Έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από την πρώτη επαφή μου με τους Sigmatropic· το άλμπουμ τους Random Walkπου κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του '98 τους σύστηνε ως μια από τις ελπίδες της ελληνικής electronica και μάζευε από παντού θετικά σχόλια. «Τότε η μουσική φτιαχνόταν κυρίως στον υπολογιστή, ήταν το έτερόν μου ήμισι» μου λέει ο ιδρυτής του groupΆκης Μπογιατζής, «πέρναγα μια φάση εγκλεισμού εκείνη την εποχή και ξεκίνησα να οργανώνω το υλικό που είχα μαζέψει στον υπολογιστή μου». Από τότε έχουν αλλάξει πολλά, και στη σύνθεση του γκρουπ και στον ήχο τους. Ακόμα περισσότερο έχει αλλάξει ο τρόπος που γράφουν τα κομμάτια τους -«η πλειονότητα των κομματιών ξεκινάει από μια κιθάρα ή πιάνο, δεν έχει αποκλειστικά σαν πρωτογενή ιδέα τη μηχανή, παρ' όλο που μπορεί να βάλει κανείς sequencer ή κάποια πηγή ήχου για να δώσει ιδέες»- το σχήμα έγινε γκρουπ, έγιναν live συγκρότημα με full σύνθεση.

Η τωρινή σύνθεσή τους είναι η μακροβιότερη, με τελευταία προσθήκη την Άννα Καρακάλου, η οποία είναι πια μόνιμο μέλος του συγκροτήματος. Μιλάμε για την κυκλοφορία του άλμπουμ στην αγγλική αγορά από τηνTongue Masterπριν από δύο μήνες και τη διαφημιστική καταχώρηση στο Uncut, με τη «συμπαράσταση» μάλιστα μιας πολύ μεγάλης αλυσίδας δισκοπωλείων, της HMV. «Η συνεργασία με τον Άγγλο διανομέα προέκυψε εδώ και καιρό, με τον προηγούμενο δίσκο μας, το Sixteen Haiku and Other Stories, την αγγλόφωνη έκδοση με τα χαϊκού του Σεφέρη. Ο δίσκος είχε αρκετές συμμετοχές ξένων ονομάτων κι αυτό βοήθησε πάρα πολύ. Χρειάζεται να έχεις ένα μοχλό πίεσης, ένα όχημα να σε τραβάει, ακόμα κι αν αυτό λέγεται Σεφέρης. Έτσι είναι η πραγματικότητα για κάποιον που ξεκινάει από την Ελλάδα. Είναι πολύ δύσκολο να ξεκινάς με την ταμπέλα που κουβαλάς ως Έλληνας, με όλα τα καλά και τα κακά που αυτό σημαίνει. Οπωσδήποτε το όνομα Σεφέρης και οι συμμετοχές βοήθησαν το δίσκο να φτάσει στο «μεσαίο» κοινό που είναι περισσότερο ποπ. Στο Uncut είχε παρουσιαστεί και είχε πάρει τρία αστέρια στα πέντε, που θεωρείται αρκετά καλή βαθμολογία».

«Είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσεις στο εξωτερικό. Δεν μπορώ να μιλήσω από πρώτο χέρι, γιατί δεν ξέρω πώς είναι να ζεις έξω απ' την Ελλάδα. Εκ των πραγμάτων πρέπει να ζεις έξω για να καταφέρεις να επιβιώνεις από αυτό, να ζεις από τη μουσική σου, από τον κόσμο. Τώρα, το να συντηρείς την εικόνα σου και το όνομά σου είναι άλλο ζήτημα. Είναι το ίδιο δύσκολο με το να ζεις από τη μουσική σου στην Ελλάδα. Πρέπει να αποφασίσεις να κλείσεις το σπίτι σου, ό,τι δραστηριότητα έχεις εδώ, και να μετακομίσεις έξω. Το έκαναν διάφοροι και επιβίωσαν. Άλλαξαν τα πάντα στη ζωή τους, έριξαν το βάρος και τις προτεραιότητές τους αλλού. Έχω επιλέξει να μείνω και να χειρίζομαι το όλο πράγμα από εδώ. Μου αρέσει αυτή η χώρα με όλα τα καλά και τα κακά της. Με θλίβει απεριόριστα τις περισσότερες φορές, παρ' όλα αυτά μου αρέσει, όσο κι αν είναι παράλογο».

«Ο τίτλος του άλμπουμ Dark Outside προϋπήρχε, είναι ο τίτλος ενός τραγουδιού και σημαίνει λίγο πολύ το διάστημα. Βρίσκεται κάποιος σε μια διαστημική κάψουλα, σε κάποιο διαστημόπλοιο, κοιτάζει έξω και φοβάται. Σαν τίτλος του άλμπουμ παίρνει μια άλλη διάσταση, αναφέρεται σε όλα αυτά που σε ενοχλούν, το μεσαίωνα που βλέπεις έξω απ' το παράθυρό σου και πολύ φοβάμαι ότι έχει μια διάρκεια που θα συνεχιστεί για καιρό. Βλέπω μια ασχήμια που με εμπνέει μεν, αλλά με κάνει να νοσταλγώ κάποιες εποχές κάπως παλιότερες. Τότε τις θεωρούσα κι αυτές άσχημες, αλλά τώρα βλέπω ότι ήταν πολύ καλύτερες».

ΤοDark Outsideείναι η πιο ολοκληρωμένη δουλειά τους, «μια φυσική εξέλιξη του προηγούμενου», πιο κοντά στον αμερικάνικο ήχο, προσθέτει. «Ίσως είναι υπεύθυνος ο Ian Caple στην παραγωγή γι' αυτό, έκανε τη μeίξη στην Αγγλία και του έδωσε μια περισσότερο αμερικάνικη χροιά». Στη «Sun» πριν λίγες μέρες βαθμολογήθηκε με 4,5 αστέρια. Στα 5.