Δεν είναι εύκολη περίπτωση συγγραφέα ο Φραντς Ξάβερ Κρετς (γεν. 1946), συγγραφέας του έργου Stallerhof (ελληνιστί: Η φάρμα του Στάλερ, 1972) που παρουσιάζει το Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Με βίο περιπετειώδη, μια σειρά τολμηρών στη γραφή και τη θεματολογία έργων με τα οποία προκάλεσε την κοινή γνώμη του μεταπολεμικού γερμανικού «οικονομικού θαύματος», με πολιτική σκέψη τολμηρή αλλά και απροσδόκητες, ενίοτε αντικρουόμενες, απόψεις, έχοντας γνωρίσει μεγάλη επιτυχία (με αρκετά από τα θεατρικά του και με τη συμμετοχή του σε τηλεοπτικά σίριαλ) αλλά και έντονη κριτική για ηθελημένα προκλητική στάση και γραφή, ο Κρετς εκφράζει πολύ καλά τη σύγχυση και τις αντιφάσεις της γενιάς των Γερμανών που γεννήθηκαν αμέσως μετά τον πόλεμο.

Ο Κρετς μεγάλωσε στη Βαυαρία, στο Μόναχο κυρίως, σε μια περιοχή δηλαδή όπου ο ναζισμός «άνθησε». Κέντρο της βιομηχανικής παραγωγής του Γ’ Ράιχ, που βομβαρδίστηκε ανηλεώς από τους Συμμάχους, πέρασε στα χέρια των αμερικανικών στρατευμάτων στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, για να δεχτεί στη συνέχεια τεράστιες χρηματικές επενδύσεις (σχέδιο Μάρσαλ) και ν’ αποτελέσει, σε εύλογο χρονικό διάστημα, ικανό δείγμα της αξιοθαύμαστης ανοικοδόμησης της χώρας. Η μετάβαση από την απόλυτη υλική και ηθική καταστροφή στην απόλυτη αναγέννηση, ωστόσο, κρύβει ένα κρίσιμο κεφάλαιο στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας. «… ο απαιτούμενος όγκος εργασίας, σε συνδυασμό με τη δημιουργία μιας νέας, απρόσωπης πραγματικότητας, απέκλεισε εκ των προτέρων κάθε ενδεχόμενη αναμέτρηση με το παρελθόν, στρέφοντας το βλέμμα των πολιτών αποκλειστικά προς το μέλλον», γράφει ο συνομήλικος του Κρετς,W.G. Sebald (στην πολύ ενδιαφέρουσα Φυσική ιστορία της καταστροφής, εκδ. Άγρα, 2008).

Ο όλεθρος δεν αντιμετωπίστηκε ως συνέπεια της προηγούμενης συλλογικής διαστροφής, αλλά ως έναυσμα για τη νέα ανάπτυξη. Η αποσιώπηση και η απώθηση του πένθους αφορούν εξίσου και τους μεταπολεμικούς Γερμανούς συγγραφείς, που έγραψαν σαν να μην τους αφορούσε το άγος του παρελθόντος.

Ο Κρετς ξεκίνησε να γράφει, έχοντας στο μυαλό του τους ανθρώπους της εργατικής τάξης, αλλά οι θεατές των θεατρικών του δεν ήταν άλλοι από το γνωστό, αστικό κοινό, που, μετά το αρχικό σοκ, κατανάλωνε ακόμη και ανατρεπτικά έργα ως εξωτικό θέαμα - όπως ο ίδιος έχει πει για την πρώτη παράσταση του Stallerhof στο Αμβούργο το 1972: «Από κάτω οι χασάπηδες και πάνω στη σκηνή τα θύματα»! Η αντίδρασή του ήταν να γραφτεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα (1972-1980), μακριά δηλαδή από τους απολιτικούς και ανερμάτιστους πειραματιστές του θεάτρου αλλά και τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, των αναρχικών κι ένοπλων ομάδων, όπως η Rote Armee Fraktion (Φράξια Κόκκινος Στρατός των Μπάαντερ-Μάινχοφ), που συνέχιζαν τον ένοπλο αγώνα για την «εξουδετέρωση του καπιταλιστικού και ιμπεριαλιστικού κρατικού μηχανισμού στη Δυτική Γερμανία».

