Ο Νίκος Χουλιαράς υπήρξε ο ορισμός του πολυτάλαντου καλλιτέχνη: Ποιητής, συγγραφέας, γλύπτης, ζωγράφος, τραγουδιστής και τραγουδοποιός, πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό, γνήσιο τέκνο των 60s και ενδεχομένως ένας από τους λίγους εκείνους δημιουργούς που δεν εξαργύρωσαν τίποτα τις επόμενες δεκαετίες, αλλά παρέμειναν συνεπείς στην Τέχνη και στα πιστεύω τους, τραβώντας μία μοναχική, ασκητική σχεδόν, πορεία! Γνώμη μου είναι πως ο Χουλιαράς θα μπορούσε να έχει απασχολήσει τα μέσα, κάνοντας περισσότερο θόρυβο γύρω απ' το σημαντικό όνομα του - όχι τα τελευταία χρόνια που η φυσική του κατάσταση είχε επιδεινωθεί και κάποιοι γνωρίζαμε πως ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα, αλλά από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ή τα μέσα του ΄90, τότε που ο ''Λούσιας'', το μυθιστόρημα του, έγινε τηλεοπτική σειρά και ένα άλλο βιβλίο του, το ''Στο σπίτι του εχθρού μου'', του είχε χαρίσει την υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Στο περιθώριο όλων αυτών, συμπεριλαμβανομένης και μιας εξαιρετικής διαδρομής ως εικαστικός, ο Χουλιαράς συνέχισε να εκδίδει τραγούδια. Η φειδωλή δισκογραφία του φανερώνει πως δεν κινήθηκε με γνώμονα καμία καριέρα, αλλά με το ασίγαστο πάθος του γνήσιου καλλιτέχνη για να μιλήσει στον καιρό του και τελικά να εκφραστεί. Όντας σίγουρος για το πλούσιο αρχείο που θά'χει να μας προσφέρει ο Φώντας Τρούσας, διάλεξα στο δικό μου αφιέρωμα να ασχοληθώ με τις υπέροχες γυναικείες φωνές που τραγούδησαν τον Νίκο Χουλιαρά από τα τέλη της δεκαετίας του '60.

 

"Από νύχτα ερχόμαστε και σε νύχτα θα πάμε" ήταν το μότο του Νίκου Χουλιαρά και αυτές οι άμορφες μορφές που ζωγράφιζε σύστηναν το προσωπικό ποιητικό του σύμπαν.

 

Αν υποτεθεί πως το πρώτο 45άρι δισκάκι του Χουλιαρά κυκλοφόρησε το 1965 σε συνεργασία με τον Νότη Μαυρουδή (αυτό με τις διασκευές σε δύο παραδοσιακά τραγούδια της γενέτειρας του, της Ηπείρου), συνθέσεις του συναντάμε την επόμενη χρονιά στο ντεμπούτο LP της Αρλέτας με τίτλο το όνομα της: Τέσσερα τραγούδια σε δικούς του στίχους και μουσική, ''Το πέτρινο χαμόγελο'', ''Τα πελαγίσια όνειρα'', ''Η μέρα τέλειωσε'' και ''Το λιβάδι'' που λογοκρίθηκε και αφαιρέθηκε στη δεύτερη έκδοση του δίσκου.

 


 

Ακόμη δύο κομμάτια του Χουλιαρά, το ''Έτσι είναι'' και ''Οι σαράντα πέντε'', η Αρλέτα ηχογράφησε στο LP ''Αρλέτα 2'' του 1967, πάλι σε μουσική και στίχους δικούς του - στοιχείο που αποδείκνυε, αν μη τι άλλο, την αυτοτέλεια του ως τραγουδοποιός.

