Στο ξεκίνημα της απίστευτης καριέρας της, η Τζέιν Φόντα πρωταγωνίστησε στο «Felins» του Ρενέ Κλεμάν, δίπλα στον Αλέν Ντελόν, και συνέχισε στα γαλλικά, σε δυο ταινίες του Ροζέ Βαντίμ συν την «Barbarella», ως την επιστροφή στη δεύτερη ιδιαίτερη πατρίδα της, με το «Όλοι μαζί» («Et si on vivait tous ensemble?») του Στεφάν Ρουμπλάν, το 2011. Ως ειδική περίπτωση, η Φόντα υπήρξε παντρεμένη με Γάλλο σκηνοθέτη και η απόδρασή της από το Χόλιγουντ ήταν κατά κάποιον τρόπο συνδεδεμένη με τα προσωπικά και τα πολιτικά της ενδιαφέροντα εκείνη την περίοδο. Αυτό όμως που συμβαίνει εδώ και μερικά χρόνια διαφέρει πολύ, και κάνει αίσθηση.
Έναν μήνα πριν είδαμε στις αίθουσες την Τζόντι Φόστερ να εξασκεί τη δεύτερη γλώσσα της, που την έμαθε στην εντέλεια από το γαλλικό λύκειο του Λος Άντζελες, στην κομεντί μυστηρίου «Μια ιδιωτική ζωή» της Ρεμπέκα Ζλοτόφσκι. Η Κοραλί Φαρζά έδωσε το φιλί της ζωής στην καριέρα της Ντεμί Μουρ με το «Substance», ένα κινηματογραφικό ελιξίριο που την έφερε μια ανάσα από τα Όσκαρ στην περσινή απονομή.
Λίγο πριν από το ατυχές «Ella McCay» του Τζέιμς Λ. Μπρουκς, η Γαλλοβρετανή Έμα Μάκι πρωταγωνίστησε στο «Alpha» της Ζιλιά Ντικουρνό, που είδαμε πέρσι στο επίσημο διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Καννών. Μετά τη συνεργασία της με τον Ρόμπερτ Πάτινσον, η Κλερ Ντενί επέλεξε τη Μάργκαρετ Κουόλι στο «Stars at noon» του 2024, όπως και η Οντρέ Ντιουάν τη Ναόμι Γουότς στην ερωτική «Εμμανουέλα» της, την ίδια χρονιά. Σύντομα θα δούμε τη Μισέλ Γέο στο θρίλερ της Μελανί Λοράν που τιτλοφορείται «The Mother», και την πάντα περιπετειώδη Μία Γκοθ στο «Fonda» της Ζιστίν Τριέ, την επιστροφή της στα πλατό μετά τον θρίαμβο της «Ανατομίας μιας πτώσης». Η πιο πρόσφατη περίπτωση είναι αυτή της Αλίς Βινοκούρ, που είχε σκηνοθετήσει την Έβα Γκριν στο «Proxima» του 2019 και τώρα κάλεσε την Αντζελίνα Τζολί για τις ανάγκες του «Couture».
Η Τζολί δήλωσε στο «Time» πως η ιστορία της Μαξίν Γουόκερ ήταν βαθιά προσωπική, πως θεωρεί τη Βινοκούρ μια ιδιοφυή σκηνοθέτιδα και τον τρόπο που προσεγγίζει την ασθένεια εξαιρετικά πρωτότυπο, για να προσθέσει: «Πολύ συχνά, οι ταινίες με θέμα τον καρκίνο πραγματεύονται το τέλος της θλίψης, όχι την αρχή της. Η Αλίς θέλησε να γυρίσει μια ταινία για τη ζωή και το έκανε με λεπτότητα».
Το «Couture», η πρώτη ταινία με πρόσβαση στα ενδότερα του οίκου Chanel, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στις παρισινές αίθουσες και θα κυκλοφορήσει στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου, πέρασε από τα φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, της Ρώμης και της Κεζόν στις Φιλιππίνες, αλλά έκανε θόρυβο μόνο στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο Τορόντο, εκεί όπου η Αντζελίνα δήλωσε πως δεν αισθάνεται άνετα αυτήν την περίοδο στη χώρα της με όσα συμβαίνουν εκεί.
