Exotica Music
To βιβλίο «Tales of the South Pacific» έγινε αρχικά μιούζικαλ στο Broadway το 1949 από τους Richard Rodgers και Oscar Hammerstein II («South Pacific»)

 

Αδιαφιλονίκητη σταθερά στη μουσική κάλυψη και ψυχαγωγία, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’50 και μετά, αποτελεί η «εύκολη μουσική» – το λεγόμενο easy listening. Έτσι, και παρόλο τον βομβαρδισμό καινούριων και παλαιότερων όρων που έρχονται και επανέρχονται στο προσκήνιο (exotica, elevator music, muzak, lounge, chill-out, μουσική για σουπερμάρκετ, downtempo, smooth κ.λπ.), η ουσία, γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί η συγκεκριμένη ηχητική επένδυση, δεν αλλάζει. Μία παράλληλη και ανεπαίσθητη συντροφιά, πίσω από την οποία κρύβονταν, ορισμένες φορές, και πολιτικά παιγνίδια. Κυρίαρχη συνιστώσα του easy listening αποτελεί, από τα fifties ήδη, η αμερικανική exotica.

 

Αδιάψευστος μάρτυρας του τι ακριβώς παιζόταν μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές των ΗΠΑ είναι τα εξώφυλλα των σχετικών άλμπουμ, στα οποία είναι ολοφάνερο το «άγχος» των Αμερικανών να δώσουν μιαν ειδυλλιακή εικόνα του κόσμου, πίσω από τον οποίον διεξάγονταν, συχνά, βρώμικα παιγνίδια.

 

Στον Ειρηνικό…

Η exotica ήταν ένα «εύκολο άκουσμα», με κάποιες κοινωνικοπολιτικές άκρες, αφού πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα ήταν εκείνα που, κυρίως, την επέβαλαν. Έτσι, οι αμερικανικές πυρηνικές δοκιμές στην ατόλη Bikini του βορείου Ειρηνικού ανάμεσα στα χρόνια 1946-1958, ο πόλεμος στην Κορέα (1950-1953) και, πίσω απ’ αυτά, τα προγράμματα της Muzak Holdings Corporation, που σχετίζονταν με την αναπτυσσόμενη πολεμική και στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ ήταν ένα πρώτο βάθρο πάνω στο οποίο πάτησε η μουσική exotica – με το όλον «κλίμα» να φουσκώνει και μέσα από την λαϊκή τέχνη της εποχής (θέατρο, κινηματογράφος, λογοτεχνία), καθώς η επίδρασή της στις μάζες υπήρξε, και εδώ, καταλυτική. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το βιβλίο «Tales of the South Pacific» (1947) του James A. Michener που έγινε αρχικά μιούζικαλ στο Broadway το 1949 από τους Richard Rodgers και Oscar Hammerstein II («South Pacific») και στη συνέχεια ταινία από τον Joshua Logan, στην μεγάλη ακμή, πια, της exotica το 1958. Ακόμη και ο Elvis Presley έπαιξε το ρόλο του στην ανάδειξη της «εξωτικής» κουλτούρας των fifties με τις επισκέψεις, τις συναυλίες και τις ταινίες του στη Χαβάη (από τον Νοέμβριο του ’57 και μετά), που έρχονταν σε συγχρονισμό με την ανάδειξη της νησιωτικής Πολιτείας ως πεντηκοστής των ΗΠΑ, τον Αύγουστο του 1959. Επίσης, ένας εκ των υστέρων αδιάψευστος μάρτυρας τού τι ακριβώς παιζόταν μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές των ΗΠΑ είναι τα εξώφυλλα των σχετικών άλμπουμ, στα οποία είναι ολοφάνερο το «άγχος» των Αμερικανών να δώσουν μιαν ειδυλλιακή εικόνα του κόσμου (εκείνου του… Pacific κόσμου), πίσω από τον οποίον διεξάγονταν, συχνά, βρώμικα παιγνίδια. Η exotica, δηλαδή, ερχόταν να καλύψει πολιτικές επιλογές και αποφάσεις που σχετίζονταν με την εδαφική και θαλάσσια κυριαρχία στον Ειρηνικό Ωκεανό, στην ακμή του «ψυχρού πολέμου». Τρεις ήταν οι (βασικοί) μαέστροι πάνω στους οποίους βασίστηκε η αμερικανική exotica στη δεκαετία του ’50. Τα ονόματά τους: Les Baxter, Martin Denny και Arthur Lyman.

