Νυχτερινή Προσευχή, Ι

 1962 / Guy

Μεγάλε, Μέγιστε, Μεγαλοπαντοδύναμε,

 

Δώσε σ’ εκείνον τον χθαμαλό Χάμπερτ Χάμπερτ εκείνες τις λόλιποπ Λολίτες που λαχταρούσε τόσο, και στον Μπόρχες την όραση την πολύτιμη πάλι πρόσφερε, να δει τον ήλιο τη βροχή τον άνεμο τα βιβλία του όλα σ’ όλες τις εκδόσεις και τις γλώσσες όλες όλου του κόσμου

 

Δώσε ζωή ξανά έστω για δυο μερόνυχτα μοναχά στον Λόουρυ τον Μάλκολμ να πιει σλιβοβίτσα και ρακή και τσικουδιά και ν’ αποτρέψει κείνη την Jan Gabriel το τόσο αναξιοπρεπές και για την ίδια ατιμωτικό βιβλίο Inside the Volcano

 

Δώσε παρά πολύ παρά πάρα πολύ παρά σ’ εκείνο το χαμίνι το άθλιο το πάμφτωχο που ήμασταν στο Γυμνάσιο μαζί κι είχε φτιάξει μια κιθάρα με κόντρα πλακέ και πετονιά για τις χορδές, για ν’ αγοράσει ένα πιάνο με ουρά, τα Άπαντα Βινύλια του Glenn Gould και μιαν απαστράπτουσα Τζάγκουαρ στην πόλη του να γυρίσει θριαμβευτής και τροπαιούχος

 

Δώσε, Μέγιστε, και σ’ εμένα τη δυνατότητα στο Χρόνο να περιπλανηθώ και να βρεθώ στο ίδιο το τραπέζι με τον Lou Reed τον Μέγα Μακαρίτη, με τον Επαμεινώνδα Γονατά να πιω κρασί και για τις γάτες με τις ώρες να μιλήσουμε κι ύστερα να σουλατσάρουμε σε σοκάκια σκοτεινά μαζί και με τον Πάνο Χαραλάμπους και με τον Τάκη τον Κονδύλη

 

Δώσε, Μεγαλοπαντοδύναμε, άρτο και οίνο, κι ένα κρεβάτι άνετο, και ώρες πολλές και μέρες και βδομάδες δώσε, να ξαποστάσει και να δυναμώσει και να στανιάρει ο Βαγγέλης που εδώ στον Ένοικο, στην Καλλιδρομίου εδώ, τόσο ευσυνείδητα, έως και στοργικά, μας περιποιείται και μας χαμογελάει και το τι ακούει από μας δε λέγεται

 

Δώσε, δώσε, δώσε, και μην λησμονήσεις να δώσεις και να ξαναδώσεις, όσα τόσοι σου ζητάνε κι άλλα τόσα, κι ακόμα πιο πολλά, ζάλισέ τους με τη γενναιοδωρία Σου, τίναξέ τους τη μιζέρια και τη γκρίνια στον αέρα με τη Μεγαλοκαρδία Σου, στείλ’ τους, και τους ίδιους και τα Κυρελέησόν τους, στον αγύριστο με την Αδυσώπητη Ηδύτητά Σου.

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Νυχτερινή Προσευχή, ΙΙ