Τις τελευταίες μέρες σίγουρα θα έχει πάρει το μάτι σου μια διασκευή του «Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι» της Μελίνας Μερκούρη που κυκλοφορεί στα social media. Το κομμάτι έχουν επιμεληθεί οι Papercut και μέσα σε 5 μέρες έχει ξεπεράσει τα 28.000 χτυπήματα στο YouTube, ενώ στο facebook ποσταριζόταν μετά μανίας το τελευταίο Σαββατοκύριακο. Το βάρος των πασίγνωστων ποιητικών στίχων του Μιχάλη Κακογιάννη και της θρυλικής μελωδίας του Μάνου Χατζιδάκι έχει πειραχτεί χάριν ενός πιο easy listening αποτελέσματος, απόλυτα συνυφασμένου με την αντίστοιχη μόδα των τελευταίων ετών.

 

Τι είναι, όμως, αυτό που οδηγεί τόσους μουσικούς να ασχοληθούν με θρυλικά κομμάτια, κινδυνεύοντας πάντα να υποστούν το σύνηθες «κράξιμο» που συχνότατα συνοδεύει διασκευές που δεν δείχνουν σεβασμό προς το πρωτότυπο, με καλλιτεχνικό αποτέλεσμα συχνά αμφίβολης ποιότητας;


Το συγκεκριμένο track είναι προπομπός ενός ολόκληρου δίσκου με διασκευές σε κομμάτια της Μελίνας που κυκλοφορεί στις 10 Νοεμβρίου από την EMI. Αναγνωρισμένοι δημιουργοί, εκπρόσωποι διαφορετικών ειδών, όπως οι Κωνσταντίνος Βήτα, Όλγα Κουκλάκη, Mikro, Marsheaux, Stavento και Monsieur Minimal, έχουν προσφέρει διασκευές στο συλλογικό αποτέλεσμα του δίσκου και η ανταπόκριση με βάση τα hits στα τίζερ που έχουν ήδη κυκλοφορήσει στο Διαδίκτυο φαίνεται θερμή. Τι είναι, όμως, αυτό που οδηγεί τόσους μουσικούς να ασχοληθούν με θρυλικά κομμάτια, κινδυνεύοντας πάντα να υποστούν το σύνηθες «κράξιμο» που συχνότατα συνοδεύει διασκευές που δεν δείχνουν σεβασμό προς το πρωτότυπο, με καλλιτεχνικό αποτέλεσμα συχνά αμφίβολης ποιότητας; Οι Marsheaux εξηγούν για τη συμμετοχή τους στο άλμπουμ, με τη διασκευή τους στο τραγούδι «Je te dirais les mots» του Βαγγέλη Παπαθανασίου και της Μελίνας: «Πάντα θέλαμε να κάνουμε ένα remix σε κάποιο κομμάτι του Βαγγέλη Παπαθανασίου, αλλά γνωρίζαμε ότι δύσκολα δίνει την άδεια. Με το που μας πρότεινε η ΕΜΙ να συμμετάσχουμε στο συγκεκριμένο πρότζεκτ για τη Μελίνα, ενθουσιαστήκαμε που θα μας δινόταν η ευκαιρία να αγγίξουμε, έστω και με ένα remix, έναν μύθο. Μετά από πολλή σκέψη, είπαμε να το ρισκάρουμε και να το κάνουμε, με τον φόβο ότι μπορεί τελικά να μην κυκλοφορούσε. "Πειράξαμε" το κομμάτι έτσι, ώστε να μην αλλοιώσουμε την υπέροχη ερμηνεία της Μελίνας, να σεβαστούμε τη χαρακτηριστική μελωδία του Παπαθανασίου και βάζοντας μια πινελιά από τον δικό μας ήχο, να κάνουμε τη δική μας εκδοχή».


