Πριν φύγουν οι Άγγλοι

Πώς γίνεται και αυτούς που αγαπάμε τους βλέπουμε τόσο λίγο; Πέντε φορές το χρόνο, άντε δέκα.

 

 

ΤΡΙΖΟΝΙΑ στα χωράφια της Ηλείας. Φεγγάρι μισό, διαυγές. Πάνω απ' το βόμβο τoυ αυτοκινήτου ακούω το ηλεκτρικό κροτάλισμα της νύχτας-  ήχοι από κρύσταλλα και κελύφη σκαραβαίων. Πάω στο νησί. Να δω τη μάνα μου. Πώς γίνεται και αυτούς που αγαπάμε τους βλέπουμε τόσο λίγο; Πέντε φορές το χρόνο, άντε δέκα. Και τελικά αφήνουν τόσο μεγάλο ίσκιο μέσα μας! Τόσα που έπρεπε να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν!

 

Πριν πέσει το βράδυ, στέκομαι στην Καλογριά. Ψυχή. Ανεβαίνω στο λόφο με τα πεύκα, στη μικρή παραλία. Λίγο κύμα, ζεστό, ξεθυμασμένο. Κέδροι, σχοίνα, το βουνό. Η άμμος έχει χωνέψει ήδη τα ίχνη του καλοκαιριού. Μπαίνω στο νερό γρυλίζοντας από ανακούφιση. Την ώρα που βραδιάζει, η θάλασσα μου δίνει πάντα την αίσθηση κοιλιάς. Βουτάω στο βυθό και βλέπω το λίγο φως στην επιφάνεια. Νιώθω ασφάλεια εκεί κάτω!

 

Κουρτέσι, Μανωλάδα, Αμαλιάδα, Κυλλήνη... Χωριά απόμακρα που τα διασχίζω μια ζωή. Έχουν κάτι εσωστρεφές και αμετάδοτο -κάτι βουβό, χωρίς ανθοφορία. Ποτέ δεν τα κατάλαβα. Ηταν ο απέναντι κόσμος. Ο κόσμος με τα λαϊκά στο ραδιόφωνο, οι ήρωες στις «Μικρές Ατιμίες», οι λιγνοί άντρες με τη γόπα στα χείλη, το καχύποπτο βλέμμα και το δέρμα της στάχτης― κι οι Τσιγγάνοι με τα υγρά μαύρα μάτια που τινάζονται απ΄τα ντάτσουν σα φίδια. Αυτούς τους κατάλαβα. Μέσω λαγνείας.

 

Στο επίνειο, σκόρπιοι άνθρωποι. Οι ψαροταβέρνες άδειες. Αέρας παίρνει τα λαμπιόνια -κάτι φελινικό. Ζαλισμένοι ακόμα από αυτό που τους συνέβη (τόσος κόσμος, τόση κάψα, τόση βία) οι κατασχηματάρχες κάθονται ανέκφραστοι και βλέπουν τη γραμμή του ορίζοντος. Καπνίζουν. Δροσερή νύχτα, είχα ώρα για σκότωμα, ανέβηκα μέχρι το λόφο, τα νεόδμητα σπίτια, τις ψευτοεπαύλεις. Παλιά, εδώ υπήρχε μόνο ένα οινομαγειρείον - μια παράγκα ασβεστωμένη. Πηδάγαμε λάσπες να μπούμε. Ερημιά γύρω. Eνας υποτυπώδης μώλος όπου έδενε πρόχειρα η παντόφλα. Τα κύματα έσκαγαν πάνω στην επίπεδη, χωματένια ακτή και πηγαίνανε να πνίξουν την παράγκα· έτσι μου φαινόταν.

 

Τώρα έχω κάθε φορά την εντύπωση πως διασχίζω τα ύδατα της Στυγός... Τριζόνια και εδώ. Κανένα ίχvoς άλλης παρουσίας. Κίτρινα ήδη τα φύλλα του νυχτολούλουδου. 

 

«Βαθυά εις τον άμμον βλέπω/ χαραγμένα πατήματα/ ζώντων παιδιών και ανθρώπων·/ όμως πού είναι οι άνθρωποι/ πού τα παιδία;»

 

Χαίρομαι που γυρνάω. Που έχω ακόμα λώρο ζωντανό. Ξέρω ότι θα κοπεί σύντομα. Μόλις ξεκινάει το καράβι (σχεδόν άδειο, μόνο με ντόπιους πια), εκεί που στρίβει στο φάρο (σβηστός), μπορώ να δω τα φώτα του νησιού μου. Είναι ωραίο να επιστρέφεις κάπου. Ιδίως όταν θες να μην ανήκεις πουθενά.

 

Φθινόπωρο, 1989