 

Έχοντας σχεδόν καθιερωθεί ως εκπρόσωπος του Νέου Κύματος κι αυτός, της Lyra του Αλέκου Πατσιφά, από την ετικέτα Zodiac της εταιρείας κυκλοφορεί στις αρχές του 1969 ο πρώτος μεγάλος προσωπικός δίσκος του. Τίτλος, ''Τα τραγούδια του Νίκου Χουλιαρά'', και δίπλα του μια νέα τραγουδίστρια, η Μαρίζα Κωχ, που κι εκείνη έκανε την πρώτη επίσημη δισκογραφική της έξοδο. Και πάλι παραδοσιακά διασκευασμένα τραγούδια (''Παιδιά της Σαμαρίνας'', ''Άστραψε η Ανατολή'', ''Στης πικροδάφνης τον ανθό''), καθώς και υπέροχες μπαλάντες που τραγουδούσε είτε ο ίδιος (''Άλλον αγαπάς'', ''Τα βήματα''), είτε η Κωχ (''Κάτω στο Δαφνοπόταμο'', ''Άναψα κλωνί δαδί''), είτε οι δυο τους μαζί (''Τα δεκαοχτώ καράβια'').

 

 

Το δίσκο διηύθυνε ο Νότης Μαυρουδής, συνάδελφος, στενός φίλος του Χουλιαρά και μέλος επίσης της ''οικογένειας'' της Lyra. Μ' αυτή την εταιρεία άλλωστε ο Χουλιαράς πορεύθηκε σ' όλη του τη μουσική σταδιοδρομία και εν προκειμένω από το 1965 μέχρι το 1996. Αντίθετα, η Κωχ ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που θα συνεργαζόταν με τη Lyra. Λίγους μήνες μετά, υπόγραψε συμβόλαιο με τη ΜΙΝΩΣ και εντάχθηκε στο τραγουδιστικό team του δίσκου ''Θαλασσογραφίες'' του Μάνου Λοΐζου. Μέχρι σήμερα το LP ''Τα τραγούδια του Νίκου Χουλιαρά'' με τη Μαρίζα Κωχ θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο, αν και κομμάτια του κυκλοφόρησαν σκόρπια σε διάφορες νεοκυματικές συλλογές.

 

Το 1970 κυκλοφορεί ακόμη ένας δίσκος του Χουλιαρά σε ενορχήστρωση του Γιώργου Κοντογιώργου. Αυτή τη φορά, δίπλα του είναι η Πόπη Αστεριάδη, το αστέρι του Νέου Κύματος, σε τέσσερις μπαλάντες: ''Το τραγούδι του νερού'', ''Το πράσινο ποτάμι'', ''Η μικρή Νανώ'' με τους σουρεαλιστικούς στίχους και το πανέμορφο ''Μικρό ακρωτήρι''. Ο Χουλιαράς κρατάει για τον εαυτό του τις ερμηνείες σε άλλα εφτά κομμάτια: Μεταξύ τους, το ομότιτλο του δίσκου, την ''Άφαντη πόλη'', αλλά και παραδοσιακά τραγούδια (''Δε μπορώ μανούλα μου'', ''Ο Σιαμαντάκας'' κ.α.)

 

Ωστόσο, το επιστέγασμα της συνεργασίας του με την Αστεριάδη έρχεται το 1973 με το LP ''Άραχθος - Δώδεκα τραγούδια του Νίκου Χουλιαρά'' με εξώφυλλο από τον Γιάννη Μόραλη. Έξι ντουέτα του με την τραγουδίστρια (ξεχώρισε το εναρκτήριο ''Θα σου το πω με -Α-''), μπαλάντες επίσης για τη φωνή της, καθώς και ηπειρώτικα δημοτικά τραγούδια: Ανάμεσα τους, η ''Χαλασιά μου'' που απέδιδε η Αστεριάδη και τα ''Δόντια πυκνά'' με τη δική του φωνή. Ίσως ο πιο χαρακτηριστικός δίσκος του τροβαδούρου Χουλιαρά στην εκπνοή του Νέου Κύματος με δημοτικά τραγούδια πάντα από τη γενέτειρα του και μπαλάντες εντός ενός πλαισίου μοντερνισμού, απολύτως δικού του.

