλινες χάντρες στο χέρι του να της φάνηκε σαν αντανάκλαση του φεγγαριού πάνω στο μαχαίρι».

Μάικλ Νάιτ: «Ο Μούντυ είχε το χάρισμα να δια- βάζει τους ανθρώπους και, σε αυτό το κορίτσι, αναγνώρισε μια κάποια θλίψη, κάτι οικείο και κοντινό στην καρδιά του. Κάποιος μάλλον της είχε ραγίσει την καρδιά καιρό πριν».


ΑΝ ΚΑΛΟΣΚΕΦΤΟΥΜΕ αυτή την παραγωγή σύντομων δραματουργημάτων, στιγμιοτύπων αινιγματικών που συνεχίζονται κατά κάποιον τρόπο στη φαντασία του αναγνώστη, σχηματίζουμε σιγά σιγά την εντύπωση ότι η έκταση δεν είναι τυπικό ζήτημα παρά ουσιώδης παράγοντας οικονομίας. Με κάποια αυθαίρετη κρίση θα λέγαμε ότι η ζωή στήνει παγίδες, χάνει τον δρόμο της ή μάλλον τον βρίσκει για λίγο με ανορθόδοξα μέσα, πιο συγκεκριμένα ο καμβάς της πραγματικότητας αιφνιδιαστικά παρουσιάζει κάποια ευεργετική «τρύπα» από την οποία βλέπουμε κάτι που στον τρέχοντα βίο παραμένει άφαντο. Για παράδειγμα, ο Άλεν Γούντμαν στον Πωλητή των αμπαζούρ, όπου εμφανίζεται «ένας αριστοκρατικός άντρας που είχε μεταμορφωθεί από την απώλεια των χεριών του» κι έκανε τη δουλειά του χάρη στους μεταλλικούς του γάντζους, προσφέρει μια απίθανη σκηνή που θα τη ζήλευαν αναγνώστες και συγγραφείς αντάμα.

Στη δική μας πεζογραφική παραγωγή, όπου το μυθιστόρημα (τζάνεμ) θαλασσοπνίγεται και πάει στον πάτο μαζί με τους αναγνώστες, η τεχνοτροπία του Μπονζάι θα μπορούσε να προσφέρει μια κάποια λύση. Άρα, το αφιέρωμα του Πατίλη ενδέχεται ν’ αποδειχτεί θαυματουργό.

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