Γράφει ο Γιώργος Στόγιας στο feleki.


Έθεσα χτες το ερώτημα του τίτλου σε παρέα φίλων, έχοντας στο νου δικό μου υποψήφιο. Οι απαντήσεις έριξαν στο τραπέζι ονόματα που δεν ικανοποιούσαν τις πολύπλευρες απαιτήσεις της θέσης. Ο Κραουνάκης έχει ήδη προκαλέσει τα πυρά των Αγανακτισμένων (άσε που είναι "too gay to pay", που είπε κι ο Νίκος), ο Μαχαιρίτσας είναι passé, ο Μάλαμας ως «ιερό τέρας» δεν κάνει για κοσμικούς ρόλους. Το ζητούμενο ήταν κάποιος με τεράστιες φιλοδοξίες, που να έχει τη διάθεση να αναλάβει ως νέος Μωυσής, όπως είπε ο Αντώνης, μια «Αποστολή» που δε θα ευχόμασταν ούτε στον πιο αντιπαθή μας καλλιτέχνη...


Κυκλοφόρησε πολύ στο διαδίκτυο, και σχολιάστηκε κυρίως θετικά, ένα κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη με τίτλο «We blame you» στο οποίο ο γνωστός τραγουδιστής και μουσικοσυνθέτης επιστρέφει με τόκο στον Άγνωστο Εγγλέζο Δημοσιογράφο τις κατηγορίες εκείνου για την ελληνική συμβολή στην ευρωπαϊκή κρίση. Καταλήγει, μετά από ήξεις αφήξεις έντεκα παραγράφων, στο τουλάχιστον σαφές «Ακούς εκεί: we blame you! Ηλίθιε!»


Πιστεύω ότι για να καταλάβουμε την πολιτική φιλοσοφία πίσω από τη ρητορική της συγκεκριμένης παρέμβασης (αλλά και στίχων του όπως αυτών του τραγουδιού «Πατρίδα»), θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη κυπριακή εμπειρία τού Α.Ι. Μια ανάγνωση αυστηρά μέσα στα ελληνικά (ελλαδίτικα) συμφραζόμενα οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, σε παρερμηνείες.


Ο ΑΙ αποτελεί την πιο δημιουργική, εξωστρεφή και εξαγώγιμη μορφή ενός ολόκληρου πολιτικού και αισθητικού κλίματος μιας αριθμητικά μικρής αλλά δραστήριας μερίδας της γενιάς του. Σε εκείνη συνενώνονταν ετερόκλιτα στοιχεία με τρόπο που, εξαιτίας των διαφορετικών ιστορικών συνθηκών, δεν είχε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα.

 

Μερικά στοιχεία, ελλιπή βέβαια, έτσι ώστε να σχηματίσει ο αναγνώστης μια εικόνα, εδώ:


• το πολιτικό κλίμα – τέλη '80, αρχές '90 – που επικρατούσε, στη νεολαία της ΕΔΕΚ και στη φοιτητική οργάνωση ΑΓΩΝΑΣ, ήταν εθνικιστικό και σοσιαλίζον (με πιο κοντινή αναλογία στα καθ' ημάς, το λόγο του ΠΑΣΟΚ πριν το '81).


• Βαθιά λατρεία προς την Ελλάδα παρ' όλες τις απογοητεύσεις που επιφύλαξε στους Ελληνοκύπριους και παρά τα δικά της στραβά, μια εξιδανικευμένη «μητέρα- πατρίδα» (σε αυτό οι ΕΔΕΚίτες διαφοροποιούνται κάθετα από την πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων αριστερών).


• Μίσος για τους Εγγλέζους ως όρος ύπαρξης (πράγμα βέβαια που δεν εμποδίζει τον καλλιτέχνη να προσπαθεί για διεθνή επιτυχία, όπως τίποτα δεν εμποδίζει μια ΕΔΕΚίτισσα να πάει για ψώνια στο Λονδίνο).


