Δάφνη Πατακιά στη LiFO: «Οι γυναίκες της εποχής περνούσαν καλύτερα στο μοναστήρι»

Δάφνη Πατακιά στη LiFO: οι γυναίκες της εποχής περνούσαν πολύ καλύτερα μέσα στο μοναστήρι, παρά έξω Facebook Twitter
Η Δάφνη Πατακιά στο photocall του 74ου Φεστιβάλ Καννών, τον περασμένο Ιούλιο. Φωτο: Stephane Cardinale - Corbis/Corbis via Getty Images
0

Στη νέα ταινία του Πολ Βερχόφεν, την πολυαναμενόμενη Μπενεντέτα (Benedetta), πρωταγωνιστεί η Βιρζινί Εφιρά, συμμετέχει, μεταξύ άλλων, κι ένα ιερό τέρας της υποκριτικής, η Σαρλότ Ράμπλινγκ, κατά γενική ομολογία, όμως, εκείνη που κλέβει την παράσταση είναι η Δάφνη Πατακιά – σ’ αυτό συναινούν κι αρκετές κριτικές από το εξωτερικό.

Η ταινία ακολουθεί την Μπενεντέτα Καρλίνι, μια μοναχή στο μοναστήρι της Πέσκια στην Τοσκάνη, που παίρνει υπό την προστασία της μια νεαρή γυναίκα κι οι δυο τους ξεκινούν μια παθιασμένη ερωτική σχέση. Το πρώτο σαραντάλεπτο είναι σε full Βερχόφεν mode, σαρκαστικό, προβοκατόρικο, με τα ερωτικά οράματα της ηρωίδας με τον Ιησού να ξεσηκώνουν την αίθουσα, ενώ η συνέχεια είναι, παραδόξως, πιο συγκρατημένη, σε μια ιστορία για τη διαπλοκή θρησκείας, εξουσίας και σεξουαλικότητας.

Με αφορμή την πρεμιέρα της Benedetta στο πλαίσιο του 62ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, συνάντησα τη Δάφνη Πατακιά και συζητήσαμε για τη συμμετοχή της στην ταινία.

Αυτός ο κλειστός χώρος γινόταν τελικά το μέρος όπου απελευθερωνόντουσαν και ξέφευγαν από την κυριαρχία του πατέρα τους, του άντρα τους, αποδεσμεύονταν από την πατριαρχική κοινωνία. Ήταν ένας χώρος όπου μπορούσαν να υπάρξουν και να πάρουν την εξουσία.

— Ας ξεκινήσουμε με μια ερώτηση που, φαντάζομαι, δεν σου έχουν κάνει ποτέ. Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Βερχόφεν;

Να σου πω την αλήθεια έχω ενθουσιαστεί τόσο πολύ που μου συνέβη αυτό το πράγμα, που κάθε φορά χαίρομαι να το ξαναλέω. Πέρασα από μια απλή διαδικασία casting, όπου βλέπουν αρκετό κόσμο και ζητούν να διαβάσεις δυο σκηνές από την ταινία. Πολύ σύντομα τον συνάντησα και κάναμε κι ένα screen test με τη Βιρζινί Εφιρά, για να εξετάσουν αν υπάρχει χημεία μεταξύ μας, και εκεί μου είπε επί τόπου «ωραία, τα λέμε στο γύρισμα».

Όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα. Εκείνο που άργησε ήταν η έξοδος της ταινίας στις αίθουσες. Την γυρίσαμε το ’18, μεσολάβησαν ένας τραυματισμός του Βερχόφεν και η πανδημία, και τελικά έκανε την πρεμιέρα της φέτος το καλοκαίρι στο φεστιβάλ Καννών.

— Είχες διαβάσει το σενάριο πριν συμφωνήσεις να πρωταγωνιστήσεις στο φιλμ;

Ναι. Βασικά μετά το casting που ανέφερα βρισκόμουν στο Βερολίνο, με κάλεσαν και μου είπαν ότι θα μου στείλουν το σενάριο και ότι ο Βερχόφεν θέλει να με γνωρίσει και να τον συναντήσω την επόμενη μέρα στο Παρίσι. Τους είπα «ναι, εννοείται, τα λέμε», δεν ενημέρωσα ότι δεν βρισκόμουν στο Παρίσι, έκλεισα άμεσα εισιτήρια για εκεί και όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα διαβάζοντας το σενάριο. Στην πρώτη μας συνάντηση, μάλιστα, μου έδειξε και τα storyboards με όλες τις ερωτικές σκηνές, πρόσθεσε κι ότι το φιλμ θα έχει αρκετό γυμνό και με ρώτησε αν είμαι εντάξει με αυτό.