Το σχόλιό της για την πολιτική επικαιρότητα άθελά της επισκίασε τον ρόλο της στην ταινία: υποδύεται τη Μαξίν Γουόκερ, μια σκηνοθέτιδα ταινιών τρόμου, που καλείται στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας Μόδας για να ετοιμάσει ένα goth βίντεο που της παρήγγειλε οίκος υψηλής ραπτικής, και σε μια σύντομη τηλεφωνική συνομιλία ο γιατρός της στο Λος Άντζελες την παραπέμπει σε άξιο Γάλλο συνάδελφό του μετά από ανησυχητικά ευρήματα σε εξέταση στο στήθος. Μητέρα μιας 15χρονης κόρης και εν μέσω ενός ήσυχου διαζυγίου, η Μαξίν, η οποία από την αρχή λέει πως μιλά τη γλώσσα λόγω της Γαλλίδας μητέρας της (η μητέρα της Τζολί ήταν η Μαρσελίν Μπερτράν), πληροφορείται τα άσχημα νέα και αμέσως σκέφτεται πως μια επείγουσα επέμβαση είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται, λίγο πριν από το γύρισμα της μεγάλου μήκους ταινίας της, κι ενώ θα πρέπει να αφήσει στη μέση τη δουλειά που θα της αποφέρει καλή αμοιβή.
Αμέσως έρχεται στον νου η προσωπική περιπέτεια υγείας της Τζολί, και ο παραλληλισμός της όμορφης και πολυάσχολης Μαξίν με τη διάσημη σταρ που αποφάσισε να δημοσιοποιήσει όλα τα επώδυνα βήματα της διπλής μαστεκτομής για να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη. Η ευαλωτότητα της Μαξίν στις σκηνές της αναμονής δεν έχουν ανάγκη από περιττό δράμα και ακραίες αντιδράσεις, κάτι που η Τζολί ενστικτωδώς και βιωματικά αντιλαμβάνεται και αφήνει να εκδηλωθεί συγκρατημένα το δυσάρεστο συναίσθημα μιας ζωής που κλονίζεται ξαφνικά και βίαια, με σιωπή και θλίψη στα πελώρια μάτια της. Ακόμη όμως και με σκηνές όπως αυτή στην οποία βλέπουμε τη Μαξίν να γυμνώνει το στήθος που εσπευσμένα θα αποχωριστεί, ο τόνος της Βινοκούρ παραμένει στοχαστικός και απόμακρος, σαν να μη μπορεί ή να μη θέλει να εισχωρήσει στον πόνο της ψυχής, αλλά να διερωτάται παρατεταμένα πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό σε μια τόσο ανύποπτη και αεράτη μητέρα και glamorous γυναίκα, στην πιο δημιουργική της φάση – όπως περίπου αντέδρασε ο πλανήτης με το αληθινό πρόβλημα της Τζολί.
Επιπρόσθετα, το πλαίσιο της ταινίας μοιάζει να έχει φτιαχτεί για να εξυπηρετήσει το συγκεκριμένο αφήγημα. Οι άλλες δυο ανθρώπινες ιστορίες που συμπληρώνουν την επάλληλη πλοκή είναι της Άντα, ενός άπειρου μοντέλου από το Νότιο Σουδάν με έδρα το Ναϊρόμπι που έρχεται για πρώτη φορά στην Ευρώπη και ανησυχεί για την οικογένεια και τη δεινή οικονομική της κατάσταση, και μιας μακιγιέζ που στον ελεύθερο χρόνο της γράφει ένα βιωματικό σενάριο που δεν φαίνεται να ενδιαφέρει κανέναν. Η όμορφη πρόσφυγας και η επίδοξη κινηματογραφίστρια που πασχίζει να βρει δημιουργικό χώρο είναι περιπτώσεις που έχουν απασχολήσει την Τζολί σε προηγούμενα πρότζεκτ και η Αλίς Βινοκούρ που υπογράφει το «Couture» δεν επιθυμεί καθόλου να πλησιάσει το χάος και τον παραλογισμό του χώρου της μόδας όπως τον απέδωσε βιτριολικά ο Ρόμπερτ Άλτμαν στο «Pret-a Porter», ούτε να αναπαραγάγει τα αρνητικά κλισέ που συνοδεύουν τα μοντέλα και τον τοξικά λαμπερό μικρόκοσμό τους. Η μόδα λειτουργεί ως απλό και κομψό φόντο, τα side stories είναι προσχηματικά και όλο το θέμα περιστρέφεται γύρω από την Τζολί που βυθίζεται στις σκέψεις της, και στο μεταξύ προλαβαίνει να προσκαλέσει τον διευθυντή φωτογραφίας της (Λουί Γκαρέλ) σε ένα one-night stand.
