Στο Münster η βροχή συνεχίζεται ασταμάτητα! Πώς θα μπορέσουμε να δούμε μια έκθεση που απλώνεται σε διάφορα (εξωτερικά) σημεία σ’ ολόκληρη την πόλη; Σέρνουμε τόση κούραση από την Ντοκουμέντα ώστε, παρόλο που πεινάμε, καθηλωνόμαστε στην βεράντα και παραμένουμε ώρες χαζεύοντας το απέναντι κτίριο που μοιάζει με δημοτικό γυμναστήριο και στο οποίο κάνουν ‘ποδήλατο’ μέχρι τις 11 ώρα το βράδυ, φορώντας μάλιστα ρούχα που μοιάζουν να προέρχονται από την τελευταία κολεξιόν της Prada. Το άλλο πρωί με το πληροφοριακό υλικό της έκθεσης στα χέρια μας μαθαίνουμε ότι οι αθλούμενοι ήταν απλώς θεατές βίντεο του Guy Ben-Ner, το οποίο για να δεις πρέπει να κάνεις πεντάλ.

Κάθε 10 χρόνια από το 1977 η έκθεσηSkulptur Projekte εξετάζει την σχέση μεταξύ τέχνης και δημόσιου χώρου. Πρόκειται για έργα που απλώνονται σε πάρκα, πλατείες, δρόμους. Η πρόκληση στην εν λόγω έκθεση είναι να μπορέσει να μεταφέρει τοzeitgeist στην σχέση της τέχνης με τη δημόσια αρένα, ζήτημα που προκαλεί σταθερά μέσα στα χρόνια πολλές και διαφορετικές αντιδράσεις και ερμηνείες. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες στάσεις της διαδρομής μας, εδώ δεν λάμπει τίποτα και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε καν φαίνεται! Η ελαφριά βροχή που συνεχίζει χωρίς το παραμικρό διάλειμμα, δεν μας επιτρέπει να νοικιάσουμε ποδήλατα έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε τα έργα. Κάτι ο χάρτης (για το που είναι τι) που έχει λάθη, κάτι η συσσωρευμένη κούραση και η εμπειρία -τις πρώτες ώρες- γίνεται αφόρητη. Βλέπουμε δυο τρία έργα και οι συνταξιδιώτες μου εγκαταλείπουν για Βερολίνο! Εγώ ξεπερνώ το δίλημμα ακολουθώντας τη φυσική μου ροπή προς τα καταστήματα μόδας και τα καφέ. Oτιδήποτε καταναλωτικό με μαγνητίζει – αντιθέτως κάθε προσπάθεια που κάνω για να δω ‘τέχνη’ μου φέρνει ναυτία. Το παίρνω χαλαρά, σταματώ όπου με βγάλει ο δρόμος και με τον κατάλογο της έκθεσης στο χέρι μπροστά από εδέσματα ή ρούχα, αρχίζω να σταματώ από σπόντα σε κανένα έργο (όπως το γλυπτό της Pae White, marzipan μινιατούρες, οι οποίες εκτίθενται στη βιτρίνα με τα γλυκίσματα του πιο ιστορικού καφέ της πόλης, σε ένα κτίριο του 1627, που το πέτυχα ψάχνοντας την ιδανική τάρτα). Σταδιακά ξανα-συμφιλιώνομαι με την αρχική αποστολή μου και επανέρχομαι στην φυσική μου κατάσταση. Βλέπω πια χωρίς κανένα περισπασμό τα έργα, εφόσον το Mϋnster δεν έχει κατακλειστεί από φίλους της τέχνης.

Κάτω από μια σκιερή γέφυρα ξεκουράζομαι βλέποντας το ποτάμι και ακούγοντας μια σχεδόν στοιχειωμένη φωνή να τραγουδάει γλυκά «Lovely night, oh night of love, smile upon our joys!», στίχους του Γερμανού ρομαντικού λογοτέχνη Ε. Τ. Α Hoffman που μιλούν για το χαμένο είδωλο (με την έννοια της αντανάκλασης), μία επέμβαση τηςSusan Philipsz, η οποία έχει παρουσιάσει δουλειά της και στην Αθήνα στον Μεγάλο Περίπατο του ΕΜΣΤ. Η παραμονή μου στο Mϋnster συνέχισε κάπως έτσι. Την άλλη μέρα μαζί με μια παρέα τοπικών καλλιτεχνών και φοιτητών συνεχίσαμε την περιήγηση μας με ποδήλατα –κάνοντας μεγάλες στά- σεις στο πάρκο για φαγητό και ξάπλα. Η κούραση των δεκαπέντε ημερών δεν έλεγε εξαφανιστεί με τίποτα!