Δάφνη Πατακιά στη LiFO: «Οι γυναίκες της εποχής περνούσαν πολύ καλύτερα μέσα στο μοναστήρι» Facebook Twitter
Η ταινία ακολουθεί την Μπενεντέτα Καρλίνι, μια μοναχή στο μοναστήρι της Πέσκια στην Τοσκάνη, που παίρνει υπό την προστασία της μια νεαρή γυναίκα κι οι δυο τους ξεκινούν μια παθιασμένη ερωτική σχέση.

— Ξέρεις, συζητούσα την ταινία μετά την προβολή και αρκετοί ήταν αυτοί που στέκονταν στο γυμνό της. Και μου κάνει τρομερή εντύπωση που το έτος 2021 και ενώ έχουμε καταναλώσει τόσες γυμνές εικόνες, μπορεί ακόμα το γυμνό να προκαλεί συζητήσεις ή να θεωρείται και προκλητικό.

Αυτό, για μένα, είναι και λίγο ζήτημα βλέμματος. Το πώς είναι γυρισμένη μια ερωτική σκηνή δηλαδή, το πού τοποθετεί την κάμερα του πάνω σου ο σκηνοθέτης. Μπορεί μια σκηνή να μην έχει καν γυμνό και να είναι έτσι τοποθετημένη η κάμερα πάνω στον ηθοποιό που να τον κάνει να νιώθει άβολα. Κι αυτό είναι κάτι που δεν ένιωσα ποτέ με τον Βερχόφεν, τον εμπιστεύτηκα. Γιατί, έχοντας δει κάποιες ταινίες του, ήξερα ότι ποτέ μια ερωτική σκηνή δεν είναι εκεί αποκλειστικά για να δείξει κάποιας μορφής αισθησιασμό, εξυπηρετεί κάποιον άλλο σκοπό.

Για παράδειγμα, στο Βασικό Ένστικτο οι ερωτικές σκηνές δεν είναι αισθησιακές, υπηρετούν το σασπένς. Δεν παρακολουθείς καν πώς κάνουν έρωτα οι δυο πρωταγωνιστές, έχεις στο μυαλό σου τον παγοκόφτη και σκέφτεσαι διαρκώς «παναγία μου, τώρα θα τον σκοτώσει».

— Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στην ηρωίδα σου. Ενώ κλείνεται σε μοναστήρι, πράξη που θεωρητικά σημαίνει περιορισμό στην ελευθερία της, στην ουσία για εκείνη αυτό συνιστά απελευθέρωση από τα δεσμά του πατέρα της.

Ξέρεις, αυτό το στοιχείο είχε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η ταινία, το «Immodest Acts: The Life of a Lesbian Nun in Renaissance Italy» της Τζούντιθ Μπράουν. Κι εγώ είχα συνδυάσει το μοναστήρι με τον εγκλεισμό και την πειθαρχία, αλλά διαβάζοντας το βιβλίο, διαπίστωσα ότι οι γυναίκες της εποχής περνούσαν πολύ καλύτερα μέσα στο μοναστήρι, παρά έξω. Μπορούσαν να μάθουν να γράφουν, να διαβάζουν, ενίοτε έκαναν και σχέσεις μεταξύ τους, όπως στην ταινία.

Αυτός ο κλειστός χώρος γινόταν τελικά το μέρος όπου απελευθερωνόντουσαν και ξέφευγαν από την κυριαρχία του πατέρα τους, του άντρα τους, αποδεσμεύονταν από την πατριαρχική κοινωνία. Ήταν ένας χώρος όπου μπορούσαν να υπάρξουν και να πάρουν την εξουσία. Και το βλέπουμε κι αυτό στην ταινία, βλέπουμε γυναίκες πρόθυμες να πάρουν την εξουσία και κάνουν τα πάντα για να την πάρουν, είτε πρόκειται για εξουσία στο μοναστήρι, στο σώμα τους ή πάνω σε κάποιον άλλο.

— Έχει ενδιαφέρον που το λες αυτό, γιατί νομίζω ότι ο χαρακτήρας σου είναι ο πιο αγνός μέσα στο έργο σε σύγκριση με τους άλλους. Λειτουργεί με γνώμονα το ένστικτο και το συναίσθημα, τη μοναδική φορά που την ακούμε να λέει ψέματα είναι για να προστατεύσει την Μπενεντέτα.