 

Exotica Music

 

Les Baxter

Άρχων της… jungle-exotica, εκείνης της φόρμας που ήταν επηρεασμένη βασικά, αλλά όχι μόνο, από την ηχητική μπάντα των ταινιών-Tarzan, ο Τεξανός Les Baxter (1922-1996) υπήρξε μία ολοκληρωμένη αλλά κάπως «περιθωριακή» μουσική προσωπικότητα, με έργο τεράστιο, διασκορπισμένο στο σινεμά (o IMDb αναφέρει πάνω από 120 ταινίες στις οποίες εμφανίζεται ως συνθέτης) και τη δισκογραφία. Αν και το πλατύ κοινό τον γνώρισε μέσα από το project «Voice of the Xtabay», που υλοποίησε με την θρυλική περουβιανή σοπράνο Yma Sumac το 1950, υπήρξαν πολλές ακόμη δικές του προτάσεις που αποδείχτηκαν στην πορεία το ίδιο ή και περισσότερο επιδραστικές (για συνθέτες και τραγουδοποιούς της γενιάς του ή μεταγενέστερους, που εκκινούσαν από τελείως διαφορετικές αφετηρίες). Τι θα μπορούσε εξάλλου να συνδέει τον Les Baxter, με τον Sun Ra, τον Beck και τον Jello Biafra; Όπως είχε πει και ο τελευταίος («Incredibly Strange Music Volume II» εκδόσεις RE/Search, San Francisco 1994): «Όταν έγραφα το ‘Plastic Surgery Disasters’ (σ.σ. το δεύτερο άλμπουμ των Dead Kennedys) άκουγα Bauhaus, Les Baxter και Groundhogs»… κι ας νόμιζα εγώ πως ο φίλος μας δεν ξεκόλλαγε από τον Morricone…

 

Μπορεί για τον Biafra o Les Baxter να αντιπροσώπευε έναν κρίκο στην αλυσίδα που ξεκινούσε από τον Carl Orff, περνούσε στον Busby Berkeley, πριν καταλήξει στους… Magma, όμως ο τεξανός μουσικός ήταν βασικά ακατάτακτος – ή μάλλον κατατάξιμος… under the file: weird music. Σε όλη την πορεία του εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν να προτείνει μία μουσική «παράξενη», έξω από τα συμβατικά και τα καθιερωμένα, είτε εκείνα αφορούσαν στο outer space, είτε στα γήινα, απόμακρα και απομονωμένα μέρη, παραδείσια ή μη, στα οποία κάποιος θα αναζητούσε όχι τη γαλήνη αναγκαστικά, αλλά την ανάγκη για μια περιπέτεια του νου και, γιατί όχι, την ανάπλαση ενός κλίματος καθαρτηρίου φόβου.

 

Exotica Music

 

