Πώς στο καλό είσαι ο ήρωάς μου; / Πώς, όταν δεν ήσουν ποτέ εδώ; / Θυμάμαι τις στιγμές που με έβαζες στους ώμους σου / Πόσο εύχομαι να μας κρατούσες για πάντα…». Το τραγούδι «Daddy’s Gone» με το σπαραξικάρδιο μήνυμα σε έναν κοπανατζή πατέρα που εγκατέλειψε την οικογένειά του -το δεύτερο καλύτερο single του 2007 για το «NME»- ήταν αρκετό για να κάνει τους Σκωτσέζους vintage ρόκερς το πιο «καυτό» γκρουπ που διαθέτει αυτήν τη στιγμή η Αγγλία και να δημιουργήσει ολόκληρο μύθο γύρω από το όνομά τους. Η χαρακτηριστική τραχιά προφορά της Γλασκόβης πάνω στη ρετρό μελιστάλαχτη μελωδία και τα ayayayaa είναι ένας παράταιρος ηχητικός συνδυασμός - και δεν είναι ο μόνος.

Οι Glasvegas σίγουρα δεν είναι το τυπικό αγγλικό γκρουπ που θα δεις σε εξώφυλλα στυλάτων περιοδικών ή θα εντυπωσιάσει με την πόζα του στα editorial μόδας, δεν έχει σχέση με τους trendy hipsters του Λονδίνου, ούτε με το βρετανικό ήχο του παρόντος. Ο θόρυβος που δημιούργησαν ξεπέρασε τα σύνορα της Αγγλίας παρ' όλα αυτά και διαδόθηκε με την ίδια ταχύτητα που έκανε supergroup τους Arctic Monkeys, κι ας έχουν κυκλοφορήσει μόνο ένα single (σε 7ιντσο βινίλιο και σε mp3) και ένα ανεπίσημο demo με 9 κομμάτια που μοίρασαν μόνοι τους στο Soulseek. Το πιο περίεργο είναι ότι δεν έχουν δεχτεί μέχρι στιγμής να κάνουν συμβόλαιο σε καμία εταιρεία (παρ' όλο που δεν υπάρχει ούτε μία που να μην ενδιαφέρεται να υπογράψει μαζί τους!), ο Alan McGee της πάλαι ποτέ θρυλικής Creation σε ένα παραλήρημα θαυμασμού τούς αποκάλεσε «το καλύτερο σκωτσέζικο συγκρότημα των τελευταίων 20 χρόνων» (η τελευταία φορά που δήλωσε κάτι ανάλογο ήταν πριν από 15 χρόνια, όταν ανακάλυψε τους Oasis), και δεν υπάρχει αγγλικό έντυπο -μουσικό και μη- που να μην έχει ασχοληθεί τον τελευταίο μήνα μαζί τους. Θα μπορούσε να είναι άλλη μια υπερβολή των αγγλικών media, αλλά το υλικό τους που έχει διαρρεύσει αποδεικνύει ότι αξίζουν τη φασαρία.

Ο ήχος των Glasvegas (ένας συνδυασμός του Glasgow και Las Vegas) είναι vintage rock των ‘50s που θυμίζει από do-wop συγκροτήματα μέχρι Elvis, με πολύ προσωπικούς στίχους, με χαοτικές surf κιθάρες α λα Jesus and Mary Chain – «σαν να παίζουν οι Jesus and Mary Chain κομμάτια απ’ το Grease», όπως έγραψε και η «Guardian». Οι αναφορές τους είναι τα ροκαμπίλι των ‘50s και ‘60s και όχι μια ακόμα κόπια των Radiohead ή το garage και το πανκ που κυριαρχεί κατά κόρον στην brit pop. «Σημείο αναφοράς μας ήταν τα φωνητικά γκρουπ των ‘50s», λέει ο τραγουδιστής τους James Allan, «είναι μια μινιμαλιστική προσέγγιση στο ρυθμό, πραγματικά απλός, αλλά αυτή η απλότητα σου αφήνει πολύ χώρο για να κάνεις άλλα πράγματα». «Μου αρέσει πολύ η μουσική από ορχήστρες και η κλασική», προσθέτει, «νομίζω ότι είναι ένα πολύ καλό υπόβαθρο για να στήσεις τις συνθέσεις σου. Δημιουργούμε τέτοιο θόρυβο με τις κιθάρες, θέλουμε να ακουγόμαστε σαν ολόκληρη ορχήστρα, αλλά είναι μόνο το μπάσο, η κιθάρα μου και η κιθάρα του Rob».

Οι στίχοι των κομματιών τους προκύπτουν από προσωπικά βιώματα, «είναι σχεδόν αυτοβιογραφικοί», ομολογεί ο James, «κι αν δεν αφορούν τη δικιά μας ζωή, αναφέρονται σε εμπειρίες μας από τις ζωές φίλων μας ή των οικογενειών τους. Το "Daddy’s Gone" αναφέρεται στον πατέρα μου, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πραγματικά αρκετές οικογένειες που ο “μπαμπάς” και η “μαμά” είναι ακόμα μαζί. Κάποια στιγμή φτάνεις στα 50 και πρέπει να μετανιώσεις για όλα όσα έχεις κάνει!».

Εμφανισιακά μοιάζουν κάτι ανάμεσα στον Joe Strummer και τον Johnny Cash: σκούρα γυαλιά, δερμάτινα μπουφάν και λαδωμένα μαύρα μαλλιά με κοκοράκι, μοιάζουν να ετοιμάζονται να συνοδέψουν τον Ντάνι στο «Grease Lightning»… Αυτή η ξεδιάντροπη «μαγκιά», που ίσως φαίνεται προσποιητή με την πρώτη, δικαιολογείται απολύτως αν τους ακούσεις. Πολλοί μιλούν για περίπτωση ανάλογη των Jesus and Mary Chain και των Stone Roses. Είναι ακόμα νωρίς, αλλά οι προοπτικές είναι άριστες. Ο χρόνος θα δείξει…