Η μουσική συνήθεια της διασκευής σίγουρα δεν είναι καινούργια. Κάθε χρόνο, εκατοντάδες remixes και covers κατακλύζουν την παγκόσμια μουσική βιομηχανία. Αν προσθέσουμε και τις live ερμηνείες κομματιών που συναντούν επιτυχία κι έπειτα δισκογραφούνται, ο αριθμός αυξάνεται. Πολλές φορές οι νέες βερσιόν αναδεικνύουν παλιά, ξεχασμένα κομμάτια, τους δημιουργούν μια δεύτερη καριέρα ή και τα ξεπερνούν σε δημοτικότητα, έτσι που στο τέλος λίγοι θυμούνται ποιος πρωτοτραγούδησε τα συγκεκριμένα κομμάτια.
Τον τελευταίο καιρό ακούς εκατοντάδες επανεκτελέσεις κομματιών με κάθε δυνατό τρόπο, από experimental κακοφωνίες μέχρι βαριές κι ασήκωτες ροκιές και λαϊκοπόπ για μαζική κατανάλωση. Ας ρίξουμε, όμως, μια ματιά στον ελληνικό μουσικό χάρτη της διασκευής. Πριν από μερικά χρόνια, Έλληνες μουσικοί της ηλεκτρονικής σκηνής έβγαλαν το «Μίξερ», πειραγμένα και διασκευασμένα κομμάτια της Λένας Πλάτωνος. Οι Raining Pleasure έκαναν ολόκληρο δίσκο με διασκευασμένο το «Reflections» του Χατζιδάκι, ο Βασιλικός συνέχισε κυκλοφορώντας πέρσι δουλειά βασισμένη σε τραγούδια του Τσιτσάνη, το «Sunday Cloudy Sunday», ενώ ο Κωνσταντίνος Βήτα έκανε το «Transformations» με κομμάτια του Χατζιδάκι. Η διαφορά με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω είναι στην προσέγγιση και στο πόσο συγγενικό με τον καλλιτέχνη είναι αυτό που διασκευάζει. Όλα αυτά ήταν πετυχημένα γιατί δεν «κλότσαγαν», δεν ήταν έξω από τα νερά τους, έγιναν με σεβασμό στο έργο του συνθέτη, χωρίς να ακούγονται καρικατούρες. Υπάρχουν, ωστόσο, και γκρουπ που κάνουν αποκλειστικά διασκευές κι έχουν χτίσει ολόκληρη καριέρα στην αναβίωση παλιών κομματιών. Σήμερα, οι Gadjo Dilo έχουν κάνει γκελ διασκευάζοντας Τσιτσάνη και Ζαμπέτα σε αυτό που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν «gypsy jazz», ενώ οι Imam Baildi με τα θορυβώδη πνευστά τους ξεσηκώνουν στα live τους, πειράζοντας από Σοφία Βέμπο μέχρι Μανώλη Χιώτη και Μαίρη Λίντα. Και πες ότι οι Imam Baildi κάνουν ό,τι και οι Nouvelle Vague, δηλαδή μια πιο σύγχρονη προσέγγιση παλιών επιτυχιών που «σκοτώνουν» με το γάντι. Η επιτυχία των Gadjo Dilo, όμως, είναι κάτι ανεξήγητο. Η «τσιγγάνικη» διασκευή που έχουν επιχειρήσει στο «Άλλα μου λεν τα μάτια σου» εξαφανίζει μεμιάς τη νοσταλγία που φέρει η φωνή της Πόλυς Πάνου, ενώ το «Πέφτεις σε λάθη» είναι ένα συνονθύλευμα από λάτιν μελωδίες, φλαμένγκο και (ας πούμε) free jazz, με μια φωνή μάλλον παρωδιακή και το αποτέλεσμα στα συγκεκριμένα κομμάτια είναι μάλλον ψυχρό. Ωστόσο, το τελευταίο διαθέτει πάνω από 200.000 χτυπήματα στο YouTube, οπότε οι διασκευές πουλάνε, όπως πουλούσαν ανέκαθεν. Ο DJ του Μπλε Παπαγάλου, Στέλιος Ιερόπουλος, θεωρεί ότι όταν ο κόσμος ακούει ένα κομμάτι που του ξυπνά μνήμες, πάντα τον ιντριγκάρει να το ακούσει με κάπως διαφορετικό τρόπο, γι' αυτό και η χρήση των διασκευών και των remixes στη διασκέδαση είναι τόσο εκτεταμένη.

 

Υπάρχουν μεταφράσεις του ποδαριού και άλλες που υψώνονται στο επίπεδο της συνδημιουργίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις διασκευές


Υπέρ των «σωστών» διασκευών τάσσεται και ο μουσικοκριτικός Φώντας Τρούσας. «Δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι οι διασκευές δείχνουν τη σύγχρονη "ένδεια" ρεπερτορίου. Ο κόσμος θέλει ν' ακούει κάτι που το έχει ξανακούσει, λίγο αλλαγμένο. Όπως θέλει να πηγαίνει σε μέρη που έχει ξαναπάει, έστω και αν έχουν κάπως αλλάξει. Όταν η διασκευή είναι "καλή", έχει λόγο ύπαρξης. Γενικά, είμαι υπέρ των διασκευών που δεν διαλύουν το πρωτότυπο. Δεν γίνεται ν' αλλάζεις π.χ. την αρμονική δομή ενός κομματιού, κάνοντάς το αγνώριστο. Cover bands ή tribute bands επίσης υπάρχουν από παλιά. Ο ρόλος αυτών των σχημάτων είναι βασικά εκείνος της διασκέδασης και όχι εκείνος της δημιουργίας (ή έστω της αναδημιουργίας). Όταν κάποιος περνάει καλά ακούγοντας τις cover bands, ο στόχος τους έχει εκπληρωθεί. Καλλιτεχνική αξία μπορεί να έχουν, εννοείται, και οι διασκευές, αλλά κι εκεί υπάρχουν διαβαθμίσεις. Όταν ο Alan Price διασκεύασε (με τους Animals) ένα κοινό παραδοσιακό τραγούδι, το "Ηouse of the rising sun", άλλαζε μεμιάς (και αυτός) την πορεία του ρoκ. Μια τέτοια διασκευή όλοι αντιλαμβανόμαστε πως έχει κολοσσιαία καλλιτεχνική αξία, όπως φυσικά και ο άνθρωπος που τη δημιούργησε. Γενικά, δεν με ενοχλεί όταν βαριά ακούσματα μετατρέπονται σε πιο ελαφριά. Ο Γεράσιμος Λαβράνος με τα περίφημα δισκάκια του "Rebeta Nova" μέσα του '60 έδειξε έναν δρόμο, αλλάζοντας τα φώτα (με τη σωστή έννοια) σε πασίγνωστα λαϊκά».


Ο κ. Τρούσας καταλήγει σε έναν πολύ εύστοχο παραλληλισμό, που συνοψίζει ιδανικά την υπόθεση των διασκευών. «Ο διασκευαστής πρέπει να έχει όραμα. Χοντρικά θα έλεγα πως μοιάζει με τον μεταφραστή. Υπάρχουν μεταφράσεις του ποδαριού και άλλες που υψώνονται στο επίπεδο της συνδημιουργίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις διασκευές».