Είναι σίγουρα ο χαρακτήρας που πατάει περισσότερο στη γη, είναι πιο γήινος, πιο ενστικτώδης από όλους. Σίγουρα η Μπενεντέτα είναι πιο πολύπλοκη και συχνά δεν καταλαβαίνουμε τα κίνητρα της. Γι’ αυτό και η Μπαρτολομέα, όπως λέγεται ο χαρακτήρας που υποδύομαι, ίσως είναι εκείνη με την οποία ταυτίζεσαι περισσότερο μέσα στην ταινία.

Δάφνη Πατακιά στη LiFO: οι γυναίκες της εποχής περνούσαν πολύ καλύτερα μέσα στο μοναστήρι, παρά έξω Facebook Twitter
Ο Πολ Βερχόφεν με τις πρωταγωνίστριες της «Μπενεντέτα», Δάφνη Πατακιά και Βιρζινί Εφιρά, στο κόκκινο χαλί των Καννών. Φωτο: Mustafa Yalcin/Anadolu Agency via Getty Images

— Υπήρχε περιθώριο αυτοσχεδιασμού στο φιλμ ή ήταν όλα προσχεδιασμένα;

Καταρχάς να επισημάνω κάτι που με εντυπωσίασε στον Βερχόφεν. Μας έδινε οδηγίες στα γαλλικά, τα οποία δεν ήξερε και αρχικά έμαθε για τις ανάγκες του Elle. Έκανε εντατικά μαθήματα και πλέον τα μιλά άπταιστα. Και είναι αξιοσημείωτο ότι είναι ένας άνθρωπος 80 χρονών που μπήκε στη διαδικασία και έμαθε γαλλικά σε αυτή την ηλικία.

Για να απαντήσω στην ερώτησή σου, ήταν όλα πολύ μελετημένα από πριν, πολλές φορές, όμως, μπορεί να σκεφτόμουν κάτι και να το δοκίμαζα και τελικά να το έβαζε μέσα. Σε έκανε να αισθάνεσαι συν-δημιουργός στην ταινία κι ότι δεν είσαι απλά μια μαριονέτα. Μας έδινε μεγάλη ελευθερία, όχι τόσο στα λόγια που θα πούμε, όσο στη διάθεση, στις κινήσεις κ.λπ. Στις πρόβες μας έλεγε να κάνουμε ό,τι θέλουμε κι έπειτα ερχόταν εκείνος και κρατούσε, διόρθωνε ή πρόσθετε πράγματα. Ήταν τόσο γενναιόδωρος.

Τον θυμάμαι να λέει κάποια στιγμή ότι το γύρισμα είναι μια δημοκρατική διαδικασία. Ρωτούσε τους πάντες τη γνώμη τους και δεν το έκανε τυπικά, τους άκουγε και, αν κάποια ιδέα του άρεσε, τη χρησιμοποιούσε.

— Την ταινία την έχεις δει. Εσύ τη βρίσκεις προκλητική;

Όχι, εγώ προσωπικά δεν τη βρίσκω προκλητική. Είναι, βέβαια, μια ταινία Βερχόφεν, ισορροπεί σε μια πολύ λεπτή γραμμή, που δεν ξέρεις αν το κάνει σκόπιμα – φυσικά το κάνει σκόπιμα. Κινείται ανάμεσα στο κιτς, στο camp, στο ερωτικό δράμα ή ακόμα και στην κωμωδία, πηγαίνει από το ένα είδος στο άλλο. Μπορεί το θέαμα να γίνεται πολύ σοβαρό και ταυτόχρονα εκείνος να το υπονομεύει με κάποιον τρόπο.

— Έχεις συνεργαστεί ήδη με Βερχόφεν, Λάνθιμο και Τόνι Γκάτλιφ. Ποιους άλλους σκηνοθέτες έχεις στην bucket list σου;

Ουφ, πάρα πολλούς. Η συνεργασία με πολλούς από αυτούς μου φαίνεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Τι να πω; Να πω ότι ο Πολ Τόμας Άντερσον είναι θεός; Είναι, και θα ήθελα πολύ να παίξω σε ταινία του.

