Δευτέρα μεσημέρι. Στην πόρτα του σχολείου, περιμένοντας να πάρω τα παιδιά μου. Δίπλα, γνωστός μου πατέρας. ''Πώς πας;'' τον ρωτάω ψιλογελώντας. ''Καλά, λέω'' μου απαντά στο ίδιο ύφος. Κάνουμε περίπου την ίδια δουλειά, έχουμε περίπου τα ίδια προβλήματα... Χαχανίζουμε συνωμοτικά και ομολογούμε ο ένας στον άλλο ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να είμαστε χαρούμενοι, αλλά με κάποιο μυστήριο τρόπο νιώθουμε μια -άσχετη- ευφορία. Συμφωνούμε ότι δεν-πιστεύουμε-τίποτε-δεν-ελπίζουμε-τίποτε, πια, και συζητάμε για το αν λειτουργούμε ομοιοπαθητικά ή φταίει κάτι άλλο. Γιατί κάτι φταίει, και σ' αυτό συμφωνούμε. Γελάμε.

 

Και να' μαστε λοιπόν εδώ, μια ακόμη σχολική χρονιά που ξεκίνησε σαν δύσκολη μέρα. Και να' τα τα πηγαδάκια των γονιών που εικάζουν και αναζητούν πληροφορίες που δεν υπάρχουν. Και να' τες οι εγκύκλιοι που εμφανίζονται αλυσιδωτά, ανατρέποντας η μια τα δεδομένα της άλλης με ρυθμούς βιου-μάστερ. Τι να κάνω, από που να κρατηθώ και πώς να την παλέψω; Να πολεμήσω για το μέλλον το δικό μου και των παιδιών μου; Να παρανοήσω με την ασυνεννοησία της επικοινωνίας μέσα στο γονεϊκό ψηφιδωτό; Να αναθεωρήσω όσα έλεγα για τα δημόσια και τα ιδιωτικά σχολεία; Να συμπεράνω ότι η μπάλα θα πάρει, ότι ήδη παίρνει, όλους (σχεδόν;) Να πάρω διπλή βαλεριάνα και να ξεχαστώ κοιτάζοντας το χαρούμενο πρωτάκι μου να τρέχει στην τάξη με μια τσάντα όση το μπόι του; Ποια είναι η αλήθεια και πόση αντέχει κανείς τελικά;

 

Συνηθίσαμε. Να ζούμε αλλιώς, να σκεφτόμαστε αλλιώς, να μετράμε αλλιώς την ημέρα και όσα μας δίνει. Οι δρόμοι μας χώρισαν πολλές φορές και συναντήθηκαν με άλλους, που δεν περιμέναμε ποτέ ότι εκεί θα μας βγάλουν τα πόδια μας. Συνηθίσαμε να μετράμε την επικοινωνία με τους δικούς μας με ώρες σκάιπ και φθηνά προγράμματα για κλήσεις εξωτερικού. Να προσέχουμε τι λέμε σε φίλους κολλητούς, που αμφιβάλουμε πλέον για το τι ψηφίζουν και ποιον εμπιστεύονται. Να προσπαθούμε να βάλουμε τα παιδιά μας, μαλακά, σε μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να αγνοήσουν, παίρνοντας μαθήματα από τους γονείς της προηγούμενης γενιάς, που πληρώνουν το τίμημα της ροζ φούσκας των σημερινών εφήβων.

 

Χαμογελάω. Για τις λίγες στιγμές που καταφέρνω να ξεχαστώ με όσα ακόμη έχω. Διασκεδάζω. Με την παράνοια της πραγματικότητας, την αφέλεια της 'κοινής γνώμης', την ανοησία μου, που για κάποια χρόνια την ονόμαζα ιδεαλισμό. Παλιά διάβαζα σοφία στους στίχους του Κωνσταντίνου Βήτα, που έλεγε 'μη γελάς με ηλίθια αστεία'. Σήμερα, αμφισβητώ ακόμη κι αυτό.

 

 

 

 

*Το πράσινο είναι το χρώμα της ευτυχίας και της χαράς, όχι;