Αλκίνοος Ιωαννίδης
Φωτό: Λάμπρος Παπανικολάτος

 

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λευκωσία. Το ’74 ήμουν 5 χρόνων. Θυμάμαι το πραξικόπημα. Εμβατήρια στα ραδιόφωνα, «Περνάει ο στρατός, της Ελλάδος φρουρός...», κάθε τόσο μια φωνή να επαναλαμβάνει με έκδηλη χαρά και εθνική έπαρση: «Ο Μακαριότατος είναι ήδη νεκρός». Η μητέρα μου ήταν εκφωνήτρια στο ΡΙΚ. Μέχρι να γίνει η τουρκική εισβολή οι πραξικοπηματίες αξιωματικοί την είχαν αιχμάλωτη, όπως και τους συναδέλφους της. Όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί, μας έκρυψε ο πατέρας μου κάτω από το τραπέζι της κουζίνας να μην πέφτουν οι σοβάδες πάνω μας. Τρώγαμε σταφύλι. Μας πήγαινε να δούμε τους αλεξιπτωτιστές εισβολείς απ’ το παράθυρο. Ένα άρμα μάχης στάθμευσε στην αυλή μας, ανέβαινα στο κανόνι. Ο θείος μου, στρατιώτης σ’ ένα χαράκωμα κάπου κοντά, χωρίς όπλο και σφαίρες, περίμενε την προέλαση του εχθρού. Παρατημένοι στην τύχη μας.

 

Οι μνήμες μου από την εισβολή είναι έντονες, η συνέχεια όμως ήταν χειρότερη. Ο πόλεμος επηρεάζει συνολικά τον πληθυσμό ενός τόπου. Αποτελεί ορόσημο, όλα πια ταξινομούνται πριν ή μετά από αυτό. Για χρόνια ζήσαμε μαυροφορημένοι, με κολλητικές ταινίες χιαστί στα παράθυρα, μην έχουμε πάλι τραυματισμούς από σπασμένα τζάμια. Έντρομοι, για δεκαετίες στρέφαμε σπαστικά το κεφάλι στον ουρανό όποτε ακουγόταν αεροπλάνο. Ζήσαμε «προσωρινά». Όλα σε κινούμενη άμμο. Ο πόλεμος δεν είναι κάτι που τελειώνει όταν τελειώσει.

 

Μεγάλωσα με εργαστήρι ζωγραφικής, κινηματογραφικές μηχανές, μουβιόλα για μοντάζ και σκοτεινό φωτογραφικό θάλαμο στο σπίτι. Πίνακες έπαιρναν ζωή απ’ το πουθενά, μουσικές ακούγονταν από μέσα όταν έπαιζα στην αυλή. Κυρίως κλασική μουσική και το έντεχνο ελληνικό τραγούδι του ’60 και του ’70. Μαρκόπουλος, Λοΐζος, Χατζιδάκις, Μούτσης, Θεοδωράκης. Οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου, του Κ.Χ. Μύρη, του Νίκου Γκάτσου και των άλλων ποιητών. Και ο υπερφυσικός Σαββόπουλος να φτάνει με το «Φορτηγό» του από την πόλη της μητέρας μου, τη Θεσσαλονίκη, μέσω Αθηνών, στην απόμακρη τότε Μεγαλόνησο. Η φωνή της Φαραντούρη, της Γαλάνη, του Ξυλούρη, του Γαργανουράκη, του Μητσιά. Άκουγα και τα παραδοσιακά, από τους γέρους. Μου έλειψε ο Τσιτσάνης, τον άκουσα αργότερα, μετά τη σπυριασμένη ροκ εφηβεία, όπως και τους παλιούς ρεμπέτες.

 

Η μητέρα μου, που είχε σπουδάσει ηθοποιός, με πήγαινε στο θέατρο. Γνώρισα τους ανθρώπους του θεάτρου σε μια εποχή που δεν υπήρχε τηλεόραση όπως την εννοούμε σήμερα, που δεν υπήρχαν σταρ, που το να είσαι ηθοποιός σήμαινε μια συνολική στάση ζωής.

 

Ποτέ δεν ήξερα τι θα κάνω στη ζωή μου, ούτε πιέστηκα ν’ αποφασίσω, ούτε τράβηξα καμιά αγωνία. Εκτός από τη μουσική ή τον κινηματογράφο, με ενδιέφερε η αρχαιολογία. Στο γυμνάσιο και στο λύκειο δεν διάβαζα. Άφηνα τα βιβλία στο σχολείο και τα έβρισκα την επομένη. Λάμβανα, όμως, μέρος στις εκδηλώσεις, έπαιζα όργανα, τραγουδούσα, έπαιζα θέατρο. Υπηρέτησα στο στρατό για 29 μήνες, ως αξιωματικός καταδρομών. Και όταν απολύθηκα, ήρθα στην Αθήνα γιατί αγαπούσα μια κοπέλα που ζούσε εδώ. Και για να σπουδάσω στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και παράλληλα στη Φιλοσοφική Αθηνών, που τρία χρόνια αργότερα την παράτησα.