Βασικά, επειδή μεγάλωσα στο Βέλγιο, αγαπώ πάρα πολύ τους Νταρντέν. Δεν έχω ζήσει προσωπικά τα θέματα για τα οποία μιλάνε, αλλά μεγάλωσα αισθανόμενη δέος γι’αυτούς. Η Ροζίτα ήταν η πρώτη ταινία που είδα και με τάραξε, ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από το σινεμά τύπου Πειρατές της Καραϊβικής που παρακολουθούσα μικρή. Ακολουθούσε την ηρωίδα διαρκώς η κάμερα, δεν είχε μουσική υπόκρουση, ήταν κάτι πρωτοφανές για μένα. Οπότε θα ήταν όνειρο να παίξω σε ταινία των Νταρντέν.

Επίσης, έχω ένα casting τώρα, τις επόμενες μέρες με έναν σκηνοθέτη που θέλω πάρα πολύ να συνεργαστώ, αλλά δεν θα ήθελα να αναφέρω το όνομά του μην τυχόν και δεν συμβεί τελικά.

Δάφνη Πατακιά στη LiFO: οι γυναίκες της εποχής περνούσαν πολύ καλύτερα μέσα στο μοναστήρι, παρά έξω Facebook Twitter
Δάφνη Πατακιά, Βιρζινί Εφιρά και Σαρλότ Ράμπλινγκ σε σκηνή από την ταινία.

— Καλή επιτυχία, να ευχηθώ.

Όχι καλή επιτυχία, «σκατά, σκατά» πες.

— Το έχω ακούσει ξανά από φίλες ηθοποιούς. Μου έχουν πει να μη λέω ποτέ «καλή επιτυχία», να λέω «σκατά, σκατά». Είναι κάποια δεισιδαιμονία ή κάποιας μορφής παράδοση;

Είναι παράδοση και νομίζω ξεκίνησε από την Αγγλία. Οι θεατές πήγαιναν στις παραστάσεις με άμαξες και άλογα και τα άλογα τα έκαναν στην είσοδο, οπότε οι θεατές τα πατούσαν και γέμιζαν τον χώρο γύρω από τη σκηνή. Οπότε όσο περισσότεροι θεατές πήγαιναν, τόσα περισσότερα σκατά γέμιζε ο χώρος. Γι’ αυτό η συγκεκριμένη φράση συνδέθηκε με την επιτυχία της παράστασης. Σήμερα το χρησιμοποιούμε οι άνθρωποι του χώρου κάθε φορά που θέλουμε να ευχηθούμε στον άλλο καλή επιτυχία.

— Μπορώ λοιπόν να σου ευχηθώ «σκατά, σκατά», χωρίς να σε βρίζω.

Σε ευχαριστώ πολύ. Μου φαίνεται κι αυτό σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, η συμμετοχή μου σε casting για ταινία αυτού του σκηνοθέτη, δεν θα το φανταζόμουν ποτέ πριν από μερικά χρόνια. Εντάξει, ούτε ότι θα κάναμε αυτή τη συζήτηση με αφορμή την ταινία του Βερχόφεν φανταζόμουν. Και νιώθω πραγματικά πολύ τυχερή για όσα μου έχουν συμβεί ως τώρα.

H ταινία «Μπενεντέτα» κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες στις 18/11 από το Cinobo.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΣΑΒΒΑΤΟ Fall Preview Σινεμά

Fall Preview 2021 / 10 ταινίες που ανυπομονούμε να δούμε το φθινόπωρο

Τα κινηματογραφικά φεστιβάλ επιστρέφουν (με πολύ δυνατό πρόγραμμα), ενώ οι υπερπαραγωγές που είχαν αναβληθεί λόγω καραντίνας και ταινίες πολυαναμενόμενες κάνουν τη σεζόν από τις πιο ενδιαφέρουσες των τελευταίων χρόνων.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
«Meltem»: Οι δύο πατρίδες του σκηνοθέτη Βασίλη Δογάνη καθόρισαν την πρώτη του ταινία

Οθόνες / «Meltem»: Οι δύο πατρίδες του σκηνοθέτη Βασίλη Δογάνη καθόρισαν την πρώτη του ταινία

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, όπου πρωταγωνιστεί η Δάφνη Πατακιά, ο Έλληνας δημιουργός που μεγάλωσε στο Παρίσι εκφράζει όλα όσα τον συνδέουν με μετανάστες δεύτερης γενιάς
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Marcello Mio

Ανταπόκριση / Marcello mio: Η πιο meta ταινία του φετινού Φεστιβάλ Καννών

Διανύοντας τη δική της πορεία κάτω από τη σκιά της μητέρας της, Κατρίν Ντενέβ, και το φάντασμα του εξίσου διάσημου πατέρα της, η Κιάρα αποφασίζει να υποδυθεί τον Μαστρογιάνι και να βγει μόνη της στη σέντρα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
L'Amour Ouf