• Συγκάλυψη του αισθήματος ανωτερότητας απέναντι στους Τουρκοκύπριους πίσω από τη ρητορική «οι Εγγλέζοι μας έβαλαν να σκοτωθούμε».


• οι πολιτισμικές αναφορές είναι κυρίως από ελληνική μουσική και λογοτεχνία. Παρότι έπαιζε πολύ το «εναλλακτικό» στυλ στο ντύσιμο, στις σχέσεις, στο ποτό, η επανάσταση της punk και ό,τι την ακολούθησε δεν θα έφτανε στην Κύπρο μέχρι πρόσφατα.


• Την ανάγκη για πνευματικότητα ήρθε να γεμίσει η «ανακάλυψη» του Αγίου Όρους και της νεοορθοδοξίας, σε βαθμό αδιανόητο για τα ελληνικά δεδομένα. ( Χαρακτηριστικά, στο μπαρ που δούλευα dj, το πιο φεύγα και σκοτεινό -μέχρι που έκλεισε- μαγαζί της Λευκωσίας, που μάζευε τις πιο ακραίες φάτσες, υπήρχε πάνω από τα πλατό δεσπόζουσα μια εικόνα της Παναγίας!)


• Στη δεκαετία του 2000, το κλίμα αυτό μπολιάστηκε με πασπαρτού αντικαπιταλισμό και επιλεκτική αντιπαγκοσμιοποίηση, δίχως να χρειαστεί να τροποποιήσει τον βαθύ συντηρητισμό του. Στην πιο κρίσιμη στιγμή για τα πολιτικά δρώμενα της Κύπρου, στο σχέδιο Ανάν, οι φορείς του (και ο Α.Ι) τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ του «Όχι» μαζί με ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις (κανείς ΑΚΕΛικός, ελληνοκύπριος αριστερός, δεν βγήκε στο δρόμο για το ΟΧΙ).


Τα παραπάνω στοιχεία πιστεύω ότι μπορούν να ανιχνευτούν στους στίχους και τις παρεμβάσεις του Α.Ι. Η μεγάλη αποδοχή που απολαμβάνει στην Κύπρο από συντηρητικές ομάδες και μπλογκ βρίσκεται κοντά στο αληθινό πνεύμα και τις προθέσεις του έργου του.


Αυτό που με ενδιαφέρει ουσιαστικά δεν είναι ο ΑΙ. Με ενδιαφέρει το πρότυπο που περνάει σχετικά με το «τι είναι καλλιτέχνης», η ιδέα περί νεότητας, και η ιδέα περί εθνικής αξιοπρέπειας. Γνωρίζοντας ότι υπεραπλουστεύω, αν έπρεπε με μια λέξη να περιγράψω την προβαλλόμενη στάση, αυτή θα ήταν η «κλαψουρομαγκιά».


Γενικά, η ιδέα του «εθνικού» καλλιτέχνη είναι προβληματική (είναι μια λούμπα στην οποία πέφτουν ενίοτε και πραγματικά μεγάλοι καλλιτέχνες, ο Σαββόπουλος παλιότερα, ο Νάνι Μορέτι στην Ιταλία, για ένα φετινό παράδειγμα). Ο «εθνικός» καλλιτέχνης υποτίθεται πως μιλάει στο λαό ως παιδαγωγός αλλά και ως λυτρωτής. Με το έργο του επιλύει τις εσωτερικές αντιφάσεις του έθνους (όπως κάνει κι ο Αλκίνοος στο κείμενό του με την παράθεση των ελληνικών παθογενειών, μόνο για να τις διαγράψει στην τελική σούμα).


Βρίσκω όμως εντελώς αποκρουστική την ιδέα ενός «εθνικού» καλλιτέχνη σε νεαρή σχετικά ηλικία. Για την ώρα, ο Θεοδωράκης, μας φτάνει και μας περισσεύει!