 

Ο μεγάλος έρωτας ήταν πάντα η μουσική. Πήγαινα στο ωδείο από μικρός, δεν μελετούσα όμως, βαριόμουν, όλα στη μέση τα άφηνα. Άκουγα, πάντως, ή έπαιζα μουσική, κυρίως εκτός διδακτικής ύλης, 6 ή 8 ώρες τη μέρα. Στα είκοσί μου, όταν θέλησα να τη σπουδάσω κανονικά, δεν είχα την ευχέρεια του εξωτερικού.

 

Μου άρεσε και ο κινηματογράφος πολύ, έλεγα μήπως γίνω σκηνοθέτης. Είπα να τελειώσω το Εθνικό, να μαζέψω χρήματα και να φύγω για την Ευρώπη. Αυτό το μετά δεν ήρθε ποτέ. Ό,τι κι αν προσχεδίαζα στη ζωή μου το άφηνα ευχαρίστως για όσα ενδιαφέροντα έφερνε η επόμενη μέρα. Έπαιξα κάποια μικρά ρολάκια σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, αλλά περισσότερο βοηθούσα στην παραγωγή. Παρατηρούσα τους σκηνοθέτες, τους οπερατέρ, τους ηχολήπτες. Τελειώνοντας το Εθνικό, δούλεψα για μερικούς μήνες σε μια σειρά στην τηλεόραση. Ήταν σπουδαία εμπειρία. Γνώρισα ωραίους ανθρώπους, όπως τον Νίκο Σούλη ή τον Δημήτρη Πιατά, κι έμαθα πολλά για το τεχνικό μέρος της υπόθεσης. Δεν έβλεπα τα επεισόδια. Όσο με ενδιέφερε η διαδικασία, τόσο δεν μ’ ενδιέφερε το αποτέλεσμα. Όλα τα έκανα μεθυσμένος, με μια ελαφράδα, σαν σε διακοπές. Δεν αισθανόμουν καμιά υποχρέωση να είμαι καλός σε αυτό που κάνω, ούτε μ’ ένοιαζε να προσφέρω κάτι καλό στον θεατή. Θυμάμαι πως τη μέρα που προβλήθηκε το πρώτο επεισόδιο είχε συναυλία ο Παπάζογλου στον Λυκαβηττό. Ανέβηκα και τον είδα από τα βραχάκια.

 

Το ίδιο καλοκαίρι έπαιξα πρωταγωνιστής στην Επίδαυρο. Παράλληλα, γινόταν η ηχογράφηση του πρώτου μας δίσκου με τον Νίκο Ζούδιαρη. Ήταν μια ανοιχτή εποχή, έρχονταν όλα μαζί, περνούσαν μέσα στη ζωή αφιλτράριστα, χωρίς να τα κυνηγώ και χωρίς να προλαβαίνω να τα επεξεργαστώ ή να τα αφομοιώσω. Λίγους μήνες μετά η «επιτυχία» και η «αναγνωρισιμότητα» έγιναν βαρίδια ασήκωτα.

 

Πήγα πρώτη φορά στη Ρωσία το 2005, στο Κονσερβατόριο της Αγίας Πετρούπολης. Ήθελα ν’ ασχοληθώ με τη συμφωνική μουσική που αγαπώ, να ζήσω στην πόλη του Ντοστογιέφσκι. Ο δάσκαλός μου στη σύνθεση, Μπορίς Τίσιενκο, ο αγαπημένος μαθητής του Σοστακόβιτς, με αντιμετώπισε με πατρική αγάπη, όπως όλους τους μαθητές του. Μου απάντησε πολλές ερωτήσεις και μου έδωσε καινούργιες να έχω να ρωτώ τον εαυτό μου μέσα στα χρόνια. Την τελευταία φορά που τον είδα, πρόπερσι, ήξερε πως πεθαίνει. Ζήτησε να του δείξω δουλειά, άκουσε με υπομονή. Πριν με αποχαιρετήσει μου είπε: «Έλα να βγούμε μια φωτογραφία. Θα είναι ωραίο να έχουμε μια φωτογραφία». Έφυγε 2 μήνες αργότερα.

