Paul Ernst

Η στέγαση των Ρωμαίων ιδιωτών στην Ελλάδα του Αιγαίου κατά τον 2ο και 1ο αι. π.Χ., σύμφωνα με τις γραπτές πηγές

 

 
BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLÉNIQUE - ÉCOLE FRANÇAISE D’ATHÈNES - VOLUME 141 - 2017-  FASCICULE 1

 

 

Τοιχογραφία στην έπαυλη του P. Fannius Synistor
Τοιχογραφία στο cubiculum (υπνοδωμάτιο) της έπαυλης του P. Fannius Synistor στο Boscoreale (κοντά στη Νάπολη). Φωτ. The Metropolitan Museum of Art

 

 

Στο άρθρο αυτό εξετάζονται τα λιγοστά φιλολογικά και επιγραφικά κείμενα που περιέχουν ενδείξεις για τη στέγαση των Ρωμαίων ιδιωτών που ήταν εγκατεστημένοι ή περαστικοί στην Ελλάδα του Αιγαί- ου, καθώς και για τη φιλοξενία της οποίας τύγχαναν μερικές φορές, στο τέλος της ελληνιστικής εποχής.
 

 

Πολλοί Ρωμαίοι και, γενικότερα, Ιταλοί, πήγαιναν στην Ελλάδα του Αιγαίου κατά τον 2ο και 1ο αι. π.Χ, περίοδο που χαρακτηρίζεται από τις πολλαπλές διπλωματικές και στρατιωτικές παρεμβάσεις της Ρώμης στο ανατολικό τμήμα της λεκάνης της Μεσογείου και από την ανάπτυξη οικονομικών και πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ της Ιταλίας και αυτών των πλήρως εξελληνισμένων περιοχών της Βαλκανικής Χερσονήσου, των νησιών του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας. 

 

Μετά τη σχετικά πρόσφατη ανάπτυξη των μελετών για την υπό ρωμαϊκή κατοχή Ελλάδα, λίγοι ερευνητές έχουν ασχοληθεί ειδικότερα με το ζήτημα των συγκεκριμένων μορφών  και τρόπων στέγασης των Ρωμαίων που κατοικούσαν ή διέμειναν εκεί. Με εξαίρεση την ειδική περίπτωση της Δήλου, που ήταν εκείνη την εποχή ένα κοσμοπολίτικο νησί και ένα οικονομικό σταυροδρόμι, όπου μερικές καλοδιατηρημένες οικίες αποδίδονται σε Ιταλούς ενοίκους, το ζήτημα των τόπων διαμονής και κατοικίας εξετάστηκε μέσα από δύο κυρίως προσεγγίσεις: τον προσδιορισμό και τη μελέτη των διοικητικών πλαισίων μέσα στα οποία οι κυβερνήτες ασκούσαν τα καθήκοντά τους, και την εξέταση της διαμονής των δικαστικών λειτουργών, του προσωπικού τους και των ρωμαϊκών στρατευμάτων στις ελληνικές πόλεις. Γι' αυτό και το παρών άρθρο θα επικεντρωθεί στους Ρωμαίους ιδιώτες.

 

Τα στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με αυτό το θέμα αποτελούνται κυρίως από επιγραφές δημοσίων αρχών, ιδιωτικές αφιερώσεις που βρέθηκαν σε οικίες, καθώς κι από αποσπάσματα από το έργο του Κικέρωνα, και ειδικότερα από την αλληλογραφία του στην οποία αναφέρονται ορισμένες συγκεκριμένες και ακριβείς πτυχές της ζωής των φίλων του στην ανατολική πλευρά της Μεσογείου. Η κριτική εξέταση αυτών των πηγών παρέχει πληροφορίες για το καθημερινό ή προσωρινό περιβάλλον διαβίωσης αυτών των Ρωμαίων ιδιωτών, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν επιχειρηματίες (negotiatores) με την ευρεία έννοια του όρου, και φανερώνει το πολιτικό διακύβευμα που θα μπορούσε να ενέχει η φιλοξενία, την οποία κάποιες φορές μερικοί απολάμβαναν.

 

Στη μελέτη του περιβάλλοντος και του τρόπου ζωής των Ρωμαίων στην Ελλάδα του Αιγαίου, ξεχωριστή θέση κατέχουν αυτά που σχετίζονται με τον T. Pomponius Atticus, έναν πλούσιο Ρωμαίο της τάξης των ιππέων. Μας είναι γνωστά από την αλληλογραφία που ο Αττικός διατηρούσε με τον φίλο του Κικέρωνα και την βιογραφία που του αφιέρωσε ο Cornelius Nepos, και έχουν ήδη μνημονευτεί σε πολλές μελέτες, αλλά απαιτούν περαιτέρω εξέταση.