Δύσκολα υποψιάζεται ο θεατής, 40 χρόνια μετά, από ποιο πολιτικό/ιδεολογικό περιβάλλον προέρχεται το Stallerhof. Που σημαίνει ότι το σημερινό κοινό, και δη εκτός Γερμανίας, δεν μπορεί να διακρίνει στο ζεύγος των αγροτών Στάλερ ένα τυπικό δείγμα συντηρητικών Γερμανών που ποτέ δεν σκέφτηκαν με ιστορική και πολιτική συνείδηση, απορροφημένοι από τις αγροτικές εργασίες τους. Ούτε και μπορούν να δουν στον 60χρονο ανειδίκευτο εποχικό εργάτη Ζεπ όλους αυτούς τους ανώνυμους που μόχθησαν σκληρά για να πετύχει το «γερμανικό οικονομικό θαύμα».

Η νέα Γερμανία δεν χρειάζεται πια ούτε τους Στάλερ ούτε τους Ζεπ. Κάπως έτσι και οι «πόλοι» εξομοιώνονται με το τέταρτο πρόσωπο της ιστορίας, την ελαφρώς καθυστερημένη Μπέπι, που ως τέτοια είναι τελικά ανεπιθύμητη. Αυτή είναι η μία πλευρά της ερμηνείας - η άλλη συνδέεται με την ίδια τη δύναμη των ενστίκτων, που λειτουργούν ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε πολιτικο-οικονομικές αναφορές. Η Μπέπι θα γνωρίσει την ερωτική πράξη από τον Ζεπ και μέσα από την ατελή σχέση τους και οι δυο θα νιώσουν για πρώτη φορά ενδιαφέρον και τρυφερότητα, σ’ έναν χρόνο χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον. Χωρίς πολλά λόγια, ο συγγραφέας προσφέρει στην καθυστερημένη αποσυνάγωγη το δικαίωμα στη ζωή, μέσα από τη ζωή που κυοφορεί. Το θαύμα της νέας ζωής θα αφοπλίσει ακόμα και τους ψυχικά απισχνασμένους γονείς της.

Το Stallerhof δεν έχει μεγάλους διαλόγους, για την ακρίβεια κινείται πέρα απ’ όσα είναι δυνατόν να λεχθούν. Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί ν’ αποδοθεί από σκηνής με μεγάλες διαφορές στις αποχρώσεις και στη θερμοκρασία. Θα μπορούσε, ας πούμε, η παράσταση να είναι αποκρουστική στη βία και τη σκληρότητα προσώπων και καταστάσεων, ώστε ν’ ακυρώνει κάθε πνεύμα αισιοδοξίας και πίστης στο μέλλον ως αφελές. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος προτίμησε μια σαφώς μετριοπαθή ερμηνεία ως προς τα προκλητικά σημεία του έργου (αφόδευση, αυνανισμός, σεξουαλική αποπλάνηση και συνεύρεση του Ζεπ με την έφηβη, απόπειρα άμβλωσης, δολοφονία σκύλου). Χωρίς να κρύψει τίποτε, τα αντιμετώπισε με τρόπο ώστε η όψη της παράστασης να μη γίνεται ποτέ ενοχλητική και χωρίς λόγο προκλητική (κυρίως με τους χαμηλούς, πλάγιους φωτισμούς και τη μελετημένη, πλάγια ή με την πλάτη προς το κοινό τοποθέτηση των σωμάτων των ηθοποιών).

Επιπλέον, χρωμάτισε την προτελευταία σκηνή του έργου (με πιο δυνατό, ζεστό φως, με ήχους από πουλιά που κελαηδούν και τη Στέλαρ της Μαρίας Καλλιμάνη σαφώς γλυκύτερη απ’ ό,τι στις προηγούμενες σκηνές), προκειμένου να βγαίνει ένα μήνυμα θετικό, που «υπερασπίζεται τα δικαιώματα της ζωής». Έκανε πολύ καλά. Ακόμα και στις πιο μαύρες στιγμές κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την ελπίδα που δίνει νόημα στη ζωή να συνεχίζει.

Τις υποδειγματικές, δουλεμένες σε βάθος ερμηνείες των τριών έμπειρων ηθοποιών της διανομής (της Μαρίας Καλλιμάνη, του Μάνου Βακούση και του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου) συμπληρώνει αυτή της Αμαλίας Αρσένη, στην πρώτη, πολύ ελπιδοφόρα, επαγγελματική εμφάνισή της στη σκηνή.