Πρόσωπο των ημερών είναι η Κέιτ Γουίνσλετ λόγω της συμμετοχής της στη σειρά του HBO Mare of Easttown. Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές η Γουίνσλετ μπορεί να «κλέψει» στην εκπνοή το Emmy γυναικείας ερμηνείας σε μίνι σειρά από το μέχρι πρότινος ακλόνητο φαβορί Άνια Τέιλορ-Τζόι (Queen’s Gambit). Θα είναι ακόμα μια τιμητική διάκριση για τη Βρετανίδα ηθοποιό, σε μια καριέρα που, όχι άδικα, διαθέτει τέτοιες σε περίσσευμα.

 

Μεγαλωμένη σε οικογένεια ηθοποιών, η Γουίνσλετ είδε τα φώτα της κινηματογραφικής δημοσιότητας να στρέφονται πάνω της νωρίς, χάρη στην πρωταγωνιστική της εμφάνιση στο Heavenly Creatures (1994) του Πίτερ Τζάκσον σε ηλικία 19 ετών. Ο Τζάκσον επέλεξε την Κέιτ ανάμεσα σε 175 κορίτσια, είδε στην κασέτα της οντισιόν της μια ένταση που δεν έβγαλε άλλη καμία, ένταση απαραίτητη για να σκιαγραφήσει στο πανί την ιστορία μιας εφηβικής φιλίας που γίνεται εμμονή και καταλήγει σε μακελειό. 

 

Οι οντισιόν μάλλον ήταν το δυνατό χαρτί της νεαρής Γουίνσλετ, καθώς σε μια τέτοια για έναν μικρό ρόλο στο Sense and Sensibility (1995) του Ανγκ Λι –ίσως η καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά Τζέιν Όστεν– εντυπωσίασε τόσο τη σεναριογράφο και πρωταγωνίστρια Έμα Τόμσον, που της έδωσε τον βασικό ρόλο της Μάριαν, της εκπροσώπου της «ευαισθησίας». Τόσο πειστική κι ανεπιτήδευτη ήταν στις ρομαντικές αναζητήσεις και τα συναισθηματικά ξεσπάσματα της ηρωίδας της Όστεν η Γουίνσλετ, ώστε βρέθηκε στα είκοσι χρόνια της υποψήφια για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου με μόλις τρεις ταινίες στο ενεργητικό της – η τρίτη ένας μικρός ρόλος στους άχαρους ντισνεϊσμούς του Α Kid in King Arthur’s Court (1995).

 

Η Γούινσλετ δεν φοβάται το γυμνό, οι χαρακτήρες της έχουν συχνά μια έντονη σεξουαλικότητα, κάτι που θα λύσει τα χέρια σκηνοθετών που χρειάστηκαν τολμηρές εμφανίσεις από εκείνη.

 

Τα σγουρά μαλλιά και τα ροδαλά μάγουλα την έκαναν ιδανική για ταινίες εποχής, η άγουρη, εκρηκτική ερμηνευτική της ιδιοσυγκρασία κατάλληλη για πιο δυναμικούς χαρακτήρες, διόλου τυχαίο ότι οι χαρακτηριστικότερες ερμηνείες της μέσα στην επόμενη διετία συνδυάζουν και τα δυο χαρακτηριστικά. Ο λόγος για την χειραφετημένη εξαδέλφη στο Jude (1996) του Μάικλ Γουιντερμπότομ και, βέβαια, για τη Ρόουζ του Τιτανικού (1997), που δεν καταδέχεται να μπει σε καλούπια και χρειάστηκε μόνο την απελευθερωτική ώθηση του έρωτα για να σπάσει τα δεσμά της. Χάρη στην ταινία του Κάμερον, η Γουίνσλετ θα κερδίσει μια δεύτερη οσκαρική υποψηφιότητα και μαζί με το ταίρι της επί της οθόνης, τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο, θα κοσμήσουν εκατομμύρια εφηβικούς τοίχους. 

 

Kate Winslet Eternal Sunshine
Για κάποιους η Γουίνσλετ θα είναι για πάντα η Κλεμεντάιν, το κορίτσι που αλλάζει χρώμα στο μαλλί ανάλογα με τη διάθεση της.

 

Ένα άλλο στοιχείο που θα τη συνοδεύσει στη μετέπειτα καριέρα της και προκύπτει μέσα από τις δύο αυτές ταινίες είναι η άνεση με το σώμα της και τον ερωτισμό. Η Γούινσλετ δεν φοβάται το γυμνό, οι χαρακτήρες της έχουν συχνά μια έντονη σεξουαλικότητα, κάτι που θα λύσει τα χέρια σκηνοθετών που χρειάστηκαν τολμηρές εμφανίσεις από εκείνη, αλλά θα την οδηγήσει και σε ταινίες, όπως το Holy Smoke (1999) της Τζέιν Κάμπιον, μια από τις μεγάλες απογοητεύσεις των ‘90s, για να το θέσουμε (υπερβολικά) κομψά.