 

Γνωρίζουμε από τον Κικέρωνα ότι ο Αττικός είχε έρθει να εγκατασταθεί στην Αθήνα το 86 π.Χ., μετά το θάνατο του πατέρα του, με "μεγάλο μέρος της περιουσίας του" (magnam partem fortunarum […] suarum),  σκοπεύοντας να ζήσει εκεί είκοσι χρόνια. Ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι δεν επρόκειτο μόνο για χρήματα, αλλά και για υλικά αγαθά, πιθανώς έπιπλα, που είχαν μεταφερθεί. Έτσι ο Αττικός θα ζούσε σε ένα περιβάλλον που θα αποτελείτο εν μέρει από αντικείμενα που αποκτήθηκαν στη Ρώμη, κάτι που θα συνήθιζαν αναμφίβολα πολλοί Ρωμαίοι που κατοικούσαν στον ελληνικό κόσμο, και που μπορούσαν την ίδια στιγμή να προσφύγουν σε αγαθά ή χρήσεις είτε ρωμαϊκής, είτε ελληνικής προέλευσης.

 

Στις επιστολές του Κικέρωνα προς τον Αττικό γίνεται επανειλημένα λόγος για το Amaltheum / Αμαλθείον που κατείχε αυτός στην Ήπειρο, ίσως και από το 68 π.Χ. Αυτό είναι το μέρος, φυτεμένο με πλατάνια κοντά στις όχθες του Θυάμιδος, μαγευτικό σύμφωνα με τις περιγραφές, όπου ο Αττικός φέρεται να διέμενε συχνά. Επιγράμματα που είχε ο ίδιος συνθέσει εμφανίζονται εδώ κι εκεί. Ίσως ήταν αυτά που, ως elogia, συνδέονταν με αγάλματα ή προτομές διάσημων ανδρών, σύμφωνα με τον Cornelius Nepos. Αναλύσεις λογοτεχνικών πηγών και αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στην Ήπειρο έχουν οδηγήσει σε πολλές υποθέσεις σχετικά με τη θέση, το όνομα και τη λειτουργία αυτού του μέρους. Το Amaltheum του Αττικού έχει συχνά θεωρηθεί ως κτήμα, το κτήμα της Αμάλθειας. " Έτσι αναφέρεται από τον Jean Hatzfeld. Ωστόσο, η ονομασία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να αποδίδεται σε ένα συγκεκριμένο οικοδόμημα - ίσως ένα μέρος αφιερωμένο στη μελέτη, με τη βιβλιοθήκη και την ιδιαίτερη γλυπτική του διακόσμηση - ή, γενικότερα, σε ένα μέρος του κτήματος που συμπεριλαμβάνει το οικοδόμημα αυτό. Δύο κείμενα μας κάνουν να το υποθέσουμε: στο πρώτο, ο Κικέρων εκφράζει την επιθυμία του να κατασκευάσει ένα Αμαλθείον στο κτήμα του Arpinum (libet mihi facere in Arpinati)· στο δεύτερο, πιθανώς με τον τρόπο μιας μεταφοράς που παραπέμπει στις τελετές που ακολουθούν οι στρατηγοί που αναζητούν την εύνοια των θεών πριν από τη μάχη, ο συγγραφέας γράφει στον φίλο του σχετικά με ένα ταξίδι που έκανε για να εισπράξει κάποια οφειλόμενα: ego […] te arbitror caesis apud Amaltheam tuam uictumeis statim esse ad Sicyonem oppugnandum profectum ("[...] Πιστεύω πως αμέσως μετά τις θυσίες στο Αμαλθείον σου, ξεκινήσες αμέσως να πολιορκήσεις τη Σικυώνα").

 

Γιατί όμως ένας Ρωμαίος να διαθέτει μέσα στην ιδιοκτησία του της Ηπείρου ένα τμήμα που ονομάζεται Αμαλθείον; Ένα ιδιωτικό ιερό αφιερωμένο στην Αμάλθεια φαίνεται μάλλον απίθανο. Ο Frank G. Moore πιστεύει πως η ονομασία αυτή οφείλεται στη θέση του κτήματος πάνω στο δρόμο που οδηγούσε στη Δωδώνη όπου λατρευόταν η Αμάλθεια. Όσο για τον Pierre Grimal, βλέπει σε αυτό "ένα πραγματικό ιερό τοπίο που προσφέρεται για τη ζωγραφική: συνειδητή απομίμηση ελληνικών θρύλων και παραδόσεων σχετικών με τη νύμφη Αμάλθεια". Ενδέχεται να είχε εμπνευστεί ο Αττικός από τα κείμενα των ελληνιστικών ποιητών και να είχε διαμορφώσει το κτήμα του σύμφωνα με την "αισθητική τοπίου των ζωγράφων και των γλυπτών, την αισθητική της "ιερής διακόσμησης", που θυμίζει πιθανώς μια σπηλιά. Αλλά η ερμηνεία αυτή δεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους της επιλογής ενός τόπου που αναφέρεται στην Αμάλθεια και (πιο συγκεκριμένα ίσως) σε κάποιους θρύλους που σχετίζονται με αυτήν.