Αν όπως διατείνονται οι επιμελητές της έκθεσης Kasper Konig, Brigitte Franzen, Carina Plath, και φέτος το ενδιαφέρον στρέφεται από την έννοια του site-specificity (έργα φτιαγμένα ειδικά για τον συγκεκριμένο χώρο) στην έννοια του artist-specificity (τι ειδικό κάνει ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης, που της περισσότερες φορές είναι ήδη πολύ γνωστός) με στόχο να δημιουργηθεί ελεύθερος χώρος τόσο συμβολικά στην τέχνη, όσο και κυριολεκτικά στην πόλη, τότε είμαι όντως μέσα. Ποτέ δεν ένιωσα καλύτερα ξαπλωμένη κάτω από ένα δέντρο να ακούω ιστορίες. Η εμπειρία, αν και πιο χαλαρή, είναι πολύ πιο διαφωτιστική. Χάρη στην παρέα που βρήκα, κατάλαβα καλύτερα το έργο της Martha Rosler, η οποία αντέγραψε τον αετό, σύμβολο του Ναζισμού, που στολίζει ακόμα ένα κτίριο λίγο έξω από Münster, και τον τοποθέτησε στο πιο κεντρικό σημείο της στο κέντρο της πόλης. Ή το γλυπτό του Silke Wagner, που δείχνει έναν άνθρωπο καλυμμένο με μανιφέστα, το οποίο αναφέρεται στην ιστορία του Paul Wulf από το Münster που έφηβος στειρώθηκε από τους Ναζί, και πέρασε την υπόλοιπη του ζωή γνωστοποιώντας το γεγονός. Μετά το φαγητό, προχωρούμε στο στενό μονοπάτι που άνοιξε ο καλλιτέχνης Pawel Althamer ανάμεσα στα λιβάδια με τα στάχια. Περπατάμε ο ένας πίσω από τον άλλο, περίπου για ένα χιλιόμετρο σε απόλυτη ησυχία. Δεν υπάρχει τίποτα να νομιμοποιεί αυτή την διαδρομή ως έργο τέχνης, εκτός από το γεγονός ότι βρίσκεται εντός της μεγαλύτερης εκδήλωσης σύγχρονης γλυπτικής, για να μας υπενθυμίσει ότι τελικά η τέχνη είναι υπόθεση του μυαλού.

Φεύγοντας προς το σταθμό για να πάρω το τρένο για Βερολίνο βλέπω δύο από τα καλύτερα έργα. Το ένα είναι το φιλμ τουClemens von Wedemeyer που παίζεται σε ένα παρατημένο για οκτώ χρόνια σινεμά δίπλα στο σταθμό και το οποίο ανοίγει ειδικά τώρα (ύστερα από προτροπή του καλλιτέχνη) προκειμένου να παίζει σε λούπα 45λεπτο υλικό, γυρισμένο στα περίγυρα του σινεμά και στους σταθμούς και το οποίο βασίζεται σε σκληρές, πραγματικές και σκηνοθετημένες, εικόνες καθιστώντας τους περαστικούς ηθοποιούς και το αντίστροφο, σε μια πλοκή που ακολουθεί τον ρυθμό της πόλης. Το άλλο είναι το έργο τουMike Kelley, το οποίο μου αφήνει δύσκολο homework για το τρένο: σκέψη για τα όρια μεταξύ στοργής και εξάρτησης, αγάπης και τύφλωσης, ελευθερίας και εγκλεισμού.

Το έργο αναφέρεται στην ιστορία της γυναίκας του Λοτ, η οποία έγινε στήλη άλατος όταν δεν υπάκουσε στην εντολή των αγγέλων που προειδοποίησαν αυτή και τον άνδρα της να εγκαταλείψουν την πόλη τους χωρίς να κοιτάξουν πίσω! Έκτοτε, σύμφωνα με τη Βίβλο, τα ζώα μαζευόταν από παντού γύρω από την στήλη για να γλύφουν το αλάτι. Ο Kelley επεκτείνει αυτή την βιβλική σκηνή στη πίσω αυλή ενός μεγάλου κτιρίου γραφείων πολύ κοντά στο σταθμό, για να περιλαμβάνει και τους θεατές. Στήνει έναν ιδιότυπο ζωολογικό κήπο με εξημερωμένα ζώα (κατσίκες, αγελάδες, πόνυ κ.ά.) τα οποία οι θεατές μπορούν να χαϊδεύουν και να ταΐζουν ή να παίζουν μαζί τους. Ζώα και άνθρωποι μαζί μαζεύονταν γύρω από την στήλη με το ομοίωμα της γυναίκας του Λοτ, ανάμεσα σε προβολές από τρία συμπλέγματα βράχων σε διαφορετικά μέρη του κόσμου.

Πίσω στο Βερολίνο βρέθηκα με φίλους σ’ ένα παλιό ανατολικό ballroom όπου οι Historiotronics (σύγχρονοι καλλιτέχνες και μουσικοί) δίνουν συναυλία καλεσμένοι από την gallery Curators without Boarders. Παίζουν πολύ γνωστά τραγούδια (τουλάχι- στον της δικής μου γενιάς) όπως το «Sultans of swing» και το «Βorn to be wild» με εύστοχα αλλαγμένα τα λόγια ώστε να σατιρίζουν καίρια τον κόσμο της σύγχρονης τέχνης.

Όλα καλά, ώσπου να φτάσω Αθήνα για να διαπιστώσω με το καλημέρα ότι το ελληνικό δαιμόνιο και πάλι έλαμψε για να με θαμπώσει: με εξαιρετικά επιτήδειο τρόπο ο απατεώνας ταξιτζής με πείθει να του δώσω τριάντα ευρώ παραπάνω από την κούρσα βάσει, λέει, «καινούργιων ρυθμίσεων». Τρέχα γύρευε!