 

Η νέα χιλιετία ανοίγει με ένα ξεχασμένο, άκρως ενδιαφέρον «ακαδημαϊκό» δράμα, το The Quills (2000) του Φίλιπ Κάουφμαν, συνεχίζεται με μια τρίτη οσκαρική υποψηφιότητα στο επίσης ξεχασμένο, μα λιγότερο ενδιαφέρον Iris (2001), για να έρθει μετά το Εternal Sunshine of the Spotless Mind (2004). Για κάποιους η Γουίνσλετ θα είναι για πάντα η Κλεμεντάιν, το κορίτσι που αλλάζει χρώμα στο μαλλί ανάλογα με τη διάθεση της, αλλάζει διάθεση συχνά και, όσο κι αν παλέψει γι’ αυτό, δεν μπορεί να κάνει δίχως τον καταθλιπτικό Τζόελ του Τζιμ Κάρεϊ, όπως ούτε κι αυτός χωρίς εκείνη. Ακόμα μια οσκαρική υποψηφιότητα για τη Γουίνσλετ, αλλά και μια ταινία την οποία λάτρεψε η αξιαγάπητη σινεφιλική κάστα που πιστεύει στην ύπαρξη ανθρώπων καταδικασμένων να είναι μαζί.

 

H πέμπτη οσκαρική υποψηφιότητα θα έρθει για το Little Children (2006) του Τοντ Φιλντ, όπου υποδύεται έναν από τους ενήλικες που συμπεριφέρονται όπως λέει ο τίτλος. Το Όσκαρ θα καταλήξει τελικά στα χέρια της για το The Reader (2008), έστω κι αν η μεγάλη ερμηνεία (και η καλύτερη ταινία) της ίδιας χρονιάς εντοπίζεται στο Revolutionary Road (2008), όπου η Κειτ και ο Λίο  ξαναβρίσκονται στην οθόνη μια δεκαετία μετά τον Τιτανικό, παντρεμένοι, κατοικώντας σε ένα ειδυλλιακό προάστιο της Αμερικής των ‘50s, όπου τίποτε ειδυλλιακό δεν θα βρεις, αν σκαλίσεις λίγο την επιφάνεια. Η επιλογή ενός πρωταγωνιστικού ζεύγους που έχει ταυτιστεί στη συνείδηση του κοινού με τον απόλυτο κινηματογραφικό έρωτα έρχεται να δώσει ακόμα περισσότερο ειδικό βάρος στο φιλμ και να υπογραμμίσει την ειρωνεία.

 

Kate Winslet Titanic
Η Ρόουζ του «Τιτανικού» (1997) δεν καταδέχεται να μπει σε καλούπια και χρειάστηκε μόνο την απελευθερωτική ώθηση του έρωτα για να σπάσει τα δεσμά της.

 

Ακολουθεί ένα τριετές διάλειμμα λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, για να επιστρέψει δυναμικά το 2011. Η μίνι σειρά Mildred Pierce (2011) του Τοντ Χέινς, για κάποιους ένα τηλεοπτικό αριστούργημα, για άλλους μια ανοικονόμητη, επιτηδευμένη, ισχνή εκδοχή μιας ταινίας οκάδες καλύτερης από εκείνη, θα της αποφέρει ένα Emmy και μια Χρυσή Σφαίρα για ερμηνεία σε μίνι σειρά, τρόπαια που δεν είχε μέχρι τότε, αλλά μόνο επειδή δεν είχε ξανακάνει τηλεόραση, πέρα από ένα γκεστ στο Extras του Ρίκι Ζερβές.

 

Στο σινεμά θα συνεργαστεί με τον Ρομάν Πολάνσκι στο απολαυστικό, δηκτικότατο Carnage (2011), όπου δυο ζευγάρια συναντιούνται σε διαμέρισμα για να υπογράψουν κοινή δήλωση για ένα περιστατικό βίας ανάμεσα στα παιδιά τους, μέχρι που ηχούν τα τύμπανα του πολέμου  –κυριολεκτικά, μέσω του εξαίρετου score του Αλεξάντρ Ντεσπλά– και ο πολιτισμένος δυτικός αποκαλύπτει τον βάρβαρο που, όχι και τόσο επιμελημένα, κρύβει εντός του. Θα συμμετάσχει επίσης στο Contagion (2011) του Στίβεν Σόντερμπεργκ, που ήρθε ξανά πέρυσι στην επικαιρότητα με τον άσχημο τρόπο για όλους μας και, δυστυχώς, εξακολουθεί να παραμένει σε αυτή, όσο η πανδημία συνεχίζεται. 