 

Μπορούμε ωστόσο να εμβαθύνουμε περισσότερο εδώ τον προβληματισμό μας. Ο Αττικός είναι γνωστός για τις σημαντικές οικονομικές του δραστηριότητες και, ιδίως, για τα κοπάδια που διατηρούσε στην 'Ηπειρο. Ο Βάρρων, στην πραγματεία του De re rustica, τονίζει τις πολλές γνώσεις του Αττικού πάνω στην κτηνοτροφία. Ωστόσο, οι δύο μυθολογικές παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες η Αμάλθεια ήταν νύμφη ή κατσίκα, την περιγράφουν ως τροφός του Δία, κάτι που την καθιστά σύμβολο γονιμότητας και ευημερίας. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι εξαιτίας αυτών των ιδιοτήτων ο Αττικός είχε δώσει το όνομα της Αλμαθείας σε ένα μνημείο του κτήματός του, του οποίου η εκμετάλλευση μπορούσε κάλλιστα να συνίσταται σε εκτροφή αιγοειδών. Η υπόθεση αυτή, η όποια δεν είναι αντιφατική με αυτήν του Frank G. Moore, θα εξηγούσε και τη μεταφορά που χρησιμοποίησε με χιούμορ ο Κικέρωνας.

 

Εάν η ιδιοκτησία του Αττικού στο συνολό της μοιάζει πιθανότατα με τις villae rusticae, πολλές από τις οποίες είναι γνωστές στην ηπειρωτική Ελλάδα, η κατασκευή του Αμαλθείου του εντάσσεται μέσα σε ένα κλίμα αυξανόμενου ενθουσιασμού των ιταλικών ελίτ για ελληνοποιημένα περιβάλλοντα διαβίωσης. Πράγματι, τα φυσικά χαρακτηριστικά της τοποθεσίας - το πλατάνι αποτελεί "το συνηθισμένο δέντρο των κήπων και των δημόσιων περιπάτων στην Ελλάδα, των γυμνασίων και των στοών"- καθώς και η παρουσία γλυπτών και επιγραφών θυμίζουν τους χώρους, που μιμούνται εν μέρει τα ελληνικά γυμνάσια, όπου οι Ιταλικές ελίτ, ήδη από τα τέλη του 2ου αιώνα και ιδιαίτερα κατά τον 1ο αιώνα π.Χ, επιδίδονταν στο otium (συμβατό με παραγωγικές κερδοφόρες δραστηριότητες) με σκοπό την ανάπαυση και τη μελέτη, αλλά και την κοινωνική διάκριση. Η άμιλλα μεταξύ των μελών της αριστοκρατίας φαίνεται εξάλλου κι από τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Κικέρωνας συμμετείχε στη διαμόρφωση της έπαυλής του στο Arpinum, όπου επιθυμούσε να δημιουργήσει το δικό του Αμαλθείο.

 

Τέλος, ας προσθέσουμε ότι, στην περίπτωση που τα επιγράμματα που τοποθετήθηκαν στο Αμαλθείο του Αττικού αντιστοιχούν πράγματι στα elogia για τα οποία ο Cornélius Népos διευκρινίζει ότι συνδέονταν με παραστάσεις διάσημων Ρωμαίων (και όχι Ελλήνων), το μέρος αυτό θα συνδύαζε ελληνικά και ρωμαϊκά στοιχεία. Μέσα στον τόπο κατοικίας του και στο πλαίσιο της πρακτικής του otium, η επιλογή αυτή θα επέτρεπε στον Αττικό να επιδεικνύει το ενδιαφέρον του για τον Ελληνισμό, εμφανίζοντας ταυτόχρονα μία συγκεκριμένη ρωμαϊκή ταυτότητα. Θα συγκαταλεγόταν έτσι μεταξύ των Ρωμαίων που προσπάθησαν να συμφιλιώσουν την Ελλάδα με τη Ρώμη, αποκομίζοντας οφέλη σε επίπεδο κοινωνικής και πολιτιστικής διάκρισης.

 

Οι λογοτεχνικές πηγές παρέχουν κι άλλες αναφορές για τους τόπους διαμονής των Ρωμαίων στην Ελλάδα του Αιγαίου, χωρίς όμως να συνοδεύονται από περιγραφές. Ετσι, γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι ο M’. Curius είχε μια ιδιοκτησία στην Πάτρα, που ετοιμαζόταν να παραχωρήσει στον Αττικό τον Οκτώβριο του 45, και ότι ο Pompéius Vindillus (ou Vindullus) είχε σπίτι στη Λαοδίκεια της Φρυγίας, διακοσμημένο με "μικρά πορτρέτα Ρωμαίων κυριών" (imagunculae matronarum).  [...]

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

Δείτε επίσης στο Αλμανάκ:

Ο Κικέρων ανακαλύπτει τον τάφο του Αρχιμήδη

Σενέκας. Περί της συντομίας της ζωής