Tα τελευταία χρόνια κάτι έγινε και, ξαφνικά, έργα που είχαμε ξεχάσει, ως ανήκοντα σ' ένα παρελθόν του «βουνού και του λόγγου», ξανάρχονται στο προσκήνιο και μάλιστα από νέους καλλιτέχνες του θεάτρου. «Δεν πρόκειται για μόδα», λέει ο Ανέστης Αζάς που παρουσιάζει τον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας του Δημητρίου Κορομηλά στο Σχολείο, «αλλά ένδειξη ωρίμανσης και μιας νέας αυτοπεποίθησης. Μέσα σ' αυτό το πολυεθνικό μίξερ που ζούμε, υπάρχει αναγκαιότητα να δούμε τις θεατρικές απαρχές μας. Υπάρχουν καταπληκτικές σκηνές στον "Αγαπητικό", όσο για τη σκηνή της κατάρας είναι ίσως η καλύτερη σκηνή της νεότερης ελληνικής δραματουργίας, τόσο δυνατή και καλογραμμένη, πραγματική σπουδή για κάθε ηθοποιό», λέει ο 29χρονος σκηνοθέτης.

Ξεκίνησε να σπουδάζει θεατρικές σπουδές στη Θεσσαλονίκη, αλλά τελικά τον τράβηξε η σκηνοθεσία. «Όντας σε φάση αναζήτησης -είχα ανάγκη να γνωρίσω καινούργια πράγματα- βρέθηκα στο Βερολίνο, μου άρεσε η πόλη και κάπως έτσι βρέθηκα και στη Δραματική Σχολή του Βερολίνου.

Η σχολή εκεί ακολουθεί την ιδεολογική γραμμή τουΜπρεχτ -δηλαδή έχει σαφείς κοινωνικοπολιτικές αναφορές. Ο στόχος και η άσκηση του σπουδαστή είναι να ξεκαθαρίσει μέσα του γιατί κάνει ένα έργο, για ποιο κοινό. Μια άλλη θεμελιώδης διαφορά σε σχέση με την αγγλοσαξωνική σχολή ή τη ρωσική, είναι ότι εκεί οι επίδοξοι σκηνοθέτες μαθαίνουν να μην υπηρετούν τα κείμενα. Θεωρούν ότι βρισκόμαστε σ' ένα μετα-δραματικό στάδιο όπου δεν ισχύει ότι ο σκηνοθέτης, ο θίασος, όσοι συμμετέχουν, πρέπει να υπηρετούν τον συγγραφέα. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην παράσταση -όχι στο έργο».

Εξηγεί ότι δουλεύοντας στην κατεύθυνση αυτή δεν σημαίνει ότι γίνεται αυτοσκοπός να είναι η παράσταση «μοντέρνα», γρήγορη καιανατρεπτική. «Αλλά δεν μπορείς να αγνοείς τι γίνεται στο χώρο των τεχνών γενικότερα. Ο Ροΐδης μιλώντας στον πρόλογο της Πάπισσας Ιωάνναςγια το πώς προχώρησε η δυτική τέχνη μέσα στους αιώνες, καταλήγει πώς εμείς μείναμε στον Μεσαίωνα κολλημένοι "ως τα οστρείδια στο βράχο". Κάθε εποχή έχει τον τρόπο σκέψης της, κι αυτός είναι που καθορίζει τον τρόπο που κάνεις θέατρο, τον τρόπο που παίζεις κ.ο.κ.».

Αλλά πώς καταλήγει ένας νέος δημιουργός του 2007 σε μια ιστορία που εξελίσσεται σ' ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας του 1890, όπου μια νεαρή καλής οικογένειας αρνείται τον πλούσιο γαμπρό για τον έρωτα ενός φτωχού νέου; Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την ομορφιά και την αγνότητα της ζωής του χωριού, τις φουστανέλες, τα τάματα και τις κατάρες, που αρχικά δεν γίνεται εμφανές;

«Στον κόσμο αυτού του ερωτικού μελοδράματος η θρησκευτική πίστη παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων, σ' όλες τις αποφάσεις και στην καθημερινότητά τους. Θεώρησα ότι ως κείμενο είναι μια καλή αφορμή για μια παράσταση που εξετάζει τον ρόλο της θρησκείας στη ζωή μας, για το σήμερα στην Ελλάδα. Μ' ενδιέφερε να επαναδιαπραγματευθούμε ζητήματα όπως η καταγωγή και η θρησκεία. Οπωσδήποτε με επηρέασε το γεγονός ότι κατάγομαι από θρησκευόμενη οικογένεια και από μία πόλη, τη Θεσσαλονίκη, όπου η εξουσία της Εκκλησίας είναι πολύ μεγάλη και όπου ο συντηρητισμός καταντάει αφόρητος. Μέσα στο χάος της Αθήνας δεν καταλαβαίνεις ότι κι εδώ υπάρχουν ανάλογες δυνάμεις συντήρησης, ωστόσο κάθε τόσο όλο και κάποιο έργο τέχνης αποσύρεται επειδή κάποιος θεωρεί ότι θίγει τα ιερά και τα όσιά του».

Ο Ανέστης Αζάς πιστεύει ότι στην κατεύθυνση αυτή έχει σημασία να ασχοληθούμε εκ νέου με κείμενα που είναι χαραγμένα στη συλλογική μνήμη. «Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, "ο Αγαπητικός" ήταν το κατάλληλο κείμενο για μια διαλεκτική σκηνοθεσία, για μια σκηνική αντιπαράθεση με το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια».

Έπειτα από 6 χρόνια στο Βερολίνο, ζητάμε τη γνώμη του για το θέατρο της πόλης: «Τα βερολινέζικα θέατρα έπεσαν κάπως τη δεκαετία του '90, είναι αλήθεια. Η Volksbuhne εξακολουθεί να είναι ισχυρός πόλος ακόμη και σήμερα που δεν είναι στην καλύτερη φάση του, γιατί παραμένει πολιτικοποιημένο θέατρο. Το Βerliner Ensemble, πάλι, είναι πια ένα μουσείο, με μέσο όρο ηλικίας θεατών τα πενήντα -έχει χάσει την πολιτική του αιχμή, την οξύτητα με την οποία έγραψε ιστορία.

Το Shaubuhne είναι πιο ποπ, είναι το μόνο θέατρο που διαφημίζεται στο αεροδρόμιο -ίσως επειδή είναι βαθιά μέσα στο δυτικό Βερολίνο και το κοινό του είναι σαφώς πιο αστικό. Ξέρετε, η δεκαετία του '90 ήταν κουραστική για πολλούς ανθρώπους στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Ήθελαν μεν την αλλαγή, τις μεταρρυθμίσεις, την ελευθερία τους, αλλά δεν ήθελαν να "χάσουν" την πατρίδα τους. Η πτώση του Τείχους λειτούργησε σαν ντόμινο αλλαγών κι αυτό ήταν κάτι που ένιωθαν την ανάγκη να το διαπραγματευθούν ξανά και ξανά. Ακόμη και σήμερα, όταν πας στην καντίνα της Volksbuhne, κάθε δεύτερη συζήτηση έχει να κάνει με το παρελθόν».