Ο Baxter εμφανίζεται κατά πρώτον και με συνολική άποψη, ως ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας δηλαδή, στο «Music Out of the Moon» (1947), υλοποιώντας το όραμα του συνθέτη Harry Revel για μία «διαστημική μουσική» μέσω της οποίας θα μπορούσε να πλοηγούνται τα ανθρώπινα αισθήματα. Για τις ανάγκες του έργου ο Baxter θα χρησιμοποιήσει κατά κόρον θερεμίνη (έπαιζε ο Samuel J. Hoffman) δημιουργώντας έναν ήχο που θα αποτελούσε βασική επιρροή για την jazz του Sun Ra, όπως εκείνη θα άρχιζε να διαμορφωνόταν από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Τον Μάιο του 1951, κι ενώ είχε προηγηθεί το «Voice of the Xtabay», ο Baxter θα ηχογραφήσει το «Ritual of the Savage (Le Sacre du Sauvage)», ένα έργο που θα καταστήσει το όνομά του, κυρίως τα μεταγενέστερα χρόνια, ως συνώνυμο της «μεγαλοφυΐας». Αν και το άλμπουμ θα βγει τότε σε 10ιντσο LP, αλλά και σε σετ τεσσάρων δίσκων 78 και 45 στροφών (αποτελείτο από 8 κομμάτια δηλαδή), ο Baxter για να εκμεταλλευθεί την ανερχόμενη φόρμα του long play θα ηχογραφήσει άλλα τέσσερα tracks, προσφέροντας μιαν ολοκληρωμένη άποψη γύρω από το πώς ο ίδιος αντιλαμβανόταν τη μουσική exotica (που τότε ακόμη δεν λεγόταν έτσι), πρώτος αυτός, καιρό πριν το «πράγμα» αρχίσει να ρέει με κανονικές ταχύτητες. Επηρεασμένος από την κρουστή βραζιλιάνικη ρυθμολογία και με μιαν «άλλη» λογική όσον αφορά στη χρήση των εγχόρδων, ο Baxter προσφέρει ένα αναπάντεχο «τονικό ποίημα», με το περιπετειώδες concept να διατρέχει όλο το (υποτιθέμενο) soundtrack. Κάπως σαν ταινία του φανταστικού, «κομμένη» από γλυκά ιντερμέτζο, εξελισσόμενα σ’ ένα κόσμο μαγικό, απόμακρο, μέσα από τον οποίον αφηνόταν να διαρρεύσει ένας… άρρωστος ρομαντισμός. Τα «Quiet village», «Stone god» και «Love dance» είναι κομμάτια τόσο κλασικά, στα οποία πάντα θα ανατρέχουν οι… καθημερινοί συνθέτες.

 

Αν και με αναφορές σε δεκάδες εξωτικούς ήχους ή παραστάσεις, ο Baxter, τουλάχιστον την εποχή που έγραφε εκείνα τα scores, δεν είχε βγει έξω από την Glendale της Καλιφόρνιας, όπως λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του, που δημοσιεύεται στο ιντερνέτ (tamboo.com). Ως αρχέτυπο ενός… virtual τουρίστα, χρόνια πριν πνιγεί εκείνος από το τσουνάμι της ταξιδιωτικής υστερίας τού «παγκόσμιου πολίτη», ο αμερικανός συνθέτης θα προσφέρει έργα σημαντικά στην μουσική εξερεύνηση αγνώστων ακόμη τότε τόπων (Νότιος Ειρηνικός, Κούβα, ευρύτερη Καραϊβική, Αφρική, Κεντρική και Νότια Αμερική), τα οποία ακόμη και με τα σημερινά world ή ethnic δεδομένα, μοιάζουν, και είναι αξεπέραστα. Τέτοια έργα ήταν τα «The Passions» [Capitol, 1954], «Ports of Pleasure» [Capitol, 1957] και «The Sacred Idol» [Capitol, 1960] – για τον ίδιο τον Baxter ό,τι πιο σημαντικό ηχογράφησε ποτέ.

 

Exotica Music
«Forbidden Island» (1958)

 