Ανταπόκριση / L'amour Ouf: Μία από τις χειρότερες ταινίες που έχουμε δει ποτέ στο διαγωνιστικό των Καννών

Αν την ταινία την είχε σκηνοθετήσει οποιοσδήποτε Αμερικανός και όχι ο Γάλλος Ζιλ Λελούς, όχι μόνο στις Κάννες δεν θα είχε ταξιδέψει αλλά δεν θα την είχε δει κανείς μας πουθενά.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Parthenope

Ανταπόκριση / Parthenope: Η υπερβολή δεν είναι ποτέ αρκετή για τον Σορεντίνο

Στο πρόσωπο της grande bellezza που ανακάλυψε, της αποθεωτικά φωτογενούς 27χρονης Τσελέστε Ντάλα Πόρτα, ο Ιταλός δημιουργός συγκεντρώνει τα αντιφατικά του αισθήματα για τη γειτονιά της μνήμης του, τη Νάπολη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Τζία Ζάνγκε, ο εθνολόγος της κινεζικής συνείδησης

Ανταπόκριση / Τζία Ζάνγκε, ο Κινέζος εθνολόγος του σινεμά

Με το «Caught by the Tides», ο κορυφαίος σκηνοθέτης της Κίνας καταγράφει τις συντριπτικές αλλαγές στη χώρα μέσα από τον ποιητικό φακό του. Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος τον συνάντησε στις Κάννες.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Γιατί δεν μου άρεσε το «Megalopolis» του Κόπολα»

The Review / «Γιατί δεν μου άρεσε το Megalopolis του Κόπολα»

Πόσα λεπτά χειροκροτούσαν όρθιοι οι θεατές και γιατί δεν έχει απολύτως καμία σημασία; Ο Γιάννης Βασιλείου και ο Τάσος Μελεμενίδης συζητούν για τη φιλόδοξη νέα ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα που έκανε την πρεμιέρα της στις Κάννες.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Κάφκα: Εκατό χρόνια μοναξιά

Daily / Κάφκα: Εκατό χρόνια μοναξιά

Στις 3 Ιουνίου συμπληρώνεται ένας αιώνας από τον θάνατο του μεγάλου συγγραφέα και μια νέα γερμανική σειρά μυθοπλασίας με θέμα το πέρασμά του από τον μάταιο και παράξενο τούτο κόσμο λειτουργεί ως «επετειακή» προβολή.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Oh, Canada

Ανταπόκριση / «Oh, Canada»: Ο Πολ Σρέιντερ ξανασκηνοθετεί τον Ρίτσαρντ Γκιρ, αλλά η χημεία απουσιάζει

45 χρόνια μετά το «Επάγγελμα Ζιγκολό» οι δυο τους ξανασυναντιούνται σε μια ταινία που αποτελεί έναν κομψό, ενίοτε αυστηρό στοχασμό – αλλά μέχρι εκεί.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
EMILIA PEREZ

Ανταπόκριση / Emilia Perez: Ένα εξωφρενικό μιούζικαλ για μια Μεξικανή τρανς γκάνγκστερ που βρίσκει λόγο ύπαρξης

Το σκληρό παραμύθι του Ζακ Οντιάρ στοιβάζει σε μια πλοκή εφάμιλλη τελενοβέλας έναν τόνο στοιχεία και καταφέρνει να κρατά συνεχώς το ενδιαφέρον.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
KINDS OF KINDNESS

Ανταπόκριση / «Ιστορίες Καλοσύνης»: Το σινεμά του Λάνθιμου είναι πλέον ένα είδος από μόνο του

Τρεις ιστορίες που στάζουν καλοσυνάτο φαρμάκι η μία στην άλλη και παρακολουθούν στενά, δαιμονικά και κοενικά την ανθρώπινη ανάγκη για τυραννικό έλεγχο και επώδυνη αλληλεξάρτηση. Pure Lanthimos, wicked fun.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Megalopolis

Ανταπόκριση / Megalopolis: Ο Κόπολα μετέτρεψε τη Νέα Υόρκη του 21ου αιώνα σε αρχαία Ρώμη

Η ελληνορωμαϊκή προειδοποίηση του Φράνσις Φορντ Κόπολα για τη σύγχρονη διαφθορά των αξιών εξάπτει το ενδιαφέρον, αλλά συντρίβεται από το ντελιριακό και ειλικρινές άγχος του να χωρέσει τα πάντα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