 

Η Ρωσία είναι μια χώρα που ουσιαστικά «εκπολιτίστηκε» τους τελευταίους τρεις αιώνες. Κρατάει τη σύνδεσή της μ’ έναν παλιό, ασιατικό, παγανιστικό, ακατέργαστο, μυστηριακό κόσμο, ενώ παράλληλα είναι στην κορυφή του «πολιτισμού», όπως τον εννοούμε οι Δυτικοί σήμερα. Έζησε την αγριότερη φεουδαρχία, την πιο σκληρή τσαρική μοναρχία, τη μαυρίλα του σταλινισμού, τον χειρότερο πόλεμο, ενώ σήμερα ζει τη νέα μοναρχία και τον καπιταλισμό στην πιο ακραία μορφή του. Ξέρει από τραγωδία. Γι’ αυτό και ξέρει να πιστεύει, να δημιουργεί, να υπόσχεται, να αφοσιώνεται, να ελπίζει. Οι άνθρωποι δεν είναι «ευγενείς», φτύνουν στον δρόμο, δεν χαμογελάνε όταν συστήνονται. Στην πρώτη, όμως, αληθινή επαφή σου ανοίγουν χωρίς αναστολές τα τρίσβαθα της ψυχής τους. Σου χαρίζονται για πάντα, ξαφνικά και ασυγκράτητα, όχι με δόσεις.

 

Είμαι κοινωνικός άνθρωπος, μιλάω πολύ, δεν μαζεύομαι. Τις νύχτες οι χιλιάδες λέξεις της μέρας με πετροβολούν. Χρειάζομαι συχνά να επιστρέφω στα μέσα μέρη μου. Άλλες, πιο δυνατές ή πιο πλήρεις προσωπικότητες, το κάνουν και μέσα στον κόσμο. Για μένα είναι αδύνατον. Παρασύρομαι εύκολα, είμαι εξωστρεφής, δεν έχω πειθαρχία. Οπότε, αναγκάζομαι να δημιουργώ τις προϋποθέσεις της μοναξιάς για να επιβιώσω.

 

Γράφω όταν είμαι μόνος, κυρίως τη νύχτα. Όταν το τραγούδι δεν έρχεται αμέσως, δεν επιμένω, το αφήνω και δεν το ξαναπιάνω. Όταν γράφω μουσική για ορχήστρα είμαι πιο επίμονος. Δουλεύω ασταμάτητα 16 ή 18 ώρες κάθε μέρα, καπνίζοντας, νηστικός, χωρίς διαλείμματα. Πάω στην τουαλέτα τρέχοντας για να επιστρέψω γρήγορα. Το κάθε υλικό θέλει άλλη αντιμετώπιση, σου τη ζητάει μόνο του, δεν αποφασίζεις.

 

Δεν θεωρώ χρήσιμους τους «εθνικούς καλλιτέχνες» και τους λοιπούς γκουρού, εναλλακτικούς και mainstream, «συμβιβασμένους» και «ασυμβίβαστους». Όταν θεωρείς αυτονόητο πως κάποιοι πρέπει να ασχολούνται με σένα, το έργο και τις απόψεις σου, όταν δεν διερωτάσαι «Μα, γιατί με ρωτά ο δημοσιογράφος όλα αυτά τα πράγματα; Ποιον μπορεί να ενδιαφέρουν;», όταν δίνεις μια συνέντευξη σαν την παρούσα, χωρίς την ενοχή πως ο αναγνώστης χάνει τον χρόνο του διαβάζοντάς σε, είσαι χαμένος. Γίνεσαι σημαντικότερος του έργου και της ύπαρξής σου και ζημιώνεις τον εαυτό σου και τους άλλους.

 

Μένω εντός Αττικής, εδώ και πέντε χρόνια. Ετοιμαζόμαστε να φύγουμε πάλι για την επαρχία. Νοσταλγώ ακατάπαυστα όλα τα μέρη που έζησα, που είναι πολλά, και όλους τους ανθρώπους που αγάπησα και δεν βλέπω, για λόγους πραγματικούς ή ανεξήγητους.

 

Στη Μικρή Επίδαυρο θα παίξουμε μαζί με τον Γιώργο Καλούδη που συνεργαζόμαστε χρόνια. Είναι σπουδαίος, βαθύς και πλήρης μουσικός, τον θαυμάζω. Θα παίξουμε το πρόγραμμα που παρουσιάσαμε στην Ευρώπη, την Αμερική και στον Καναδά λίγους μήνες πριν. Τραγούδια, κυρίως δικά μου, διασκευασμένα από τους δυο μας για βιολοντσέλο, κρητική λύρα, κιθάρα και λαούτο. Είναι ένα δημιουργικό ντουέτο, με πολλές εσωτερικές ησυχίες κι εντάσεις, που επιμένει στην απλότητα της φόρμας του τραγουδιού, κρατώντας όμως και ανοιχτά μουσικά μέρη κι ελευθερίες αναγκαίες για την καλλιτεχνική μας επιβίωση.