Martin Denny

Πότε επανέκαμψε στο δισκογραφικό προσκήνιο η exotica, ως η πιο δημοφιλής... avant στην ιστορία του καταγραμμένου ήχου; Για άλλη μια φορά φαίνεται πως όλα ξεκίνησαν από την Ιαπωνία, κάπου στις αρχές των nineties. Ήταν 1990, όταν ο γηραιός (τότε) Martin Denny περιοδεύει στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, εκεί που πάντοτε το ευρύτερο easy listening είχε και έχει τεράστια απήχηση, ηχογραφώντας μάλιστα «ζωντανά» ένα από τα τελευταία του άλμπουμ (αν όχι το τελευταίο), το «Exotica ’90». Λίγα χρόνια πριν είχε σχηματίσει ξανά ένα κλασικό, τρόπον τινά, κουαρτέτο αποτελούμενο από τον ίδιο φυσικά, σε ρόλο πιανίστα και ακόμη τον βιμπραφωνίστα Arthur Lyman (με την γνωστή αυτόνομη διαδρομή), τον πορτορικανό περκασιονίστα August Colon και τον επίσης περκασιονίστα Harold Chang, μουσικούς με τους οποίους είχε συνεργαστεί και στην «χρυσή εποχή» της Tiki culture, στο δεύτερο μισό των fifties. (Η «Tiki culture» ήταν η μόδα που αναπαρήγαγε στην Αμερική το πρότυπο της «εύκολης ζωής» των νησιών του κεντρικού και νότιου Ειρηνικού – Tiki στη μυθολογία των Maori της Νέας Ζηλανδίας είναι ο… πρωτόπλαστος).  

 

Αν κι εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο το ηχητικό της μέρος, η Tiki culture ξεκινά να φτιάχνει το αλφάβητό της πολύ καιρό πριν τις μουσικές συνταγές της exotica. Ήταν 1934, όταν ο Ernest Raymond Beaumont-Gantt (ή Donn Beach, όπως έγινε γνωστότερος) ανοίγει το Don the Beachcomber, ένα ρεστοράν στο Hollywood, που επιχειρούσε να αναπαραστήσει την «νοτιο-ειρηνική» ατμόσφαιρα, προσφέροντας ανάλογη κάβα και κουζίνα. Και ήταν μετά τον Πόλεμο, όταν ο ίδιος θα μεταφέρει μέρος των δραστηριοτήτων του στη Χαβάη, φτιάχνοντας ένα δεύτερο Don the Beachcomber μπαρ, στη Waikiki, την πιο τουριστική –όπως θα αποδειχθεί στην πορεία– γειτονιά της Χονολουλού. Σ’ αυτό το μέρος θα κάνει ουσιαστικά την εμφάνισή του (ήταν Ιανουάριος του 1954) ένας νεοϋορκέζος μουσικός και πιανίστας, με διάθεση για περιπέτεια, ο Martin Denny. Μάλιστα, ένα «τυχαίο» περιστατικό θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη ενός καινούριου ήχου, πάνω στον οποίο θα επενδύσει έκτοτε όλη την καριέρα του.

 

Από τα τέλη του '60 και έως τα τέλη του '80 η αμερικανική exotica εξαφανίστηκε από την αγορά. Η κατάσταση δυτικά των ΗΠΑ ήταν πλέον δεδομένη, με την παλαιά εχθρό, και σύμμαχο μετά τον πόλεμο, Ιαπωνία να ακολουθεί σεμνές και γόνιμες πολιτικές και με τον Steve McGarrett(«Χαβάη Πέντε-Μηδέν») να προστατεύει, ως άγρυπνος φρουρός, τις αξίες της αστικής ζωής και του «αμερικανικού ονείρου» στον βαθύ Ειρηνικό.

 

Παίζοντας κάποιο βράδυ με το συγκρότημά του στο Shell Bar, στο παλιό Hawaiian Village (τώρα The Hilton Hawaiian Village, για όσους ενδιαφέρονται...) ο Denny θα βρεθεί προ απροόπτου. Λέει ο ίδιος (στο άρθρο της Sally Holloway στο «Easy!, The Lexicon of Lounge» εκδόσεις Pavilion, London, 1997):

 