 

Η συνέχεια δεν ήταν εξίσου δυνατή. Αρκετές ατυχείς επιλογές, ίσως και μια κάποια κόπωση, κι έτσι η Γουίνσλετ δεν διατηρείται στο επίπεδο που μας έχει συνηθίσει. Θα έρθει, βέβαια, μια οσκαρική υποψηφιότητα για τη γραμματειακή υποστήριξή της στον Στιβ Τζομπς του Μάικλ Φασμπέντερ, στην ομώνυμη ταινία του Ντάνι Μπόιλ, αν και η πραγματική φωτεινή εξαίρεση είναι η ερμηνεία της στο Wonder Wheel (2017) του Γούντι Άλεν, έναν άνισο πλην ελκυστικό φόρο τιμής του σκηνοθέτη στις κινηματογραφικές μεταφορές θεατρικών έργων των ‘50s και των ‘60s. 

 

Στον ρόλο μιας νοικοκυράς που χορεύει το βαλς των χαμένων ονείρων στο Coney Island, η Γουίνσλετ κεντά – χαρακτηριστικός ο μακροσκελής μονόλογος στο δώμα, με τον Στοράρο να αλλάζει χρώματα στη δέσμη φωτός που λούζει το πρόσωπό της, όποτε μεταβάλλονται τα συναισθήματα της. Kρίμα που δεν διατήρησε το σθένος που είχε επιδείξει τότε απέναντι στον σοσιαλμιντιακό φαρισαϊσμό, προχωρώντας πέρυσι σε δηλώσεις τύπου «τi δουλειά είχα να δουλεύω με τον Γούντι Άλεν, με ξεγέλασαν», αλλά ας μην επεκταθούμε περισσότερο επί του θέματος.

 

Kate Winslet The Reader
Το Όσκαρ θα καταλήξει τελικά στα χέρια της για το The Reader (2008).

 

Ενδεικτικό της γενικής κόπωσης στην οποία αναφερόμαστε και το Ammonite (2020), ένα άνυδρο λεσβιακό δράμα εποχής του Φράνσις Λι, οπού η Γούινσλετ βρίσκει τη μανιέρα του ρόλου της μέσα στο πρώτο πεντάλεπτο και αφήνεται εκεί για όλο το υπόλοιπο φιλμ – εδώ που τα λέμε, δεν έχει και υλικό για να δουλέψει. Ίσως, όμως, να κρατούσε όλη της την ενέργεια για το Mare of Easttown.

 

Στο κεντρικό ρόλο η Γούινσλετ ηγείται ενός συναρπαστικού μωσαϊκού χαρακτήρων, σε ένα πολυπρόσωπο δράμα όπου όλοι είναι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ένοχοι και το αστυνομικό μυστήριο φαντάζει δευτερεύον. Στα πρώτα λεπτά της σειράς βλέπεις μια ντετέκτιβ σε αμερικανική επαρχιακή κωμόπολη, εμφανώς κουρασμένη από την καθημερινότητά της, σχεδόν αδιάφορη για τους ανθρώπους γύρω της και με μεγάλο στόμα, ένα στοιχείο που σίγουρα δεν την κάνει περισσότερο συμπαθή.

 

Καθώς προχωρά το επεισόδιο, αρχίζουν σιγά σιγά να ξετυλίγονται και άλλες πτυχές του χαρακτήρα της. Κάτω από το δύστροπο περίβλημα διαφαίνεται το ασήκωτο βάρος της αδυναμίας να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της ως εκπροσώπου του νόμου αλλά και ως μητέρας, η θλίψη για τη ρότα που πήρε η ζωή της, το βαθύ τραύμα που άφησε μια σειρά από ατυχή γεγονότα. Και η Γουίνσλετ τα υποστηρίζει όλα αυτά, δίχως να τα υπερτονίζει, μοιάζουν να συνυπάρχουν σε κάθε της ενέργεια, από την αστυνομική έρευνα σε ένα δάσος και το φλερτ σε ένα μπαρ μέχρι την αγορά ενός πακέτου τσιγάρων. Δεν καταφεύγει στα συνήθη ερμηνευτικά τικ της, δεν επιχειρεί να γοητεύσει τον φακό, κι ας της είναι τόσο εύκολο. 

 

Δεν ξέρουμε αν η σειρά θα εκπληρώσει τις μεγάλες υποσχέσεις που έχει δώσει στα δυο πρώτα επεισόδιά της, ήδη στο τρίτο άρχισε τα «τηλεοπτικά» παραστρατήματα, δίνοντας π.χ. ένα ερωτικό backstory στην κόρη της. Αλλά για τη Γούινσλετ ουδείς λόγος αμφιβολίας, έχει προσθέσει ήδη μια μεγάλη στιγμή στο βιογραφικό της. Γράφαμε στην εισαγωγή ότι μπορεί να «κλέψει» το Emmy ερμηνείας από την Άνια Τέιλορ-Τζόι στην προσεχή απονομή. Επιτρέψτε μας να αναδιατυπώσουμε. Με τέτοια ερμηνεία, είναι δικό της για να το χάσει.

 

Το «Mare of Eastown» προβάλλεται στη Vodafone TV με νέο επεισόδιο κάθε Δευτέρα.

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr