Οι ζωές του Ιησού

 

 

Ήταν Ζηλωτής, Φαρισαίος, επαναστάτης; Η μορφή του Ιησού και ο ρόλος του στην έλευση του Χριστιανισμού αποτελούν αντικείμενο πολλαπλών υποθέσεων.

 

 

Nicolas Weill

Le Monde, 12 Μαΐου 2014

 *

 

Ακόμα και σε μια εποχή που οι εκκλησίες αδειάζουν, ο Ιησούς παραμένει μια οικεία, αν όχι ιδιαίτερα προσωπική φιγούρα, ακόμη και για τους μη πιστούς. Είναι επίσης μία εικόνα που οι εικαστικοί καλλιτέχνες και οι διαφημιστές λατρεύουν πάντα να χρησιμοποιούν, μερικές φορές προς μεγάλη δυσαρέσκεια των πιστών. Ωστόσο, η εικόνα του Χριστού μεταβάλλεται βαθιά πιο πολύ μέσω του αργού έργου της ιστορικής επιστήμης, παρά μέσω της διαμάχης, των αιματηρών ταινιών ή των σχισμένων αφισών.

 

Εδώ και σχεδόν τρεις αιώνες, η ζωή του Ιησού ερευνάται διεξοδικά μέσω της "ιστορικο-κριτικής μεθόδου": μελετητές, φιλόλογοι και αρχαιολόγοι επιδιώκουν να επανατοποθετήσουν τα ιερά κείμενα μέσα στο πλαίσιό τους, να τα χρονολογίσουν και να επανεξετάσουν τη σύνθεσή τους. Χρειάστηκε όμως να περιμένουμε τη σκοτεινή χρονιά του 1943 για να επιτρέψει ο Πάπας Πίος ΙΒ΄στους Καθολικούς, μέσω της Εγκυκλίου Divino afflante spiritu (υπό την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος), να χρησιμοποιήσουν τα κεκτημένα των βιβλικών μελετών. Όπως κάθε θεολογική επανάσταση, η καμπή αυτή θα χρειαστεί χρόνο για να παράγει τα αποτελέσματά της. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι σήμερα οι μορφές τόσο της Παλαιάς όσο και της Νέας Διαθήκης έχουν βαθιά μεταμορφωθεί.

 

Η "ιστορικά βέβαιη" υπαρξή του

 

Επικρατεί μία ορισμένη συναίνεση μεταξύ των ειδικών ώστε να θεωρηθεί η ύπαρξη του Ιησού "ιστορικά βέβαιη". Πολύ περισσότερο από αυτήν άλλων θρησκευτικών ιδρυτών ή μεταρρυθμιστών. Ωστόσο, η ζωή και ο θάνατος του Χριστού έχουν αφήσει πολύ λίγα ίχνη, αν εξαιρέσουμε τα Ευαγγέλια. Επιπλέον, η συνταξή τους - παλαιότερη θεωρείται πλέον του Μάρκου - δεν ξεκινάει παρά μόνο γύρω στο έτος 70 της εποχής μας, περίπου σαράντα χρόνια μετά τη σταύρωση. Ωστόσο, ήδη από τον πρώτο αιώνα, δύο ιστορικοί της Αρχαιότητας αναφέρονται εν συντομία στη ζωή του Χριστού: ο εξελληνισμένος Ιουδαίος Ιώσηπος Φλάβιος και ο Ρωμαίος Τακίτος, ο ένας κάνοντας λόγο για τον λιθοβολισμό του Ιακώβου, του αδελφού του Ιησού, και ο άλλος για τις διώξεις των πρώτων Χριστιανών από τον Νέρωνα.

 

Για τον Thomas Römer, ειδικό μελετητή της Αγίας Γραφής, "τα Ευαγγέλια είναι μεταγενέσερα των γραπτών του Παύλου (που χρονολογούνται από τη δεκαετία του '50). Έχουν επομένως γραφτεί από ανθρώπους που ανήκουν στη δεύτερη ή την τρίτη γενιά χριστιανών, μεταξύ 70 και 100. Σίγουρα μπορούμε να ανασυστήσουμε εκ των υστέρων τη διαδικασία και να υποθέσουμε την ύπαρξη των Logia ή "της Πηγής Q" [μια συλλογή από λόγια του Ιησού που ενδέχεται να κυκλοφορούσε προφορικά], αλλά κανείς δεν έχει ακόμη αποδείξει συγκεκριμένα την ύπαρξή τους. Ωστόσο, προσθέτει ο ίδιος αυτός καθηγητής στο Collège de France, συγγραφέας των βιβλίων Η Εφεύρεση του Θεού (εκδ. Seuil) και Η Βίβλος. Μα τι στορίες! (εκδ. Bayard) "μία λογοτεχνία σαν αυτή του Ευαγγελίου δεν μπορεί να επινοηθεί από το μηδέν".

 
Η πιο πρόσφατη σύνθεση όσων δύναται να αφομοιώσει ένας πιστός από την ιστορία έχει γίνει από τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ', γνωστό και ως Joseph Ratzinger. Μελετητής και θεολόγος συνάμα, ο πόντιφικας αναγνωρίζει, στον Ιησού της Ναζαρέτ (Flammarion, 2007), την αξία της "ιστορικό-κριτικής ερμηνείας" όταν αυτή "επιδιώκει να βρει την αρχική, ακριβή σημασία των λέξεων όπως ακούγονταν στον τόπο και στον καιρό τους" (όσον αφορά τον Χριστό, στην Γαλιλαία και την Ιουδαία του 1ου αι.). Αλλά, προσθέτει, "κάθε λέξη ενός ανθρώπου μιας κάποιας υπόστασης κρύβει αμέσως πολύ περισσότερα από αυτό που θα μπορούσε να φτάσει στη συνείδηση του συγγραφέα". Εν ολίγοις, η ιστορική διάσταση, σύμφωνα με τον ίδιον, δεν εξαντλεί τον χαρακτήρα του Ιησού.

 

 

Ο Ιησούς της ιστορίας

 

Ο Hans Küng, ο ανήσυχος Ελβετός θεολόγος, καθολικός επικριτής της ιεραρχίας και ο ίδιος συγγραφέας ενός Ιησού που μόλις κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Le Seuil, κρίνει αυστηρά την επιχείρηση του Joseph Ratzinger: "Ενώ αναγνωρίζει απρόθυμα πως αποδέχεται την ιστορικό-κριτική μέθοδο", ο Βενέδικτος ΙΣΤ'-Joseph Ratzinger "αφήνει στην άκρη όλα τα ενοχλητικά αποτελέσματα για την καθολική δογματική" ή και τα παρακάμπτει. Για τον Hans Küng, ο Ιησούς της ιστορίας είναι αυτός ακριβώς που απευθύνεται στους ανθρώπους, και μέσα απ' αυτόν γίνεται αντιληπτό το ιδιαίτερο μήνυμα του χριστιανισμού. Επείγει επομένως να ξέρουμε τι μπορούμε να γνωρίζουμε για τον Ιησού.

 

Αν, από την άποψη των θεολόγων, χρειάζεται να επανατοποθετήσουμε τον Ιησού στο έδαφος της Ιουδαίας για να συλλάβουμε τη σημασία του, η κατανόηση των εντάσεων μεταξύ των κομμάτων και των αιρέσεων που κατασπάραζαν την Ιουδαία εκείνης της εποχής καθίσταται απαραίτητη. 'Εχουμε έτσι, ακόμα κι αν αυτό ερεθίζει τους φονταμενταλιστές, έναν Ιησού πολύ πιο "Εβραίο" απ' ότι στο παρελθόν. Αυτός ο Ιησούς, που απηχεί η Παλαιά Διαθήκη, έρχεται σε αντίθεση με μία ορισμένη φιλελεύθερη θεολογία, ιδιαίτερα την Προτεσταντική, την οποία αντιπροσωπεύει ο Γερμανός Adolf von Harnack (1851-1930), που θεωρούσε απαραίτητο να απομακρυνθεί ο Χριστός από τις εβραϊκές πηγές. 'Οσο για τους στοχαστές που πρόσκεινται στο ναζισμό, αυτοί θα ονειρεύονταν έναν "Άριο Χριστό"...

 

Από μία πιο γενική άποψη, σύμφωνα με τον Antoine Guggenheim, ιερέα και διευθυντή του ερευνητικού τομέα στο Collège des Bernardins, "ο καθολικισμός νοσούσε από μία αφηρημένη, δογματική, όσο και αχρονική χριστολογία. Για να ακουστεί η φωνή του, πρέπει να επιστρέψουμε σε μια χριστολογία από τα κάτω, που να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη γνώση των εβραϊκών πηγών. Η γνώση του Ιησού δεν πρέπει να είναι γνώση του Ιησού μέσω των Ελλήνων." Ως εκ τούτου, ορισμένοι τονίζουν το γεγονός ότι ο Ιησούς δεν επεδίωξε να εφεύρει μια νέα πίστη, της οποίας ο απόστολος Παύλος θα ήταν ο πραγματικός πρωτεργάτης. Ο πρώτος που εξέφρασε αυτήν την ιδέα ήταν ο Γερμανός φιλόσοφος Hermann Samuel Reimarus (1694-1768). Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μαθητές του Ιησού είχαν σκηνοθετήσει την ανάστασή του κρύβοντας το σώμα του, ενώ ο ίδιος ο Ιησούς αμφισβητούσε ορισμένες επιλογές του Ιουδαϊσμού της εποχής και δεν είχε ποτέ ισχυριστεί ότι επινοούσε μία θρησκεία.

 

"Ανακτημένη" Ιουδαιότητα

 

Ο ιουδαιο-χριστιανικός διάλογος που ακολούθησε το Βατικανό ΙΙ από τη δεκαετία του 1960, όπως και οι έρευνες για τον Ιησού ή για τον χριστιανισμό που προήλθαν από Εβραίους ή Ισραηλινούς ιστορικούς, κινούνται προς την κατεύθυνση αυτής της "ανακτημένης" ιουδαιότητας του Ιησού. Στις πιο προχωρημένες και αμφιλεγόμενες προεκτάσεις τους, ορισμένοι προβάλουν την άποψη σύμφωνα με την οποία ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός είναι πολύ πιο κοντά από ό, τι νομίζαμε κι από ό, τι ο καθένας από τη μεριά του ισχυριζόταν.

 

Οι δρόμοι χώρισαν, όπως διατείνονται, όταν ολοκληρώθηκε ο εκχριστιανισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον 4ο αιώνα. "Ο Ιησούς δεν πολεμούσε ούτε εναντίον των Εβραίων ούτε εναντίον του Ιουδαϊσμού, αλλά επέκρινε ορισμένους Εβραίους για να υπερασπιστεί αυτό που πίστευε ότι ήταν η σωστή αντίληψη του Ιουδαϊσμού", γράφει ο Αμερικανός Daniel Boyarin στον Εβραίο Χριστό του (εκδ. Cerf, 2013). Σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται πλέον θέμα για τον Thomas Römer, όπως και για τον Antoine Guggenheim, να μελετάται αποκλειστικά και μόνο η "Καινή Διαθήκη".

 

Μετά τη θεαματική ανακάλυψη, το 1947 στο Qumran, κοντά στη Νεκρά Θάλασσα, βιβλικών και άλλων χειρογράφων, που προέρχονταν από μία αίρεση που όριζε τη ζωή της σύμφωνα με έναν πρώιμο μοναστικό κανόνα, κάποιοι θέλησαν να ταυτίσουν τον Ιησού με  Έσσαίο (όνομα που δόθηκε σε αυτήν την ομάδα των περιθωριακών). Σήμερα, είναι πιο πολύ της μόδας η αποκατάσταση του Φαρισαίου, ενός χαρακτήρα που εμφάνιζε μία αυστηρή εβραϊκή ηθική και δεχόταν την ανάσταση, τον οποίο ωστόσο τα Ευαγγέλια καυτηρίαζαν.

 

Ανανεώνοντας την επικαιρότητά του

 

Ένα άλλο πολιτικό ρεύμα του 1ου αιώνα, οι Ζηλωτές, που εξεγέρθηκαν εναντίον της Ρώμης, περίμενε με πάθος τον λυτρωτικό μεσσία που θα ελευθέρωνε την Ιουδαία από τον ζυγό των καταπιεστών. Λίγοι είναι αυτοί που, όπως ο Robert Eisler (1882-1949), ψυχαναλυτής οπαδός του Jung, ή ο Αμερικανός και μουσουλμάνος συγγραφέας Reza Aslan (ο Ζηλωτής, les Arènes, 360 σελ., 22,90 €), είδαν στον Ιησού έναν Ζηλωτή. Όμως, και σε αυτό το σημείο, η επαναφορά του Ιησού μέσα στο ιστορικό του πλαίσιο συμβάλλει παραδόξως σε μία ανανεωμένη επικαιρότητά του.

 

Αυτό καταδεικνύει και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε την μορφή του Ιησού η "θεολογία της απελευθέρωσης", ο επαναστατικός, αν όχι και μαρξιστικός, αυτός χριστιανισμός, που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στη Λατινική Αμερική γύρω από τον Leonardo Boff ή δομινικανούς όπως ο Gustavo Gutierez ή ο Frei Betto. Ένα κίνημα που καταδικάστηκε το 1984 ως "λάθος" (αλλά όχι ως αίρεση) από τον Joseph Ratzinger, υπεύθυνο τότε της Επιτροπής για την Προώθηση της Πίστης υπό το ποντιφικάτο του Ιωάννη Παύλου Β '.

 

Με την έλευση του Πάπα Φραγκίσκου, η θεολογία της απελευθέρωσης φαίνεται ότι μπορεί να απολαμβάνει εκ νέου, τουλάχιστον στο εσωτερικό της Εκκλησίας, μια ανοχή, όπως και στην εποχή του Παύλου VI (1897-1978). Ο γαλλο-βραζιλιάνος μαρξιστής φιλόσοφος Michael Löwy, ένας από τους καλύτερους γνώστες της στη Γαλλία λέει πως "στη θεολογία της απελευθέρωσης, η θέση του "απελευθερωτή" Ιησού Χριστού είναι κεντρική. Ο Ιησούς φέρνει ένα μήνυμα απελευθέρωσης, ταυτόχρονα ηθικό, θρησκευτικό και πολιτικό."

 

Θεολογία της απελευθέρωσης

 

Μία από τις κεντρικές ιδέες της θεολογικής απελευθέρωσης είναι ότι πρέπει να "σκεφτόμαστε τον Χριστό σύμφωνα με τον "εβραϊκό, ή και βιβλικό μονισμό", πράγμα που σημαίνει ότι η Παλαιά Διαθήκη δεν συλλαμβάνει το θείο, τον ανθρώπινο, το κοσμικό και το θρησκευτικό ως ξεχωριστές οντότητες. Αυτό χάθηκε στον Χριστιανισμό λόγω της ελληνικής επιρροής που διαχωρίζει το πνεύμα από την ύλη."

 

Ο εξεγερμένος Ιησούς έχει βέβαια και μία ευρωπαϊκή γενεαλογία, ξεκινώντας από τον Reimarus, και φτάνοντας ως τον ιδεολόγο του Μαρξισμού Karl Kautsky - στην Καταγωγή του Χριστιανισμού, 1908, ο Ιησούς περιγράφεται ως ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής. Ωστόσο, η αντικληρική παράδοση της γαλλικής αριστεράς και η εξασθένιση του ισχυρού αριστερού χριστιανισμού στη δεκαετία του 1950 ( από το οποίο προήλθε το PSU -Ενωποιημένο Σοσιαλιστό Κόμμα- ή το συνδικάτο CFDT) μηδενίζουν σχεδόν μία σημερινή αριστερή επένδυση στον Ιησού.

 

Αντίθετα, στη Λατινική Αμερική, όπως υποστηρίζει ο M. Löwy, "όλες οι δυνάμεις της αριστεράς έχουν μια πολύ σημαντική χριστιανική συνιστώσα, το Κόμμα των εργαζομένων στη Βραζιλία, το Μέτωπο των Σαντινίστας [στη Νικαράγουα] και ο Chavez [στη Βενεζουέλα] αναφέρονται συνεχώς στον Χριστό". Προσθέτει πως αυτή η Χριστολογία επικεντρώνεται φυσικά στην ανθρώπινη πλευρά του Ιησού: "Ο Χριστός είναι ο συμπάσχων αδελφός των φτωχών, των καταπιεσμένων και των ταπεινωμένων. Ο Frei Betto παρουσιάζει τον Χριστό ως πολιτικό κρατούμενο. Το μήνυμα της χειραφέτησης είναι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στη θεολογία της απελευθέρωσης: οι φτωχοί παίρνουν την τύχη τους στα χέρια τους και δεν αποτελούν πλέον αντικείμενο φιλανθρωπίας, συμπόνιας κ.λπ. Γίνεται αναφορά στον Χριστό, αλλά και στην Έξοδο των Εβραίων, που αναγιγνώσκεται ως η ιστορία ενός λαού που απελευθερώθηκε από τη δουλεία".

 

Αυτός ο "Χριστιανισμός της απελευθέρωσης" εξελίχθηκε για να συναντήσει τον Μαύρο Χριστό (Black theology), τη γυναικεία πλευρά του Ιησού ή τον Χριστό ως προστάτη της δημιουργίας σε μια οικολογική ανάγνωση. "Στην εποχή που ζούμε, έχει μεγάλο μέλλον ο επαναστάτης Ιησούς, παραδέχεται ο Antoine Guggenheim, αλλά αυτή η επανάσταση είναι πολιτιστική και όχι ουσιαστικά πολιτική, όπως στην εποχή του αριστερού χριστιανισμού, αλλά ούτε και καθαρά μυστικιστική όπως στις μέρες των Πιετιστών [αίρεση διαμαρτυρομένων, κατά την οποία τα ευσεβή έργα είναι σημαντικότερα από την ευσεβή πίστη - σ.σ.] ή της αδελφότητας του Αγίου Σουλπικίου. Ακόμα κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο στη Γαλλία της La Manif tous [συνασπισμός καθολικών οργανώσεων ενάντια στη νομιμοποίηση των γάμων ομοφυλοφίλων -σ.σ.] ή της "Γαλλικής Άνοιξης", δεν έχουμε τελειώσει ακόμα με τον "προλετάριο της Ναζαρέτ".

Nicolas Weill

 

Μτφ. Σ.Σ.