«Δίπλα στο μπαρ υπήρχε ένα πάρκο γεμάτο από μεγάλους βατράχους. Ένα βράδυ που παίζαμε εκεί προσέξαμε κάτι, που δεν του είχαμε δώσει τόση σημασία άλλη φορά – το συνεχές κρώξιμό τους. Τότε μερικοί από εμάς, μάλλον εκνευρισμένοι, άρχισαν να αναπαριστούν φωνές πουλιών, μήπως και φοβηθούν οι βάτραχοι και φύγουν. Δεν θυμάμαι τι έγινε, αλλά εκείνο που θυμάμαι είναι ότι την επόμενη μέρα ήλθε κάποιος από τους θαμώνες, που μας είχε ακούσει το προηγούμενο βράδυ, ζητώντας μας να κάνουμε πάλι το ίδιο! "Τι εννοείς ακριβώς" του είπα, αν και αμέσως "άναψε λαμπάκι". Από τότε αρχίσαμε να αναπαριστούμε φωνές ζώων και πουλιών όλο και πιο συχνά στις συνθέσεις μας, μετατρέποντάς τες σε βασική ατραξιόν της δουλειάς μας».

 

Exotica Music
«Taboo» (1958)


Το 1956 ο Denny θα επιστρέψει στην Αμερική, ετοιμάζοντας μια περιοδεία στην Δυτική Ακτή, πριν «κλείσει» για τα καζίνο του Las Vegas. Ήταν η εποχή που κέρδισε ένα συμβόλαιο με την Liberty, ξεκινώντας να ηχογραφεί ό,τι, εν πάση περιπτώσει, είχε έτοιμο – και σε πρώτη φάση αυτό δεν θα μπορούσε να ήταν άλλο από τις μουσικές που «κουβαλούσε» από την χαβανέζικη περιπέτεια. Έτσι κάπως, τον Δεκέμβριο του ’56, θα γράψει το πρώτο «Exotica» LP (εκδόθηκε τον Μάιο του ’57), ένα άλμπουμ καταφανώς επηρεασμένο από το «Ritual of the Savage» του Les Baxter. Μάλιστα, σήμα κατατεθέν και όχι μόνο της «Exotica», αλλά ολόκληρης της καριέρας τού Denny, θα αποδειχθεί η διασκευή της σύνθεσης του Baxter «Quiet village» (πάντα από το «Ritual of the Savage»), η οποία δύο χρόνια αργότερα θα κάνει τη μεγάλη εμπορική πορεία.


Το 1959 η Χαβάη γίνεται η 50η Πολιτεία των ΗΠΑ. Η Liberty θέλοντας να εκμεταλλευθεί μία γενικότερη ζήτηση για οτιδήποτε χαβανέζικο κυκλοφορεί πάλι το «Exotica» LP, αυτή τη φορά σε stereo εκδοχή, προσδοκώντας κάτι καλύτερο. Και όντως. Ξεχωρίζει από ’κει το «Quiet village». Και όχι απλώς ξεχωρίζει, αλλά φθάνει μέχρι το Νο 4 του Top 40, τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς, καταγράφοντας το πρώτο big hit της μουσικής exotica. (Σχεδόν 50 χρόνια αργότερα οι Βρετανοί Quiet Village –Matt Edwards και Joel Martin– δείχνουν το σεβασμό τους στον... παππού με τη δική τους sophisticated exotica for adults). Κατά κάποιο τρόπο ο Martin Denny γίνεται βασιλιάς σε μια νύχτα. Μέσα στο 1959 ηχογραφεί τέσσερα άλμπουμ (με σειρά τα «Hypnotique», «Afro-Desia», «Exotica III» και «Quiet Village»), όλα επιτυχημένα. Είχαν βεβαίως προηγηθεί, πέραν του αρχικού «Exotica», το «Exotica II» (7/1957), το «Forbidden Island» (1958) και το «Primitiva» (1958), τα οποία και σε στερεοφωνική πλέον version, ανακαλύπτονται από ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο πέραν του χαβανέζικου προσανατολισμού της εποχής επιζητούσε μέσω των μουσικών του Denny (και βεβαίως των Baxter και Lyman) μία ευκαιρία να «χαθεί» σ’ έναν μακρινό, εξωτικό κόσμο, ικανό να θεραπεύσει όχι μόνον τη μεταπολεμική μελαγχολία, αλλά κυρίως τον «κόκκινο κίνδυνο», πάνω στον οποίον είχε οικοδομηθεί το ψυχροπολεμικό status.