 


 

Με εξαίρεση έναν δίσκο που κυκλοφόρησε το 1978 ως συλλογή της Lyra με τίτλο ''Τα ωραιότερα τραγούδια του Νίκου Χουλιαρά'' (περιέχονταν και ''Οι σαράντα πέντε'' με τη δική του ερμηνεία, που είχε πρωτοηχογραφήσει η Αρλέτα στον δεύτερο προσωπικό της δίσκο), ο Χουλιαράς κάνει πολλά - πολλά χρόνια να εκδώσει καινούργια τραγούδια. Έτσι, το 1993 πάντα από τη Lyra, απόντος όμως του Πατσιφά πια, κυκλοφορεί το άλμπουμ ''Η νύχτα που μας ξέρει''. Εδώ οι γυναικείες φωνές που τον συντροφεύουν είναι της Δήμητρας Γαλάνη και της Αφροδίτης Μάνου. Με τη μεν Γαλάνη, ο Χουλιαράς αισθανόταν αισθητική συγγένεια (είχε εκτιμήσει την απόδοση της στο ηπειρώτικο ''Χαλασιά μου''), με τη δε Μάνου, υπεύθυνος για το ταίριασμα τους, πρέπει να ήταν ο παραγωγός της δουλειάς, Άγγελος Σφακιανάκης, ο οποίος συνεργαζόταν τότε μαζί της. Η επιλογή του Νίκου Τάτση στο ρόλο του ενορχηστρωτή είχε γίνει από τον ίδιο τον Χουλιαρά, αφού ήταν συντοπίτες και θαύμαζε τη λόγια προσέγγιση του στο δημώδες ηπειρώτικο στοιχείο. '' Η νύχτα που μας ξέρει'' ήταν και ο πρώτος δίσκος του τραγουδοποιού που θα κυκλοφορούσε με δικό του έργο στο εξώφυλλο.

 

Τρία χρόνια αργότερα, το 1996, ο Χουλιαράς ξαναπερνάει από τη Lyra μαζί με την ερμηνεύτρια Αίκη Καγιαλόγλου, η οποία τότε ήταν σύντροφος του. Η διαδικασία της υλοποίησης ενός ακόμη δίσκου, που έμελλε να είναι ο τελευταίος του, ξεκινάει. Παραγωγός και πάλι ο Άγγελος Σφακιανάκης, που ο Χουλιαράς εκτιμούσε από την περίοδο της Οπισθοδρομικής Κομπανίας και μάλιστα λίγο μετά θα σχεδίαζε το logo του ''Μικρού Ήρωα'', του δισκογραφικού label του. Το έργο ονομάστηκε ''Τα νησιά τ'ουρανού'' και περιείχε κυρίως μπαλάντες για την αισθαντική φωνή της Καγιαλόγλου, μιας ερμηνεύτριας που λειτούργησε ως υπερρεαλιστική υπόσταση συγκριτικά μ' αυτήν της ξερολιθιάς που ήτανε ο Χουλιαράς. Τις ενορχηστρώσεις ανέλαβαν ο Αριστείδης Χατζησταύρου και το συγκρότημα του, η Ομαδική Απόδραση, ενώ λέγεται πως το κλίμα στο στούντιο θύμισε τις ποιητικές μαζώξεις του Χατζιδάκι και του Γκάτσου στου ''Λουμίδη'' και στα άλλα στέκια τους. Στο εξώφυλλο μπήκε ακόμη ένα εικαστικό έργο του δημιουργού.

 

"Από νύχτα ερχόμαστε και σε νύχτα θα πάμε" ήταν το μότο του Νίκου Χουλιαρά και αυτές οι άμορφες μορφές που ζωγράφιζε σύστηναν το προσωπικό ποιητικό του σύμπαν. Ένας άνθρωπος που τον απασχολούσαν έντονα μεταφυσικά ζητήματα χωρίς αυτό να φαίνεται στον ''έξω κόσμο'', τον πολύ, συμφώνως με μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν την ευκαιρία να τον ζήσουν και να συμπορευθούν καλλιτεχνικά μαζί του. Και κάτι ακόμη: Ο Νίκος Χουλιαράς πίστευε πολύ στη δεύτερη και τρίτη γενιά των Ηπειρωτών καλλιτεχνών, εκφράζοντας την αισιοδοξία ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ολόκληρο κίνημα. Αγαπούσε ιδιαιτέρως τον ποιητή Μιχάλη Γκανά, τον στιχουργό Σωτήρη Κακίση και τους συναδέλφους του, μουσικούς Βασίλη Δημητρίου και Ηλία Λιούγκο. Καλό του ταξίδι. Γεννήθηκε το 1940 και επί σειρά δεκαετιών έδωσε κυριολεκτικά το αίμα του στις Τέχνες της χώρας του. Αφήνει πραγματικά ένα δυσαναπλήρωτο κενό.