Η Τζολί δήλωσε στο «Time» πως η ιστορία της Μαξίν Γουόκερ ήταν βαθιά προσωπική, πως θεωρεί τη Βινοκούρ μια ιδιοφυή σκηνοθέτιδα και τον τρόπο που προσεγγίζει την ασθένεια εξαιρετικά πρωτότυπο, για να προσθέσει: «Πολύ συχνά, οι ταινίες με θέμα τον καρκίνο πραγματεύονται το τέλος της θλίψης, όχι την αρχή της. Η Αλίς θέλησε να γυρίσει μια ταινία για τη ζωή και το έκανε με λεπτότητα». Σε μια άλλη συνέντευξή της επισήμανε πως η έξοδος ταινιών στη Γαλλία συνοδεύεται με εκ βαθέων συζητήσεις για τους χαρακτήρες, τη φιλοσοφία και τη σημασία τους, σε ψυχολογικό και διανοητικό επίπεδο. Ίσως εκεί εντοπίζεται η προθυμία των Αμερικανίδων σταρ να ξεφύγουν από την παγιωμένη εικόνα που έχει το Χόλιγουντ γι’ αυτές αλλά και από την τυπική προωθητική καμπάνια που συχνά συνοδεύεται από ενοχλητικές, επαναλαμβανόμενες ή άσχετες με το θέμα, αυστηρά soundbite ερωτήσεις από τους ρεπόρτερ, ειδικά πριν από την επίσημη πρεμιέρα.
Η Ντεμί Μουρ είχε επίσης εκπλαγεί από τη μεστή, μεταφυσική, διαφορετική εμπειρία που της προσέφερε η Κοραλί Φαρζά με το «Substance». Παρά το ρίσκο και τον αρχικό της φόβο για τον τόνο της σκηνοθεσίας, η συγκεκριμένη προσέγγιση της βίας και της σκληρότητας του ηλικιακού ρατσισμού στον χώρο της show business τη συγκίνησε ως γυναίκα που είχε αναγκαστεί να υποστεί το βλέμμα των άλλων στην εξελισσόμενη εικόνα της και να επιβιώσει με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες.
Μιλώντας για τις επιλογές της εκτός του δυναμικού των Γάλλων ηθοποιών, η Κλερ Ντενί έχει πει ότι κάθε φορά πιστεύει πως ένας ηθοποιός είναι μοναδικός για τον εκάστοτε ρόλο. Όταν είδε το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» στις Κάννες, την εντυπωσίασε η Μάργκαρετ Κουόλι στη σεκάνς του οτοστόπ, έψαξε τον ατζέντη της, έστειλε μήνυμα εκφράζοντας τον θαυμασμό και την επιθυμία της για συνεργασία, και κάπως έτσι, απλά, έγινε η δουλειά. Αλλά και στις περιπτώσεις του Τζο Άλγουιν και του Ρόμπερτ Πάτινσον, με το που τους συνάντησε, θεώρησε πως τους γνωρίζει από παλιά, και η οικειότητα που ένιωσε κατέλυσε τις ενδεχόμενες διαφορές στην κουλτούρα.
Υπάρχει, όμως, και η πιο αδιευκρίνιστη επιθυμία γυναικών ηθοποιών να αναζητούν την εμπιστοσύνη και τη ματιά σκηνοθετών του ίδιου φύλου αλλά να μην τις βρίσκουν στις ΗΠΑ, με τα ποσοστά να παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά στην ανισορροπία ανδρών - γυναικών πίσω από την κάμερα, ενώ στη Γαλλία η κατάσταση είναι σαφώς πιο ενθαρρυντική (40% των δηλωμένων σκηνοθετών είναι γυναίκες, σύμφωνα με στοιχεία του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου). Ίσως περισσότερες οφείλουν να υιοθετήσουν το εργασιακό μοτίβο της Νικόλ Κίντμαν, η οποία πριν από εννιά χρόνια δεσμεύτηκε πως κάθε δεκαοκτώ μήνες θα γυρίζει μια ταινία ή μια σειρά με γυναίκα σκηνοθέτιδα! Απ’ ό,τι δείχνουν τα αρχεία, τηρεί την υπόσχεσή της.
«Couture» - Official International Trailer - HanWay Films