Η περίοδος «πτώσης» του Martin Denny θα έλεγα πως ξεκινά με την αποχώρηση από το συγκρότημά του Julius Wechter το 1964 (είχε αντικαταστήσει τον Arthur Lyman το 1957), και την ίδρυση των Baja Marimba Band (έγραψαν καλά άλμπουμ για την Α&Μ). Αν και (ο Denny) δεν είχε ιδιαίτερες επιτυχίες στην πορεία θα παραμείνει στην Liberty μέχρι τα τέλη της δεκαετίας, πριν «χαθεί», μαζί με τη μουσική του, στα δύσκολα seventies. Το 1985, όπως έγραψα και πιο πάνω, θα σχηματίσει ξανά την μπάντα του, θα περιοδεύσει και θα ηχογραφήσει και βεβαίως θα προλάβει, στην δεκαετία του ’90 πια, να δει τις παλιές του μουσικές να ξεπερνούν τα σύνορα και να γίνονται παγκόσμια pop σύμβολα.

 

Ο Martin Denny θα πεθάνει στη Χαβάη το 2005 σε ηλικία 94 ετών.

 

Exotica Music

 

Arthur Lyman

Ίσως ο πιο επιτυχημένος, συνολικά, από τους συνθέτες της exotica να ήταν ο Arthur Lyman (γεννήθηκε στη Χαβάη το 1932 και πέθανε εκεί 70 χρόνια αργότερα). Ο Lyman ήταν ο βιμπραφωνίστας της μπάντας του Martin Denny, όταν ο τελευταίος βρέθηκε στη Χαβάη το 1954 και μαζί συνέβαλαν στην καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του άλμπουμ “Exotica” (κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1957 όπως είπαμε). Όμως αμέσως μετά φεύγει από το γκρουπ δημιουργώντας ένα δικό του, με το οποίο θα γράψει ξεχωριστή ιστορία. Δίπλα του παρατάχθηκαν οι Alan Soares πιάνο, celeste, κιθάρα, κρουστά, John Kramer μπάσο, κρουστά, ukulele, κιθάρα, σφυρίγματα πουλιών, φλάουτο, κλαρίνο και Harold Chang κρουστά – μάλιστα με αυτή τη σύνθεση θα παραμείνουν ενωμένοι μέχρι το 1965. Η πρώτη exotica ηχογράφηση που επιχείρησαν (αφού είχε προηγηθεί ένα κάπως…jazz άλμπουμ) ήταν το LP «Taboo» στη Hi Fi το 1958 στο οποίο διασκεύαζαν γνωστά («Taboo» της Margarita Lecuona, «Caravan» του Juan Tizol, «Μισιρλού»…) και λιγότερο γνωστά θέματα, σ’ ένα στυλ που θύμιζε Martin Denny προς το πιο light και με εντονότερα καταγραμμένο το exotica περιβάλλον (με πολλά εφέ κ.λ.π.). Μέχρι το 1965 ο Arthur Lyman θα ηχογραφήσει περισσότερα από 20 άλμπουμ και όπως γράφει η Wikipedia… μέσα σ’ αυτά τα χρόνια θα κάνει τρεις χρυσούς δίσκους, με το «Taboo» να φθάνει μέχρι τη θέση 6 του Billboard, παραμένοντας στο chart πλέον του έτους και πουλώντας περισσότερα από δύο εκατομμύρια αντίτυπα. Επίσης το ομώνυμο κομμάτι έφθασε μέχρι τη θέση 55 στα singles (Ιούλιος ’59), ενώ η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν το «Yellow bird», που έφθασε μέχρι τη θέση #4 τον Ιούλιο του ’61.

