Η ταινία του Κύρου είναι η μοναδική ελληνική συμμετοχή και μάλιστα στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα, που επελέγη από 3000 περίπου ταινίες από όλο τον κόσμο.

«Η ταινία μου ονομάζεται Για το Όνομα του Σπουργιτιού», λέει. «Ένας νεαρός χάνει το όνομά του και οδηγείται σε έναν ειδικό, ‘ονοματολόγο’ γιατρό, για να του βρει όνομα. Ο νεαρός όμως απαρνείται το όνομά του για να μπορεί να ‘γίνεται ένα’ με τα πράγματα και τις ψυχές των ανθρώπων, και να μπορεί να γράφει στίχους. Δεν πρόκειται για απώλεια μνήμης αλλά για άρνηση της δυτικής έννοιας της ταυτότητας.

Σύμφωνα με το κράτος, γεννήθηκα στη Λευκωσία το ’72. Αυτό διήρκεσε περίπου 15 χρόνια. Μετά γεννήθηκα στους στίχους του Σαχτούρη και του Καβάφη. Γεννήθηκα στα τοπία και τις πόλεις όπου έζησα, στον έρωτα. Γεννήθηκα εδώ κι εκεί. Στην Αθήνα γεννήθηκα το ’97· δύσκολη γέννα, επίπονη, κρατάει δέκα χρόνια. Μου έχουν πει «είσαι ένα τίποτα» και συμφώνησα μαζί τους. Αργότερα το εξατομίκευσα αυτό και είπα «είμαι ένας κανένας», ή ένας γελωτοποιός που θρηνεί το χαμένο βασίλειο των ποιητών.

Μικρός ήθελα να γίνω τερματοφύλακας. Αυτό το όνειρο μου βγήκε διαστρεβλωμένο, γιατί κατέληξα να είμαι βοηθός ηχολήπτη σε τηλεοπτικές μεταδόσεις ποδοσφαιρικών αγώνων. Στην εφηβεία μου ήθελα να γίνω ποιητής. Όμως ένας αληθινός ποιητής ποτέ δεν καταλήγει να πει «είμαι ποιητής» ή «δεν είμαι ποιητής». Μετεωρίζεται μεταξύ του «είμαι» και του «δεν είμαι». Κι ας έχω εκδώσει μια ποιητική συλλογή.

Με γοητεύουν οι άρρωστοι –σωματικά και ψυχικά– αυτοί που συνωστίστηκα μαζί τους στο νοσοκομείο. Οι σωματικά άρρωστοι γιατί έχουν στο μάτι τους το θάνατο, και έτσι αμφισβητούν την καθημερινή πραγματικότητα που θέλει να μας πείσει ότι είμαστε αθάνατοι. Και οι ψυχικά άρρωστοι γιατί το μάτι τους αμφισβητεί την τάξη της καθημερινής πραγματικότητας. Μας θυμίζει το μάτι τους ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Η αμφισβήτηση της επίπλαστης αθανασίας και της τάξης είναι στοιχεία που έχει ένας αληθινός ποιητής. Γι’ αυτό με έχουν πάνω απ’ όλα γοητεύσει οι ποιητές, τα έργα τους και η ζωή.

Δημιουργώ σημαίνει ακούω καθαρά την έμπνευση. Η λέξη δημιουργώ είναι λάθος. Και η έμπνευση δεν μας ανήκει. Όταν μας επισκέπτεται εμείς ανήκουμε σ’ αυτήν. Κατατασσόμαστε στην έμπνευση. Είναι ένα άλλο είδος στρατού, που τον υπηρετούν οι καλλιτέχνες. Παλιά το όνομα του ζωγράφου δεν έμπαινε πάνω στον πίνακα. Η συμβολή του καλλιτέχνη είναι απλά η πάλη που κάνει για να κατασιγάσει τη ματαιοδοξία του και να ακούσει την έμπνευση καθαρά. Αλλά για να έχεις έμπνευση κάτι πρέπει να σε καίει.

Πρέπει να μάθουμε απ’ τα σκυλιά και τις γάτες μας, απ’ τα πουλιά και τα δέντρα. Αυτά ζούνε χωρίς όνομα, και χωρίς τεχνολογική πρόοδο. Πρώτα είμαστε ζώα και μετά άνθρωποι. Και όταν λέω «ζώα» δεν το εννοώ με αρνητική έννοια, εννοώ ότι πρώτα ανήκουμε στη ζωή, και μετά η ζωή μάς ανήκει. Η ταινία είναι ένα κρυπτογραφημένο μανιφέστο εναντίον του εγωκεντρισμού και του τεχνολογικού ναρκισσισμού.

Όχι, οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν υπηρετούν τον εαυτό τους. Αντίθετα, είναι ταπεινοί, γιατί στην ουσία είναι υπηρέτες της έμπνευσης που τους δίνεται. Η πίστη στην έμπνευσή τους όμως είναι πάρα πολύ δυνατή, και αυτό παρεξηγείται.

Η προσήλωση στον κινηματογράφο και την ποίηση με απομονώνει πολύ. Ο κόσμος δεν ασχολείται με την πάλη που κάνεις μέχρι να τελειώσει ένα έργο. Ο κόσμος ασχολείται με το αποτέλεσμα, με τη φήμη σου, με τα βραβεία. Δεν κάνω «εσωτερικά ταξίδια» αλλά εσωτερικούς πολέμους με τη ματαιοδοξία μου, την ηλιθιότητα και την άγνοιά μου. Δεν φεύγω «ταξιδάκι». Όταν παλεύω με το «δράκο», όπως λέει ο Βαλαής, μετά επιστρέφω πολλές φορές λαβωμένος, αλλά οι γύρω μου δεν το καταλαβαίνουν κατ’ ανάγκη ότι είμαι λαβωμένος. Κάνω και τον τραυματιοφορέα και τον τραυματία. Δεν είναι μοναχικό αυτό;

Τι σημαίνει για σένα η επιλογή της ταινίας σου στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κανών;
Μου άρεσε που κάποιοι κατάλαβαν τη γλώσσα και την προβληματική της ταινίας. Ας μην ξεγελιόμαστε όμως. Μπορεί να υπάρχουν καλύτερες ταινίες που να μην έχουν επιλεγεί.