Την τελευταία φορά που είχα δει τους XAXAKES ήταν πριν 9 χρόνια. Τότε, στην πρωτεύουσα του κάμπου, ο απόηχος του ερωτικού σκανδάλου της οδού Μανδηλαρά δεν έλεγε να κοπάσει, οι προσθήκες των βιβλιοπωλείων ήταν γεμάτες με αντίτυπα ενός βιβλίου που αναφερόταν σε αυτό και οι επιδοτήσεις των αγροτών ήταν το καύσιμο ενός ζωντανού, γεμάτου κόσμο, εμπορικού κέντρου.Έμενα για μερικούς μήνες σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης που θύμιζε τα ξενοδοχεία της Ομόνοιας.

Τα βράδια, ερωτικά βογκητά μπλεκόντουσαν με καυγάδες και δεν σε άφηναν να κοιμηθείς. Τα πρωινά όταν πήγαινα στη δουλειά, έβλεπα τους πρωταγωνιστές  στο ασανσέρ. Όλοι μου φαινόντουσαν παράνομοι και άπιστοι κρυμμένοι πίσω από σκούρα γυαλιά.Φανταστείτε την έκπληξη μου, όταν ανακάλυψα ότι οι Xaxakes το βράδυ της συναυλίας έμεναν σε αυτό το ξενοδοχείο. Είχα ρωτήσει τότε, την  υπάλληλο που δούλευε  εκεί αν έχουν ξανάρθει. Θυμάμαι ότι μασούσε τσίχλα και βαριεστημένα μου είχε πει: «Κάθε φορά που έρχονται εδώ, μένουν σε εμάς. Μου φαίνονται ήρεμοι φέτος. Πριν δυο χρόνια που είχαν έρθει, κάποια απ το συγκρότημα φορούσε μια ροζ περούκα. Τρελοί!». Το βράδυ στο live o Νάστας είχε εμφανιστεί, με ένα κόκκινο, νομίζω βελούδινο κουστούμι. Το κλαμπ ήταν γεμάτο κόσμο, ανάμεσα στους θαμώνες έτρεχαν δυο μικρά παιδιά (σ. σ τα παιδιά του!) και η γυναίκα του κουνούσε το άδειο ποτήρι στα μούτρα του κοινού, με τον Νάστα να φωνάζει «Ποιος θα κεράσει αυτό το κορίτσι ένα ουίσκι;».

 

Απόψε το βράδυ στο Gagarin ο Νάστας εμφανίζεται γύρω στις 11 και μισή, φορώντας μαύρα δερμάτινα ρούχα. Είναι αδύνατος, ο χρόνος έχει πατήσει pause για χάρη του, το πρόσωπο του είναι το ίδιο όπως το θυμάμαι τότε,  τα φώτα πέφτουν πάνω του και το παιχνίδι του Peter Pan ξεκινά.

Μας παίρνει απ το χέρι για το βαλς των ελαφιών, σαρκάζει τα κομμάτια που έκαναν γνωστούς τους Xaxakes όπως το Μόντε-Κάρλο («Ένα κομμάτι με δύσκολους στίχους»), τα βάζει με τις ξεκούρδιστες κιθάρες («Έχω τα νεύρα μου με αυτές τις κιθάρες ξεκουρδίζουν συνέχεια. Χαχαχαχα»), τραγουδάει για μια ξανθιά που βρίσκεται στις πρώτες σειρές («Πάμε για ένα κομμάτι που το καταλαβαίνει και η ξανθιά εδώ, μπροστά»)και  την «πέφτει» στο σαξοφωνίστα (σ. σ απίστευτος τύπος) με ένα « Δεν είμαστε ο ένας πλασμένος για τον άλλον;».

Όλα αυτά με μια φωνή, που δεν θυμίζει κανέναν άλλο και με μια παρουσία που θα φαινόταν αστεία η προσπάθεια μίμησης της από τον οποιοδήποτε.

Κάποια στιγμή αναφερόμενος στην Αθήνα, την παρουσιάζει σαν πόλη χωρίς κακομοιριά και όταν ένας από κάτω του φώναξε ότι κάνει λάθος, του απάντησε ότι και τα λάθη είναι Rock and Roll,παίζοντας αμέσως μετά ένα Rock and Roll κομμάτι.Αυτό το στοιχείο της έκπληξης, το ότι μπορούσε να αυτοσχεδιάσει οποιαδήποτε στιγμή, κάνουν τον Νάστα αγαπητό σε όποιον τον παρακολουθεί ζωντανά.

Οι Xaxakes βέβαια δεν είναι μόνο ο Νάστας, όμως  το βάρος της επιτυχίας ή αποτυχίας ενός live πέφτει πάνω του. Με τα χρόνια η σύνθεση της μπάντας έχει δεχτεί μεγάλες αλλαγές, κόσμος πάει και έρχεται αλλά η εμβληματική φιγούρα του αρχηγού τροφοδοτεί όλους τους υπόλοιπους.

Σε όλες τις επιτυχημένες μπάντες (όχι μόνο εμπορικά) υπάρχει αυτός ο ένας, που τα φώτα, αναγκαστικά θα πέσουν πάνω του.

Όμως ο Νάστας δεν ζαλίζεται απ τα φώτα. Στο δεύτερο μέρος φοράει ξανά εκείνο το κόκκινο κοστούμι, που φορούσε όταν τον είχα δει την πρώτη φορά. Αυτή την φορά είναι υφασμάτινο, εκτός αν ήταν και τότε υφασμάτινο αλλά στο παρόν μου, όλα του παρελθόντος, μου φαίνονται βελούδινα.

Δεν έχει καμία σημασία, γιατί ο άντρας κάνει το κουστούμι και όχι το ανάποδο. Τραγουδάει το Perfect day και το κοινό τον παρακολουθεί σαν να ακούει τον ύμνο του Lou Reed για πρώτη φορά.Όταν στις 2 το πρωί μας αποχαιρετά, καθώς περπατά προς τα παρασκήνια, σιγά-σιγά η μάσκα του Peter Pan λιώνει, στιγμιαία το χαμόγελο του αντικαθίσταται από μια φευγαλέα μελαγχολία. Επιστρέφει στον πραγματικό κόσμο. Στον κόσμο του. Στα αυτιά μας εξακολουθεί να ηχεί η φωνή του: «Πρέπει να βρεθούμε την επόμενη φορά να σας τραγουδήσω σε ένα κωλόμπαρο. Σε ένα περιθωριακό μπαρ»