 

Exotica Music
Λίτσα Σακελλαρίου «Δώδεκα Βράδυα», 1969

 

Σήμερα…

Από τα τέλη του ’60 και έως τα τέλη του ’80 η αμερικανική exotica εξαφανίστηκε από την αγορά. Η κατάσταση δυτικά των ΗΠΑ ήταν πλέον δεδομένη, με την παλαιά εχθρό, και σύμμαχο μετά τον πόλεμο, Ιαπωνία να ακολουθεί σεμνές και γόνιμες πολιτικές και με τον Steve McGarrett(«Χαβάη Πέντε-Μηδέν») να προστατεύει, ως άγρυπνος φρουρός, τις αξίες της αστικής ζωής και του «αμερικανικού ονείρου» στον βαθύ Ειρηνικό. Έτσι έπρεπε να έλθει η δεκαετία του ’90, πια, όταν μέσα από την άνθηση του CD όλο το παλαιό ρεπερτόριο θα μοιρασθεί και πάλι στην αγορά, φουντώνοντας, κατά περίπτωση, τις διάφορες «φλογίτσες» (όπου εκείνες είχαν απομείνει). Κατ’ αυτό τον τρόπο πήρε ξανά πάνω της η exotica, με τους παλαιούς και ακόμη τότε εν ζωή «ήρωες» (Martin Denny, Arthur Lyman, Robert Drasnin…) να ηχογραφούν και πάλι, δίνοντας τη σκυτάλη στα νεώτερα ονόματα – που ξεπήδησαν κι αυτά εν τω μεταξύ μέσα από την καινούρια αναμόχλευση. Επειδή όμως κάθε αναβίωση, ακόμη και όταν έχει «εργαστηριακή» λογική, δεν αποκλείει την εμφάνιση και την ανάπτυξη των ταλέντων, έτσι, και μέσα από την αναζωογόνηση της exotica, ανέτειλε το αστεράκι των Mr.Ho’s Orchestrotica (άνθρωποι της δεκαετίας μας), οι οποίοι έχουν δώσει ήδη τρία άλμπουμ με εξαιρετικές νέες προσεγγίσεις και ηχογραφήσεις. Ο Mr.Ho (αληθινό όνομα Brian O’Neill) διαπρέπει στα… «The Unforgettable Sounds of Esquivel» (2010), «Third River Rangoon» (2011) και «Where Here Meets There» (2013).

 

 

…και μια βόλτα απ’ τα δικά μας

Το 2005 είχε κυκλοφορήσει ένα CD από την Legend που είχε τίτλο «ΕΞΩΤΙΚΑ à la Ελληνικά» (το «ΕΞΩΤΙΚΑ» με κεφαλαία για να μπερδεύει, λιγάκι, ο τόνος του…). Την είχα αγοράσει, επειδή περιείχε μερικά δυσεύρετα ελαφρά/μοντέρνα τραγούδια ερμηνευμένα από τους Τέρη Χρυσό, Μπέσσυ Αργυράκη, Γιάννη Βογιατζή, Γιάννη Πετρόπουλο κ.ά., γνωστές, γενικώς, φωνές, παλαιότερων δεκαετιών. Φυσικά, ακούγοντάς την κανείς και κυρίως σκεπτόμενος το «βάρος» και το mood της κλασικής exotica το μόνο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να βάλει τα γέλια – σε σχέση με τον τίτλο δηλαδή και όχι βεβαίως με τους καλούς τραγουδιστές, που ήταν όλοι τους (στην εποχή τους) κλάσεις πάνω από τα σημερινά φιντάνια.

