Έγραφα τις προάλλες στο noMIRACLES τις εντυπώσεις μου από το ανέβασμα στο Παλλάς του Κ.Κ, της οπτικής ερμηνείας του Δημήτρη Παπαϊωάννου πάνω στα 13 ποιήματα που επέλεξε να μελοποιήσει η Λένα Πλάτωνος στη νέα της δισκογραφική δουλειά (που κυκλοφορεί από σήμερα).



Δεν ήταν μια εύκολη παράσταση -τελικά- για όσους την είδαν. Υπήρχε ένα είδους αρχικού μαγκώματος στο κοινό, μια περίεργη αδημονία που προερχόταν από τα ήδη κατασκευασμένα αντιληπτικά σχήματα με τα οποία ερχόταν η κάθε μερίδα του για να εισπράξει πράγματα. Αλλιώς ερχόταν η μεσήλικη φιλόλογος, διαφορετικά εστίαζε ο μέσος παπαϊωαννικός φαν, με άλλο τρόπο ερμήνευε τα ερεθίσματα ο νεαρός θαυμαστής της Πλάτωνος που τη γνώρισε μέσα από το διαδίκτυο και με άλλο η κωλονακιώτισσα γραία που τον γνώρισε ως τελετάρχη, άλλες πλευρές ακουμπούσαν ή όχι τους ομότεχνους των 2 καλλιτεχνών, κάπως αλλιώς το περίμενε ο συντάκτης του καλλιτεχνικού και κάπως αλλιώς το βρήκε ο συνεπαρμένος από το hype.

Όλα αυτά είναι αναμενόμενα. Έχω την αίσθηση βέβαια πως ίσως οι δέκτες δεν έδωσαν την δέουσα προσοχή στα όσα είχαν ήδη πει η Πλάτωνος και ο Παπαϊωάννου πριν τις παραστάσεις. Διαβάζοντας τις συνεντεύξεις τους καταλάβαινες πως η προσέγγιση τους δεν θα ήταν ακριβώς αυτό που έχουμε συνηθίσει από όσους μέχρι τώρα είχαν ασχοληθεί. Ο Καβάφης φιλτραρίστηκε έντονα από την κάθε πλεύρα και ντύθηκε αρώματα και αποχρώσεις και των 2. Δεν έχει σημασία να ψάχνουμε αν αναδείχθηκε ο ποιητής ή όχι. Κατά τη γνώμη μου ανέγνωσαν και οι 2, ο καθένας με το δικό του οπλόστασιο, με πάθος το καβαφικό σώμα.


photo by gglolita


Η Πλάτωνος νομίζω ήταν σαν έτοιμη από καιρό να τον μελοποιήσει ασχέτως των παλιότερων δηλώσεων. Απλά τώρα ωρίμασε η όλη συνθήκη  μέσα της. Ακούγοντας τον και live και από το cd κατάλαβα τι ήταν ίσως αυτό που την ξεκλείδωσε. Η καβαφική ποίηση ταιριάζει σχεδόν ιδανικά στα ηλεκτρονικά ηχοτοπία και στον απαγγελτικό,  μη τραγουδιστό τρόπο, με τον οποίο εκφέρεται ο λόγος. Είναι λόγος που δημιουργεί και ενσαρκώνει ατμόσφαιρες χωρίς να σου υποβάλλεται. Κάπως έτσι κινήθηκε και η μουσική.



Βέβαια ο δικός της Καβάφης είναι σκοτεινός, άγριος, ορμητικός, παθιασμένος, ένα έξοχο χαρμάνι νοσταλγίας του έρωτα και επίγνωσης του θανάτου, που νιώθει ολόκληρες τις επιθυμίες της ζωής και τις αντιφάσεις τους και είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να μετρήσει κέρδη και απώλειες μέσα από τις αλυσίδες του. Αυτό ίσως να ήταν κάτι που δεν ήταν αναμενόμενο ηχητικά (και συναισθηματικά) για τους περισσότερους αλλά έχω την αίσθηση πως ακούγοντας ξανά και ξανά το cd θα καταλάβουν και θα καταφέρουν να αντιληφθούν τους κωδικές του.



Απ' τη άλλη ο Παπαϊωάννου προσέγγισε τον Καβάφη ναι μεν με τον δικό του γνώριμο, αστικό αισθησιασμό με παζολινικές πινελιές που είχε πρωτοχρησιμοποιήσει στα κόμιξ του και στην εικαστική του πλευρά στα εήτις, αλλά νομίζω πως τον βοήθησε στη πραγμάτωση των 13 videoιστοριών η συνειδητοποίηση πέραν όλων των άλλων καβαφικών χαρακτηριστικών, πως ο Καβάφης υπήρξε ο Απόλυτος Voyeur. Tης Ιστορίας, του Έρωτα, του Θάνατου.

Συνδυαζόντας το αυτό με την voyeuristic αισθητική του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού και την ολοένα και αυξανόμενη μανία της καταγραφής (στιγμών, σκέψεων, εικόνων) ως  δομικού συστατικού πια των συμπεριφορών μας, έχω την αίσθηση πως ο Παπαϊωάννου κατάφερε ν΄αναδείξει μιαν άλλη πτυχή του καβαφικού corpus. Εδώ ίσως ήταν το δεύτερο σημείο της παράστασης, μαζί με το πρώτο ηχητικό σοκ που ξένισε αρκετούς, οι οποίοι μάλλον περίμεναν μια πιο στρωτή παπαιωαννική μυθοπλασία στην οποία τα καβαφικά σημαινόμενα και η μουσική της Πλάτωνος θα κλείδωναν.



Κατά τη δικιά μου γνώμη κλείδωσαν επιτυχημένα. Η παπαϊωαννική εικονογραφία δεν υπερίσχυσε της μουσικής ερμηνείας, βοήθησε ν' αναδειχτούν πτυχές τους ακροάματος και κινήθηκε ναι μεν με τη δικιά της αυτοτέλεια αλλά ποτέ ξεπερνώντας το όριο. Η εικόνα δηλαδή δεν εξουθένωσε την μουσική και την ποίηση. Ούτε τ' αντίθετο. Συμπέρασμα;



Νομίζω πως και οι 3 τους, Πλάτωνος, Παπαϊωαννου και Καβάφης δε φοβήθηκαν να χαρίσουν το σπέρμα τους (sic) στην Τέχνη. Και αυτός τελικά είναι και ο μόνος τρόπος για να κάνεις τέχνη.