 

Προσπαθώντας να αλιεύσω ορισμένα ελληνικά… exotica tracks από τα βάθη της δισκογραφίας του ’60 –όχι, πάντως, τύπου «Μπαρμπάντος» (Δημήτρης Μπαξεβανάκης) ή «Μαρακαΐμπο» (Φώτης Δήμας)– ένα πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι το «Κάποια νύχτα έκλαψα» του Γεράσιμου Λαβράνου, σε στίχους Κώστα Κινδύνη με τη φωνή της ξεχασμένης Λίτσας Σακελλαρίου (το είχε πρωτοπεί η Καίτη Μπελίντα). Δεν είναι μόνο οι εντελώς απόκοσμοι στίχοι του Κινδύνη («… και μεσ’ στο δάκρυ μου για πάντα σ’ έθαψα, να το πιστέψεις/ κι είναι ένας θάνατος που θα ’ναι αδύνατον να ζωντανέψεις…») είναι και η μουσική-ενορχήστρωση του Λαβράνου (εντελώς cool, υποστηριγμένη από μαντολίνο, φλάουτο, vibes, κρουστά…), αλλά και η εξωπραγματική ερμηνεία της Σακελλαρίου, η οποία ως άλλη Bas Sheva (μία ακόμη μούσα του Les Baxter) μας οδηγεί νωχελικά προς την απόγνωση. Και βεβαίως, αν μιλάμε για το απόλυτο ελληνικό exotica ορχηστρικό, εκεί το «Τουίστ της Βασίλισσας» επίσης του Λαβράνου (από το θρυλικό mid sixties LP της Polydor «Χορέψτε Με Το Γεράσιμο Λαβράνο Και Την Ορχήστρα Του») δεν μοιράζεται τη μοναξιά του με κανένα άλλο. Το κομμάτι αυτό είχε ακουστεί για πρώτη φορά, με διαφορετική ενορχήστρωση, σε μια ξεχασμένη ελληνική ταινία του ’63 σε σκηνοθεσία Πάνου Γλυκοφρύδη και με πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο, το «Τυχερό Παντελόνι». Στο LP της Polydor ο Λαβράνος το αντιμετωπίζει εντελώς ανατρεπτικά. Αντικαθιστά το μπουζούκι με βιμπράφωνο, φτιάχνει έξοχες «γέφυρες» πνευστών, προσθέτει φωνητικά, «σπρώχνοντας» ακόμη περισσότερο με το αεράτο rhythm section.

 

Παρακολουθώντας κανείς τις «μοντέρνες» ελληνικές ταινίες του ’60 (Δαλιανίδης, Δημόπουλος, Γρηγορίου…) μπορεί ν’ αρχίσει να θεωρεί ως exotica τα διάφορα… tango, mambo, oriental, cha cha, bossa nova, hully gully κ.λπ., με τα οποία γέμιζαν οι συνθέτες της περιόδου (Πλέσσας, Κλάββας, Καπνίσης, Θεοδοσιάδης…) τα soundtracks, καλύπτοντας συγκεκριμένες σεναριακές ανάγκες. Δεν είναι σωστό. Το πνεύμα της exotica είναι τελείως διαφορετικό, δεν έχει σχέση δηλαδή με τεντυμπόυδες, «μοντέρνες Σταχτοπούτες», πάρτυ… με βερμούτ και παγάκια, χαρέμια με μαχαραγιάδες και χορούς της κοιλιάς, και αν διακρίνεται σε κάποια ελληνικά κομμάτια (ακόμη και σ’ αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω) είναι εντελώς συμπτωματικό και έξω από οποιαδήποτε βαθιά αναγκαιότητα.

 

Έτσι κάπως στέκει μόνο του κι εκείνο το άλμπουμ της Λίτσας Σακελλαρίου (πάλι) από το 1969, το «Δώδεκα Βράδυα» [MINOS] σε μουσική Γιώργου Γεωργιάδη και στίχους Πέτρου Ζέρβα, ένα από τα πιο «περήφανα» και ακατάτακτα άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας. Αν είναι exotica; Κατ’ εμέ είναι. Από το ωραίο λυρικό cover του Μιχάλη Βελούδιου (με την Σακελλαρίου φωτογραφημένη στο Λαιμό της Βουλιαγμένης – έτσι λέω…), μέχρι το τελευταίο στιχάκι και την τελευταία νότα. Και μάλιστα είναι μία exotica ελληνική, που δεν έχει ανάγκη να την συγκρίνουμε με κανέναν Baxter ή Denny…